Πόση περηφάνια τελικά;

Κάποιες απαραίτητες διευκρινήσεις αρχικά:

  1. «Το «Ινστιτούτο Μπρούκινγκς»

Στις 22 Ιανουαρίου το «Brookings Institute» («Ινστιτούτο Μπρούκινγκς»), διοργανώνει εκδήλωση  με προσκεκλημένο τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα.

Το λεγόμενο Ινστιτούτο είναι ένας «μη κερδοσκοπικός οργανισμός» που στηρίζεται από το  κράτος των ΗΠΑ και έχει έδρα την Ουάσιγκτον.

Όπως το ίδιο σημειώνει στην ιστοσελίδα του: «η αποστολή μας είναι να διεξάγουμε υψηλής ποιότητας, ανεξάρτητη έρευνα και με βάση αυτή την έρευνα να παρέχουμε καινοτόμες πρακτικές συστάσεις με τρεις γενικούς στόχους:

  1. Ενίσχυση της αμερικανικής δημοκρατίας
  2. Ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας, της ασφάλειας και των ευκαιριών όλων των Αμερικανών
  3. Εξασφάλιση ενός πιο ανοιχτού, ασφαλούς, ευημερούντος διεθνούς συστήματος συνεργασίας».

Αυτά βέβαια είναι η βιτρίνα  πίσω από την οποία  βρίσκεται η πραγματικότητα μιας λεγόμενης «δεξαμενής σκέψης» (Think tank) που προωθεί τους  στόχους της εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α. ( αυτό που κάποιες άλλες εποχές λέγαμε αμερικάνικο ιμπεριαλισμό). Στις τάξεις του υπάρχουν όλων των ειδών τα στελέχη διαφόρων υπηρεσιών, διπλωμάτες, επιχειρηματίες, ακαδημαϊκοί. Έχει ιδρυθεί το 1916, αναγνωρίζεται και από τα δύο αστικά κόμματα στις ΗΠΑ, Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους, ωστόσο έχει πιο στενούς δεσμούς με τους Δημοκρατικούς.

Σημερινός πρόεδρός του είναι ο Στρομπ Τάλμποτ, με καριέρα δημοσιογράφου (σοβιετολόγου), κυβερνητικού συμβούλου, ακαδημαϊκού και ειδικού σε θέματα εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, με εξειδίκευση σε Ευρώπη, Ρωσία, Ανατολική Ασία και πυρηνικά). Ο Τάλμποτ ήταν υφυπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Μπιλ Κλίντον (1994 – 2001).

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι και ο τρόπος που αναπτύσσει την παρέμβασή του στην Κούβα, όπου σε ντοκουμέντο του με τίτλο «Η νέα οικονομία της Κούβας και η διεθνής απάντηση» σημειώνει: «Ο πρώτος παράγοντας που καθυστερεί την κουβανική οικονομία δεν είναι οι κυρώσεις από τις ΗΠΑ (αν και ιδιαίτερα σκληρές) αλλά το σύστημα κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας της». Επίσης ανοιχτά υποστηρίζει ότι πρέπει να ανατραπεί το κοινωνικοοικονομικό σύστημα μέσω της οικονομικής διείσδυσης «ως λύσης για να μην προκληθεί ένας αιματηρός εμφύλιος». Παρεμβάσεις τέτοιου είδους γίνονται και για πολλές άλλες χώρες και κυβερνήσεις που δεν αρέσουν στους Αμερικανούς. Αυτοί είναι συνομιλητές του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος άλλωστε δεν έχει κρύψει τη συμπάθειά του για την πολιτική των Η.Π.Α…

  1. Η Αμάντα Σλοτ,  είχε διατελέσει βοηθός υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα…

Πως συνδέονται αυτά με την Ελλάδα;

Σε ανάλυση του λοιπόν το Ινστιτούτο Brookings, που υπογράφει η Αμάντα Σλότ, αναφέρεται στη συμφωνία με τα Σκόπια και τη χαρακτηρίζει «θρίαμβο της υπομονετικής διπλωματίας»!

