Τα γιουχαΐσματα είναι μόνο η αρχή!

angerΑνήμερα του Πολυτεχνείου ήρθαν τα μαντάτα!

Την ώρα που χωρίς ντροπή ΣΥΡΙΖΑιοι φώναζαν στις πορείες αστειότητες του τύπου πως δεν «ξεμπερδέψαμε με την Αριστερά» και ότι «θα ακουστούνε μέχρι την Ευρώπη», οι εκπρόσωποι της πιο ψεύτικης Κυβέρνησης της Μεταπολίτευσης, υπέγραφαν  τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της κοινωνίας.

Η προστασία της πρώτης κατοικίας πάει περίπατο – με ρυθμίσεις που ακόμα και τώρα είναι τόσο θολές που χωράνε τα πάντα , η ρύθμιση των «κόκκινων δανείων» γίνεται με τρόπο που αποτελεί καθαρή κοροϊδία, η φορολογική λαίλαπα εξαπλώνεται ακόμη περισσότερο με στόχο την λεηλασία του μικρού και μεσαίου εισοδήματος, η πάγια ρύθμιση των 12 δόσεων δίνεται θυσία στις απαιτήσεις των δανειστών, οι 100 δόσεις αναπροσαρμόζονται με τρόπο που θα γονατίσουν άμεσα και αυτούς που στερήθηκαν για να είναι συνεπείς!

Τα τέλη κυκλοφορίας αυξάνονται κατά 5% για τη μεγαλύτερη μάζα των ιδιοκτητών αυτοκινήτων (προφανώς ακολουθούν τις αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις τα τελευταία χρόνια), το κρασί φορολογείται επιπλέον (ναι αλλά αντισταθήκαμε για την μπύρα!), οι συντάξεις εξαερώνονται και η κοινωνία απολαμβάνει τα δώρα μιας αλλοπρόσαλλης κυβέρνησης που προσπαθεί να διατηρηθεί στην εξουσία δίνοντας τα πάντα στους δανειστές και παίρνοντας τα πάντα από το λαό.

Είναι τόσο άθλιο το σκηνικό που αρκεί να σκεφτεί κάποιος ότι ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ από όσα είχαν υποσχεθεί προεκλογικά δεν υλοποιείται. ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ. Στη θέση τους υπάρχουν νέα μέτρα και ξανά νέα μέτρα που στόχο έχουν να κλείσουν την απύθμενη τρύπα του προϋπολογισμού που οι ίδιοι δημιούργησαν.

Επειδή και ο πλέον αδαής μπορεί να αντιληφθεί πως δεν είναι απλά αδιέξοδη αυτή η πολιτική αλλά καταστροφική, πολύ σύντομα θα ζήσουμε το τέλος της εποχής της αθωότητας της Κυβέρνησης Τσίπρα και το τέλος της ανοχής της κοινωνίας απέναντι στους πολιτικούς βιαστές της.

Τα γιουχαΐσματα στις χθεσινές πορείες για το Πολυτεχνείο είναι απλά η αρχή.

Η Κυβέρνηση Τσίπρα – Καμμένου θα αντιμετωπίσει μια πρωτοφανή οργή που πυροδοτεί η διάψευση κάθε προσδοκίας όσων τους ψηφίσανε και η συνειδητοποίηση μιας τεράστιας πολιτικής απάτης. Αυτοί που εξαπάτησαν τον χωρίς ελπίδα απογοητευμένο ψηφοφόρο θα τον βρούνε πολλαπλάσια εκδικητικό απέναντι τους.

Δε νομίζω ότι τους ενδιαφέρει. Δε νομίζω ότι τους καίγεται κυριολεκτικά καρφί. Γαντζώθηκαν στην εξουσία με τα ψέματα, θα διατηρηθούν όσο μπορέσουν εκεί με την υποταγή στους δανειστές και την εικόνα της καλής συμπεριφοράς και διαγωγής στους μεγάλους «συμμάχους», που μέχρι χθες κατήγγειλαν, ζώντας την επαναστατική τους ονείρωξη.

Και όταν σε λίγες ημέρες κατατεθεί και το ασφαλιστικό, τότε θα κατανοήσουνε όλοι το μέγεθος της πολιτικής απάτης.

Το σύνθημα με το ελικόπτερο και την Αργεντινή φαντάζομαι δεν το έχουν ξεχάσει…

Επί «ξηρού ακμής» η Κυβέρνηση

tsipras-kammenosΗ επόμενη μέρα της κατ’ αρχήν συμφωνίας με τους εταίρους της βρίσκει την ελληνική κυβέρνηση σε αμήχανη στάση. Καθώς το πλαίσιο που την αποτυπώνει βρίσκεται πολύ μακριά από τις προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ (κυρίως) και των ΑΝΕΛ δευτερευόντως.

Η δήλωση του Μ. Γλέζου, που ως πολλαπλό σύμβολο (εθνικής εμβέλειας) κατήγγειλε την συμφωνία, τροφοδότησε μια σειρά αντιδράσεων εντός κι εκτός του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο οι πρώτες δυσαρέσκειες άρχισαν να εξωτερικεύονται, εστιάζοντας την κριτική τους στο πρόσωπο του Γ. Βαρουφάκη. Αφού είναι νωρίς για καταλογισμό ευθυνών στον Αλ. Τσίπρα, που σηκώνει προσωπικά το βάρος της έγκρισης της συμφωνίας.

Η εύηχη μετονομασία δύσπεπτων εννοιών – το μνημόνιο αναφέρεται ως πρόγραμμα και η τρόικα ως θεσμοί – δεν αρκεί ώστε ν’ αλλάξει την ουσία των πραγμάτων.

Η αξιολόγηση, που παραπέμπεται για τον Αύγουστο, απλώς υποκαθιστά εκείνη που δεν έγινε ως τον περασμένο Δεκέμβρη.

Εν τώ μεταξύ το στέγνωμα των δημόσιων αποθεματικών, από την μη καταβολή δανειακών δόσεων, κινδυνεύει να μετατραπεί σε κυβερνητικό εφιάλτη. Είναι προφανές πως οι κυρίαρχοι κύκλοι της Ε.Ε. (προεξάρχουσας της Γερμανίας) πιέζουν ασφυκτικά, ώστε το σύνολο σχεδόν των αξιώσεών τους να γίνει αποδεκτό.

Όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο αποσαφηνίζουν τις επιδιώξεις τους, για ένα νέο μνημόνιο. Με το «μαρτύριο της σταγόνας» το ευρωενωσιακό κατεστημένο ευελπιστεί να επιβάλλει τους όρους του στην κυβέρνηση.

Από την πλευρά του ο συνεταιρισμός ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχει τις δικές του φιλοδοξίες. Κατ’ αρχήν την αίσθηση πως η βελτίωση των οικονομικών δεικτών – κάτι που συνέβη και επί πρωθυπουργίας Σαμαρά – θα στηρίξει το έργο του.

Επικουρικά, οι χαμηλές προσδοκίες της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος μπορούν να ικανοποιηθούν από μέτρα που είναι ρεαλιστικό να εφαρμοσθούν – όπως αυτά για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Επίσης η περίφημη «εθνική ανάταση» από το γεγονός πως τέθηκαν δημοσίως (προς τους δανειστές) οι καταστροφικές επιπτώσεις των μνημονιακών εφαρμογών και κατονομάσθηκαν οι υπεύθυνοι γι’ αυτό, παίζει ήδη τον ρόλο της.

Ωστόσο σ’ ένα σύστημα που διέπεται από τις αρχές της θεωρίας του χάους – όπου κάθε πιθανότητα μπορεί να υποκατασταθεί από την αντίθετή της, με μία μικρή μεταβολή των συνθηκών – δεν επιτρέπονται πολιτικές απολυτότητες και κοινωνικές αβεβαιότητες.

Συνεπώς η μοίρα της συγκυβέρνησης θα κινείται «επί ξυρού ακμής» για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα όρια μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας είναι, εκτός από υποκειμενικά, και πολύ κοντινά.

Και το χειρότερο απ’ όλα είναι πως κάθε αρνητική εξέλιξη χρεώνεται δυσανάλογα στις πλάτες του ελληνικού λαού που σύντομα θα κουραστεί από τα λόγια τα παχιά και τα μεγάλα, ειδικά όταν αυτά απέχουν έτη φωτός από τις πράξεις.

 

Λιστομαχίες

Μέσα σε βαρύ κλίμα και μ’ εκπεφρασμένες τις διαφωνίες το κυβερνητικό συμβούλιο συζήτησε την περιώνυμη «λίστα Βαρουφάκη».