Αποκαλύπτει ταυτόχρονα το ποιοι και γιατί βρίσκονται πίσω από αυτή:

«Ενώ διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις υποστήριξαν ενεργά αυτή τη προσπάθεια, η κυβέρνηση Τραμπ αξίζει να επαινεθεί για την αθόρυβη εμπλοκή της που βοήθησε στο να καλυφθεί η τελική ευθεία…Οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν σε μια αθόρυβη διπλωματία τους τελευταίους μήνες, με επικεφαλής τον υφυπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Γουές Μίτσελ και με την υποστήριξη των πρεσβευτών στην Αθήνα και τα Σκόπια. Κατά τη διάρκεια επίσκεψης που πραγματοποίησε τον Μάρτιο στη περιοχή, ο Μίτσελ ορθώς παρατήρησε ότι οι συνθήκες για την επίτευξη συμβιβασμού ήταν καλύτερες από ποτέ», αναφέρει η Αμάντα Σλοτ στο κείμενο της.

Τα αποτελέσματα της συμφωνίας, σύμφωνα με την Αμάντα Σλοτ:

* Η συμφωνία θα δώσει στην Αθήνα τη διαβεβαίωση ότι θα έχει έναν γείτονα που θα είναι σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και θα βρίσκεται σε ενταξιακή πορεία προς την ΕΕ.

* Επιπλέον, θα ενισχύσει το αίσθημα συμμετοχής των Σκοπίων στη διεθνή κοινότητα και θα αυξήσει τους εμπορικούς και επενδυτικούς δεσμούς ανάμεσα στις δύο χώρες (Ελλάδα και πΓΔΜ).

* Η ευρωατλαντική ένταξη θα συμβάλει στην εδραίωση της δημοκρατίας στην πΓΔΜ, στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων για την ελεύθερη οικονομία και στην καταπολέμηση της διαφθοράς.

* Επίσης, η συμφωνία θα βοηθήσει στην αναχαίτιση της αυξανόμενης επιρροής τρίτων χωρών στα Δυτικά Βαλκάνια, όπως η Ρωσία, η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία.

* Τέλος, η επίλυση αυτής της μακρόχρονης διένεξης επαναφέρει την ελπίδα σε μια περιοχή που ταλανίζεται από συγκρούσεις και πιστοποιεί την αξία που έχει η διαρκής διπλωματική δέσμευση για την επίλυση των θεμάτων.

Έτσι απλά το πώς εξυπηρετούνται τα γεωπολιτικά συμφέροντα των Η.Π.Α. στην περιοχή!

Υπάρχει βεβαίως και η αναφορά στους «χρήσιμους» της ιστορίας:

«Μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων, αυτοί οι νέοι, προοδευτικοί πρωθυπουργοί βρήκαν κοινό έδαφος και επέδειξαν πολιτικό θάρρος για να κάνουν δύσκολους συμβιβασμούς»

Τέλος σημειώνει ότι: « ο δρόμος για την εφαρμογή της συμφωνίας θα είναι δύσκολος: γίνεται αναφορά στις εσωτερικές αντιδράσεις που έχουν πυροδοτήσει οι εκατέρωθεν συμβιβασμοί που έγιναν από τις δύο πλευρές, ενώ απαριθμούνται και οι εσωτερικοί πολιτικοί συσχετισμοί που θα μπορούσαν να διαταράξουν την ομαλή πορεία για την επικύρωση της. Μάλιστα εκφράζεται η ανησυχία πως η Ρωσία διεξάγει «πόλεμο παραπληροφόρησης» για να ενισχύσει τις δυνάμεις που αντιτίθενται στη λύση στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής για την αναχαίτιση της περαιτέρω επέκτασης του ΝΑΤΟ στην περιοχή των Βαλκανίων»

Χρειάζονται ιδιαίτερες αναλύσεις για να κατανοήσει κάποιος πως και γιατί οι δύο χώρες οδηγήθηκαν στη συμφωνία; Ποιών τα γεωστρατηγικά συμφέροντα εξυπηρετούνται; Γιατί έπρεπε να ξεπεραστεί το εμπόδιο της Ελλάδας προκειμένου τα Σκόπια να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ;

Χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να κατανοήσουμε ποιοι και γιατί ξεπερνώντας εθνικές ευαισθησίες και ιστορικές κόκκινες γραμμές επέβαλαν τον συμβιβασμό με τους συγκεκριμένους όρους;

Σημείωση: Η συγκεκριμένη ανάλυση δημοσιεύεται στο periodista.gr (προσκείμενο στο ΣΥΡΙΖΑ), προφανώς χωρίς να έχουν διαβάσει το περιεχόμενό της….