Με την οποία εξειδικεύονται οι δεσμεύσεις της ελληνικής πλευράς στην συνεχιζόμενη διαπραγμάτευση με τους δανειστές.

Από την «σταδιακή νέα προσέγγιση στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας» και τον σεβασμό «σε ιδιωτικοποιήσεις που έχουν ολοκληρωθεί» ως τις «τράπεζες που θα λειτουργούν με υγιείς εμπορικές / τραπεζικές αρχές» και την δέσμευση της Ελλάδας «να αφαιρέσει φραγμούς στον ανταγωνισμό βασισμένη σε στοιχεία από τον ΟΟΣΑ» το πλαίσιο είναι απολύτως σαφές.

Η αναπαραγωγή του πνεύματος των προηγούμενων μνημονίων, αρωματισμένη με κάποιες (άδηλες ακόμα) δόσεις του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης».

Η παραμονή στην ζώνη του ευρώ δεν ήταν ένας εύκολος στόχος, τον οποίο θα υπηρετούσε η απάλυνση των σκληρών μέτρων μέσω ενός νεφελώδους βολονταρισμού.

Το πολύ – πολύ η τρόικα να μετεξελιχθεί φραστικά στους «εκπρο- σώπους των θεσμών»

Τακτικισμοί και σκηνικά…

politicsΗ μαγεία της εικόνας μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε συμπεράσματα, όπου οι εντυπώσεις κατισχύουν της ουσίας επίδικων υποθέσεων.

Πράγματι η συμπεριφορά του Ντάισελμπλουμ – να παρακολουθεί αποσβολωμένος τον Βαρουφάκη, ο οποίος ξιφούλκησε κατά της τρόικα- δημιούργησε αίσθηση. Πολλοί έσπευσαν να μιλήσουν για ρήξη, κάποιοι έκαναν λόγο για τυχοδιωκτικά παιχνίδια, ορισμένοι διεκτραγώδησαν την έναρξη της διαδικασίας εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ.

Μόνο που μια τέτοια επιλογή του ΥΠΕΘΟ, το απομεσήμερο της Παρασκευής (με κλειστές τις τράπεζες και το χρηματιστήριο προς το τέλος της συνεδρίασης), δείχνει προμελετημένη.

Άλλωστε το μήνυμα ότι η κυβέρνηση διαπραγματεύεται σθεναρά και δεν εγκαταλείπει προεκλογικές δεσμεύσεις των κομμάτων που την συναπαρτίζουν πρέπει να δοθεί προς κάθε κατεύθυνση – εσωτερικά και εξωτερικά της χώρας.

Μόνο που λίγοι ήταν αυτοί που πρόσεξαν μια λεπτομέρεια, η οποία είχε συντελεσθεί στο ευρωκοινοβούλιο λίγες ώρες νωρίτερα. Εκεί ο επίτροπος της Κομισιόν (Γάλλος) Π. Μοσκοβισί απάντησε γραπτά σ’ ερώτηση του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δ. Παπαδημούλη. Αντικείμενο της ερώτησης και της απάντησης, ήταν ο ρόλος της τρόικα στην Ελλάδα και το ενδεχόμενο κατάργησής της ως πανεπόπτριας της εγχώριας δημόσιας ζωής.

Ο επίτροπος απέκλεισε μεν την άμεση διάλυση του οργάνου, άφησε όμως ορθάνοιχτη την πόρτα ώστε να συμβεί κάτι τέτοιο στο ορατό μέλλον. Ουσιαστικά εγκαινίασε την συζήτηση για την επόμενη μέρα, παίρνοντας ευδιάκριτες αποστάσεις από τις άτεγκτες (και επ’ αυτού του ζητήματος) απόψεις του Βερολίνου. Άρα η ελληνική κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να στοχεύσει στο συγκεκριμένο τομέα.

Καθώς η τρόικα έχει αναγορευθεί (για λόγους που δεν είναι του παρόντος) στην πηγή της νεοελληνικής κακοδαιμονίας μετά τα μνημόνια, η απόσυρσή της από το προσκήνιο θα συνιστούσε μία πρώτης τάξης επιτυχία για την κυβέρνηση.

Το γεγονός πως θα ήταν περισσότερο συμβολική παρά πραγματική ελάχιστα ενδιαφέρει την νέα εξουσία. Επιπλέον η επικέντρωση της διαπραγμάτευσης στο συγκεκριμένο ζήτημα – τ’ οποίο δεν είναι από τα δυσκολότερα προς διευθέτηση- είναι κάτι που βολεύει αμφότερες τις πλευρές.

Η κυβέρνηση μπορεί να πιστωθεί τ’ ότι «έδιωξε την τρόικα» και οι δανειστές να φανούν πως «κατανοούν τα σφάλματά τους». Αφού βγουν κάποια τέτοια αγκάθια από το σώμα της ανοιχτής συζήτησης τα δύο μέρη μπορούν να εισέλθουν στην ουσία των προς ρύθμιση θεμάτων. Είναι κατανοητό το γιατί, λίγες μέρες μετά τις εκλογές, υπάρχει η ανάγκη ενός σκηνικού έντασης – όχι ακριβώς τεχνητής, σίγουρα ωστόσο παραφουσκωμένης.

Χωρίς συγκρούσεις δεν θα πιστοποιηθεί πως υπήρξε διαπραγμάτευση, μάλιστα επίπονη και κοπιώδης. Ούτως ώστε η τελική συμφωνία – κατά το ανέκδοτο με τον Ν. Χότζα- να φανεί ευχάριστη, χωρίς ουσιαστικά ν’ αλλάζει κάτι

Προσγείωση στην αυτοδιοικητική πραγματικότητα!

aytoΞεκίνησε και επίσημα η θητεία των αυτοδιοικητικών αρχών που εξελέγησαν τον περασμένο Μάιο, με πενταετή ορίζοντα.

Στην περιφέρεια Θεσσαλίας και στους σημαντικότερους δήμους της (για πλειάδα λόγων) επικράτησαν καινούρια σχήματα, μεταβάλλοντας σημαντικά τον σχετικό χάρτη.

Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι το ποιες δυνατότητες διαθέτουν για αλλαγή πορείας –όσο αόριστος κι αν φαίνεται αυτός ο προσδιορισμός – σε σχέση με τα ως τώρα δεδομένα.

Υποθέτοντας, για την οικονομία της ανάλυσης, πως έχουν ακέραια την βούληση να υλοποιήσουν τις προεκλογικές τους εξαγγελίες.

Χωρίς περιστροφές η απάντηση δεν ευνοεί ακόμα και τις ευγενέστερες των σχετικών φιλοδοξιών.

Από την μια η οικονομική κρίση, η πρακτική ανυπαρξία πόρων –εθνικών κυρίως, αλλά και ευρωπαϊκών δευτερευόντως – και η αποψίλωση των Ο.Τ.Α. από το απαραίτητο έμψυχο δυναμικό δημιουργούν ένα αξεπέραστο κλοιό που οδηγεί σε χρηματοδοτική ασφυξία.

Από την άλλη οι δρακόντειοι περιορισμοί στα περιθώρια αυτοδιοίκησης των θεσμικών οντοτήτων πρώτου και δευτέρου βαθμού ουσιαστικά οδηγούν σε επανοικειοποίηση των κρίσιμων εξουσιών από το κεντρικό κράτος.

Άλλωστε η μακράς πνοής παρουσία της «Task Force» και η άγρυπνη παρακολούθηση από τον Ράιχενμπαχ, τον Φούχτελ και τους συνεργάτες τους εγγυάται μια τέτοια διαδικασία. Επομένως απαιτείται ένας επαναπροσδιορισμός σχέσεων και η ανάγκη επαναδιεκδίκησης αρμοδιοτήτων αλλά και των πόρων που αντιστοιχούν.

Την ίδια στιγμή και παράλληλα με αρμοδιότητες και πόρους πρέπει να ξανατεθεί στο επίκεντρο της νέας αυτοδιοικητικής περιόδου, η φυσιογνωμία της Τ.Α. Να ξανακερδηθούν συμμετοχικές και δημοκρατικές διαδικασίες και κυρίως στο επίπεδο του Α’ βαθμού να ξαναθυμηθούμε τις γειτονιές και τις λαϊκές συνελεύσεις. Είναι επιλογές που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την τροϊκανή λογική που θέλει μιας απονευρωμένη και ακίνδυνη για το κεντρικό κράτος Τ.Α. Επιλογές όμως που μπορούν να αποκαταστήσουν τη χαμένη εμπιστοσύνη του πολίτη προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Επιλογές που θα βοηθήσουν τον καθένα να αντιληφθεί πως η συμμετοχή του στην Αυτοδιοίκηση δεν είναι ζήτημα άσκησης της όποιας διοίκησης (άλλως, διαχείρισης) αλλά ζήτημα δημοκρατίας.