Το άρθρο ΕΔΩ

 

Advertisements

Η σατανική συμμαχία Τραμπ-Πούτιν και η νέα μοιρασιά του κόσμου

putin_trump1Το συγκεκριμένο άρθρο υπογράφει ο Ισπανός ιστορικός Σάντος Χουλιά και δημοσιεύτηκε στην El Pais. Οφείλω να ομολογήσω ότι είναι, ότι καλύτερο και ότι πιο ενδιαφέρον διάβασα τελευταία για το πώς διαμορφώνονται οι νέες παγκόσμιες ισορροπίες:

Πόσο μακριά ακούγονται κι ας διατυπώθηκαν μόλις χθες οι προβλέψεις εκείνων των πολιτικών και κοινωνικών επιστημόνων, όταν έσβηνε ο 20ός αιώνας, για το τέλος του εθνικού κράτους και την επικείμενη αντικατάστασή του από μετα- και υπερ-εθνικά πολιτικά συστήματα!

 Δύο ήταν τα βασικά προγνωστικά αυτής της επιστημονικής λεγεώνας. Πρώτον, ότι το εθνικό κράτος θα κατέρρεε μπροστά στην παγκοσμιοποίηση. Δεύτερον, ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία θα αποκτούσε οικουμενικό χαρακτήρα μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και το τέλος της σοβιετοκομμουνιστικής δικτατορίας. Αντί γι’ αυτά, βλέπουμε τις δύο μεγάλες δυνάμεις που μοιράστηκαν τον κόσμο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να συγκροτούν σήμερα μια σατανική συμμαχία για να κάνουν μια νέα μοιρασιά, κτίζοντας τείχη στα σύνορά τους.

 Το ότι η μεγάλη συμμαχία του μέλλοντος θα έχει επικεφαλής το δίδυμο Πούτιν-Τραμπ, με την Κίνα να υπερασπίζεται το ελεύθερο εμπόριο, είναι κάτι που ούτε οι πιο ριζοσπάστες αντικαπιταλιστές δεν θα μπορούσαν να φανταστούν. Θα χρειαζόμασταν έναν Λένιν, ειδικό σε άλλου τύπου προβλέψεις, για να μας εξηγήσει ποιο στάδιο της εξέλιξης του καπιταλισμού είναι αυτό στο οποίο εισερχόμαστε με υπερηχητική ταχύτητα.

 Μια δεύτερη απόδειξη ότι το εθνικό κράτος κάθε άλλο παρά καταρρέει είναι η μανία που έχει καταλάβει όλο τον κόσμο να οικοδομήσει ο καθένας το δικό του κράτος. Ή, στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επρόκειτο να είναι ένα υπερεθνικό πολιτικό σύστημα, το πάθος με το οποίο τόσοι ή μάλλον τόσες πολιτικοί έχουν βαλθεί να μετατρέψουν αυτό το όνειρο σε εφιάλτη. Η Τερέζα Μέι στο άλλοτε Ηνωμένο Βασίλειο και η Μαρίν Λεπέν στην άλλοτε πατρίδα όλων των πατρίδων, πολύ εθνικίστριες, πολύ πατριώτισσες, είναι πεισμένες ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι τίποτα άλλο από ένα οικοδόμημα που πρέπει να γκρεμιστεί.

 Όσο για τον οικουμενικό χαρακτήρα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, διαψεύδεται κι αυτός. Το τρίτο κύμα του εκδημοκρατισμού, που σύμφωνα με τον Χάντινγκτον σάρωνε τον κόσμο στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, πέθανε στις παραλίες του 21ου αιώνα. Η ευφορία με την οποία το Journal of Democracy ανήγγελλε τον Ιανουάριο του 2000 ότι οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες ξεπέρασαν τις 100, έναντι μόλις 36 το 1974, και ότι κατόπιν αυτού ο Τοκβίλ είχε νικήσει τον Μαρξ τώρα είμαστε όλοι τοκβιλιστές, έγραψαν μετατράπηκε μέσα σε μια πενταετία σε αβεβαιότητα: αρκετές από τις ανακηρυχθείσες νέες δημοκρατίας αποδείχθηκε ότι ήταν ανελεύθερες, αφού συνδύαζαν τις εκλογές με δραστικές μειώσεις των ατομικών δικαιωμάτων. Κι έτσι αποδείχθηκε ότι η πραγματοποίηση εκλογών δεν συνιστά πάντα απόδειξη της ύπαρξης της δημοκρατίας αφού η τελευταία προϋποθέτει τη διάκριση και την ισορροπία των εξουσιών.

 Φαίνεται τελικά πως το περίφημο τρίλημμα του Ντάνι Ρόντρικ ότι πρέπει να διαλέξουμε δύο από τα τρία: δημοκρατία, εθνικό κράτος, παγκοσμιοποίηση είναι κάτι παραπάνω από ένα κλισέ για τις αίθουσες διδασκαλίας των αγγλόφωνων πανεπιστημίων. Και ότι πρέπει πράγματι να κάνουμε αυτή την περίφημη επιλογή. Αυτό που δεν περιέλαβε ο Ρόντρικ στο τρίλημμά του είναι ότι η επιλογή του εθνικού κράτους στη σημερινή εποχή προϋποθέτει ένα ΟΧΙ στην παγκοσμιοποίηση και ταυτόχρονα ένα ΟΧΙ στη δημοκρατία. Για να το πούμε διαφορετικά: όπως συνέβη και τη δεκαετία του ’30, η άνοδος των εθνικισμών οδηγεί στο τέλος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως μορφής του εθνικού κράτους και στο τέλος της ελεύθερης αγοράς ως μορφής της καπιταλιστικής οικονομίας.

 Σε τελευταία ανάλυση, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι ήταν αυτό που αποκαλούμε σήμερα εκλεγμένοι μονάρχες. Κι αυτό που έκαναν στα κράτη τους ήταν να τα μετατρέψουν από φιλελεύθερες δημοκρατίες συστήματα που τους έφεραν στην εξουσία σε προστατευτικές μοναρχίες. Ενώ οι Βρετανοί υποστήριζαν μέχρι την τελευταία στιγμή ότι είναι δυνατές οι συμφωνίες μαζί τους για τις σφαίρες επιρροής, ότι είναι δυνατός ο «κατευνασμός» τους.

 Ο Πούτιν και ο Τραμπ δεν είναι Χίτλερ και Μουσολίνι, σύμφωνοι (αν και η Τερέζα Μέι έχει κάτι από Τσάμπερλεν). Ούτε η Ρωσία και οι ΗΠΑ είναι σήμερα αυτό που ήταν η Γερμανία και η Ιταλία τις δεκαετίες του ’20 και του ’30. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι το κύμα που οδήγησε δύο φορές την ανθρωπότητα στην καταστροφή των δύο μεγάλων πολέμων δεν είναι ανάλογο με το κύμα που έφερε στην εξουσία αυτούς τους δύο εκλεγμένους μονάρχες. Το κύμα αυτό έχει όνομα: λέγεται εθνικισμός, και κανείς δεν μπόρεσε να προβλέψει την τρομερή καταστροφική του δύναμη ως τη στιγμή που τέθηκε σε κίνηση.

 Πηγή: El Pais

 

 

Κίνδυνος συντριβής στις συμπληγάδες…

Τα όσα διαμείβονται με την Ελλάδα και το κρατικό της χρέος εγγράφονται σε ευρύτερους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.

Αυτή την ιστορική περίοδο υπάρχουν τρία κρατικά συγκροτήματα που συγκρούονται για την παγκόσμια κυριαρχία: οι ΗΠΑ (που ηγεμονεύουν), η ανακάμπτουσα Ρωσία και η ανατέλλουσα Κίνα. Ειδικά στον χώρο της Ευρώπης επιχειρείται η ανάδυση ενός τέταρτου, υπό την γερμανική κυριαρχία.