Να το πούμε διαφορετικά, χωρίς σύγκρουση με το πλέγμα που περιγράψαμε το τέλος της διαδρομής είναι μαθηματικά προσδιορισμένο.

Η κρίσιμη απορία αφορά το πώς θα υπάρξουν τα κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα μιας ρηξικέλευθης προοπτικής.

Όταν, επί δεκαετίες, ένα μεγάλο μέρος αυτοδιοικητικών και πολιτικών διαπαιδαγωγήθηκε σε λογικές (κομματικής) νομής εξουσίας, απροκάλυπτης συναλλαγής και πρόσδεσης στ’ άρματα επιχειρηματικών και συντεχνιακών συμφερόντων.

Απαιτείται ένα είδος υπέρβασης και άτυπης αυτοκριτικής όλων μας –κυρίως εκείνων που έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης στις τοπικές κοινωνίες.

Θα ήταν ελπιδοφόρο να συνέβαινε κάτι τέτοιο, μόνο που δείγματα αντίστοιχων αναζητήσεων δεν έχουν φανεί στον ορίζοντα… Ίσως να είναι νωρίς…

Επιχείρηση «Πουλήστε όσο – όσο»

enfia3Ο ΕΝ.ΦΙΑ έχει προκαλέσει μια σειρά προβλημάτων, ακόμα και αποριών. Μόνο που οι ακρότητες που εμφανίσθηκαν σε κάποιες περιπτώσεις δεν αναιρούν την βασική στόχευση του μέτρου.

Αυτή δεν είναι άλλη από την ανασύνταξη της αγοράς ακινήτων (κύρια κατοικιών) μέσω της άσκησης ασφυκτικής εισοδηματικής πίεσης στους ιδιοκτήτες.

Για πολιτικούς λόγους το μετεμφυλιακό καθεστώς, επιθυμώντας να αμβλύνει τις κοινωνικές εντάσεις, διευκόλυνε την διαδικασία απόκτησης ιδιόκτητης στέγης για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Η περίφημη «αντιπαροχή» και τα ευνοϊκά στεγαστικά δάνεια πήγαν χέρι-χέρι με τα αυθαίρετα που νομιμοποιούνταν κατά κύματα σε μελλοντικούς χρόνους.

Αποτέλεσμα το 90% των κατοίκων της χώρας να διαθέτει δικό του σπίτι. Αργότερα προστέθηκαν και τα τραπεζικά δάνεια, που δημιούργησαν νέας εσοδείας τετελεσμένα.

Η οικονομική κρίση δεν σημαίνει απλά την φτωχοποίηση της συντριπτικής πλειονότητας, επιβάλει και την αλλαγή σχέσεων και δεδομένων. Πλέον η κοινωνική σύμβαση για ικανοποίηση του –συνταγματικά κατοχυρωμένου– δικαιώματος στην κατοικία, παύει να έχει νόημα για τους δανειστές και την συγκυβέρνηση.

Η τρόικα πιέζει ώστε να υποχρεωθεί να πουλήσει το σπίτι του όποιος αδυνατεί να καταβάλει τα διαρκή χαράτσια. Συνεπώς η φορολογία αποτελεί το εργαλείο της αλλαγής χεριών στην ιδιοκτησία των ακινήτων –επικουρικά δρουν και οι ρυθμίσεις για τα «κόκκινα δάνεια».

Μάλιστα εμφανίζεται με διπλή μορφή. Πρώτα μέσω της φορολογίας εισοδήματος, για όσους εμφανίζουν έσοδα από την διαχείριση της ακίνητης περιουσίας τους. Δεύτερον ως φόρος κατοχής ακινήτων, είτε με το χαράτσι της ΔΕΗ μέχρι πρόσφατα, είτε με την μονιμοποίηση του ΕΝ.ΦΙΑ από τούδε και στο εξής.

Η παγίωση αμφότερων των υποχρεώσεων (για την πρώτη φυσικά δεν υφίσταται ζήτημα) αποδεικνύει το μακροπρόθεσμο των στοχεύσεων.

Τα 2,65 δις ευρώ που προβλέπει η είσπραξη μέσω ΕΝ.ΦΙΑ είναι ιλιγγιώδες ποσό, με βάση την φοροδοτική ικανότητα των περισσοτέρων. Επομένως κάποια στιγμή θα βγάλουν στο σφυρί το σπίτι τους αφού δεν θα μπορούν να ανταπεξέλθουν στο κόστος των αλλεπάλληλων αφαιμάξεων.

Ώστε να το αποκτήσουν, σε εξευτελιστική τιμή, τραπεζίτες ή μεγαλοκατασκευαστές.

 

Προσχήματα και ρόλοι

EurokoinovoulioΜια πλευρά του τρόπου λειτουργίας των υπερεθνικών θεσμών και οργανισμών αφορά την ύπαρξη ενός είδους «εσωτερικής αντιπολίτευσης». Δίκτυα προσώπων ή άτυπες οργανώσεις που οργανώνουν έναν αντίλογο στους μηχανισμούς που οικοδομεί η ωρίμανση του «οικουμενικού καπιταλισμού».

Λόγου χάρη τα χρόνια της μετεξέλιξης του ΝΑΤΟ σε οργανισμό διεξαγωγής «ανθρωπιστικών πολέμων» ήταν ορισμένες συστημικές Μ.Κ.Ο.  που κατήγγειλαν τις βαρβαρότητες των βομβαρδισμών στην πρώην Γιουγκοσλαβία.  Κάποιες ήταν αυτές που ζητούσαν την επέμβαση του ΝΑΤΟ, για την σωτηρία αμάχων και προσφύγων.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το ψήφισμα της επιτροπής του ευρωκοινοβουλίου, για τον ρόλο της τρόικα (Δ.Ν.Τ., Ε.Ε., Ε.Κ.Τ.) στις υπό πτώχευση χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Σε αυτό επισημαίνεται πως η δράση της έσωσε τέσσερις χώρες από την χρεοκοπία, ωστόσο η «άνιση κατανομή των ευθυνών» μεταξύ των εταίρων της τριμερούς συνέβαλε «στην απουσία του κατάλληλου ελέγχου και της απαραίτητης δημοκρατικής λογοδοσίας στο σύνολό της».

Σημειώνεται πως τα θεσμικά όργανα της ΕΕ αποτελούν τον «αποδιοπομπαίτράγο» για τις ευθύνες που (κατά τους δύο συντάκτες της έκθεσης, χριστιανοδημοκράτη και σοσιαλδημοκράτη) ανήκουν στους υπουργούς οικονομικών των κρατών –μελών της Ε.Ε. Ζητείται να υπάρξουν ευρωπαϊκές «κατευθυντήριες γραμμές» για τον δημοκρατικό έλεγχο των αποφάσεων και καλείται το Eurogroup να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τα προγράμματα διάσωσης.

Συνοψίζοντας αυτό που αναφέρει η έκθεση είναι πως στο πλαίσιο διευθέτησης των προβλημάτων με τις υπερχρεωμένες χώρες δεν υπάρχει κάποια σοβαρή ένσταση, οι διαφωνίες έχουν να κάνουν με τους φορείς (και τα επίπεδα) νομιμοποίησης των αποφάσεων της τρόικα.

Τα τοπικά κοινοβούλια οφείλουν να λειτουργούν ως χώροι διαβούλευσης και αποστολής προτάσεων, ωστόσο οι κρίσιμες αποφάσεις οφείλουν να λαμβάνονται σε μη αιρετά και υπερεθνικά όργανα, όπως το Eurogroup.

Το ευρωκοινοβούλιο αναζητεί κάποιο ρυθμιστικό ρόλο σε ένα σύστημα σχέσεων όπου κυριαρχούν πρόσωπα που εκπροσωπούν επιχειρηματικά συμφέροντα και ανέλεγκτοι τραπεζίτες. Η τήρηση των κοινοβουλευτικών προσχημάτων δεν πρέπει να συγχέεται με την διαφάνεια και τον κοινωνικό έλεγχο, πολύ περισσότερο με την, απόβλητη στις μέρες μας, κοινωνική δημοκρατία