Οι πιθανότητες να ολοκληρωθεί αυτό το εγχείρημα είναι από πεπερασμένες έως ανύπαρκτες. Καθώς, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο και το ξήλωμα των αποικιοκρατικών δυνάμεων της «γηραιάς ηπείρου», ο χώρος της Ευρώπης αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Η κρίση της Ουκρανίας αποτελεί (μετά το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού) μια υπόμνηση του ότι ο πόλεμος «χαμηλής έντασης» συνεχίζεται.

Αυτό που συντελείται τούτη την ώρα είναι η έξοδος των ΗΠΑ από την οικονομική κρίση που τις είχε ταλανίσει.

Αυτό το γεγονός συνοδεύεται από την δυναμική επάνοδο στον ευαίσθητο χώρο της Μεσογείου και της Μ. Ανατολής.

Από την δική της πλευρά η Ρωσία, μετά την απώλεια των οικονομικών της προγεφυρωμάτων στην Κύπρο, καλοβλέπει μία συνεργασία με την Ελλάδα – ειδικά τώρα που βρίσκεται σε ψυχροπολεμικές σχέσεις με την Ε.Ε., και την Γερμανία κατά πολιτική προτεραιότητα.

Παρά τους ανοιχτούς λογαριασμούς που έχουν μεταξύ τους ΗΠΑ και Ρωσία εν τούτοις συμπίπτουν τακτικά σ’ ένα ζήτημα: ότι αμφότερες κινούνται σ’ αντίθετη κατεύθυνση με την Μέρκελ και τους συμμάχους της. Αυτή είναι άλλωστε και η διαφορά ανάμεσα στα (υπερεθνικά) κρατικά συγκροτήματα, που έχουν ωστόσο πολιτικοστρατιωτικά κέντρα, από τα εθνικά κράτη του πρόσφατου παρελθόντος. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο προσπαθεί να κινηθεί η νέα ελληνική κυβέρνηση.

Είναι προφανές πως, καθώς πλήττεται (όπως και η χώρα) από τις συνέπειες της γερμανικής λιτότητας προτιμά την συμπόρευση με την αμερικανικής κοπής ανάπτυξη. Ενώ, λόγω των προνομιακών δεσμών Ελλάδας – Ρωσίας, θα ήθελε να αξιοποιήσει  και αυτή την δυνατότητα. Πρόκειται για ένα παιχνίδι υψηλού ρίσκου, αφού η κυβέρνηση Τσίπρα είναι καταδικασμένη να χρησιμοποιηθεί από υπέρτερες (των ορίων δικού της ελέγχου) δυνάμεις.

Κινδυνεύοντας να συντριβεί στις συμπληγάδες των ανταγωνισμών.

 

 

Μπίζνες μέσω … πολέμου

ukr1Ο ξεχασμένος, από πολλούς, πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί μια κανονικότητα στην ανατολική Ευρώπη.

Από την μια η κυβέρνηση του Κιέβου, με την στήριξη των δυτικών δυνάμεων κι από την άλλη οι ρωσόφωνοι αυτονομιστές υπό την αιγίδα του Πούτιν.

Εκατόμβες αμάχων, βομβαρδισμοί συνοικιών, στρατιωτικές επιχειρήσεις – για τα οποία αλληλοκατηγορούνται οι εμπόλεμοι. Μετά την Γιουγκοσλαβία οι αιμοβόρες δράσεις κρατικών και παραστρατιωτικών δυνάμεων επανέκαμψαν στο έδαφος της «γηραιάς ηπείρου».

Πάνω στις σφαγές και τον εθνικιστικό παροξυσμό που κυριαρχεί – ένθεν κι εκείθεν παίζεται μια μεγάλη παρτίδα γεωπολιτικού πόκερ. Μάλιστα ετοιμάζεται η αναβάθμιση του επιπέδου βίας, μετά την αποτυχία των ως τώρα διπλωματικών προσπαθειών γι’ αποκλιμάκωση της σύγκρουσης.

Καθώς η Ουάσιγκτον, η οποία καθοδηγεί τον ουκρανικό στρατό (στο πλευρό του οποίου μάχονται κι επαγγελματίες μισθοφόροι αλλοδαπής προέλευσης) ετοιμάζεται να στείλει νέες ποσότητες όπλων και συναφούς πολεμικού υλικού.

Ώστε να συνεχίζει να μάχεται, δι’ αντιπροσώπων των συμφερόντων των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, κατά των αντίστοιχων ρωσικών.

Συμμετρικά το καθεστώς Πούτιν στηρίζει κι εξοπλίζει τους ρωσόφωνους αντάρτες, που έχουν ανακηρύξει την στρατοκρατούμενη «δημοκρατία» τους στα εδάφη που κατέχουν.

Επί της ουσίας η έμμεση επέμβαση των ΗΠΑ έχει ένα στόχο: την (ταυτόχρονη) αποδυνάμωση τόσο της Ρωσίας όσο και της Γερμανίας.

Για την πρώτη η εγκατάσταση υποδομών στρατιωτικής σημασίας στα δυτικά της σύνορα με την Ε.Ε. συνεπάγεται διαρκή παρενόχληση (επιπλέον πολιτική και οικονομική) στον μεγάλο, και μεταψυχροπολεμικά, αντίπαλο. Όμως οι συνέπειες αφορούν και την Γερμανία, που ανησυχεί από την ανάφλεξη σε ζώνη άμεσης επιρροής της. Διαπιστώνοντας πως επανακάμπτει, έστω από το παράθυρο, ο αμερικανικός παράγοντας.

Εξ’ ού και η αντίδραση της καγκελαρίου Μέρκελ στο σχέδιο των ΗΠΑ, που θα εξοπλίσουν περαιτέρω τα στρατεύματα της Ουκρανίας.

Η μέχρι τώρα τροπή των εξελίξεων ευνοεί την υπερατλαντική υπερδύναμη, η οποία επανέκαμψε δριμύτερη στον ευαίσθητο αυτό γεωπολιτικό χώρο. Χρησιμοποιώντας εργαλειακά τον ουκρανικό εθνικισμό και την κρατική του συγκρότηση. Κάτι ανάλογα φυσικά πράττει και ο Βλ. Πούτιν, μ’ εντολοδόχους του τους ρωσόφωνους εθνικιστές. Η διαφορά έγκειται στ’ ότι οι μάχες δίνονται κοντά στα ρωσικά σύνορα και όχι χιλιάδες χιλιόμετρα μακρύτερα – όπως συμβαίνει για τον υπερατλαντικό μέντορα της Ουκρανίας.

Γι’ αυτό και η εκεχειρία, που επιτεύχθηκε πριν λίγες μέρες, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα μακροημερεύσει.

 

Αθλιότητα και αγυρτεία

oukraniaΟι αιματηρές συγκρούσεις ανέδειξαν τη «νέα τάξη» στα πράγματα της Ουκρανίας.

Ο φιλορώσος Β. Γιαννουκόβιτς εξαναγκάσθηκε σε άτακτη φυγή και (μέσω αντιπροσώπου) ανήλθε στην εξουσία η εκλεκτή της δύσης Γ. Τιμοσένκο. Σε μια αδυσώπητη σύγκρουση δεν υπάρχουν περιθώρια για θεσμικούς κανόνες και συνταγματικά προσχήματα. Ο εκδιωχθείς πρόεδρος μπορεί να επιμένει πως δεν παραιτείται, ωστόσο ο προσωρινός του διάδοχος εγκαταστάθηκε «δόξη και τιμή».

Μια προαιώνια σύγκρουση μεταξύ της Ρωσίας (ακόμα και επί ΕΣΣΔ) και ουκρανικού εθνικισμού είχε ένα επιπλέον επεισόδιο.

Θεμέλιο της ρήξης είναι το άσβεστο μίσος ανάμεσα στις διαιρεμένες (εθνολογικά και γεωγραφικά) περιοχές της χώρας. Πάνω σε αυτό εδράζονται οι πολεμικού τύπου συρράξεις κρατικών και παραστρατιωτικών δυνάμεων, ένθεν κι εκείθεν. Εκεί ακριβώς επενδύουν τα διεθνή συμφέροντα, αξιοποιώντας κατά το δοκούν τις αντιμαχόμενες πλευρές.

Ο Πούτιν στήριξε με κάθε τρόπο τον Γιαννουκόβιτς, μιας και εκείνος του εξασφάλισε την διεύρυνση της ζώνης επιρροής της Ρωσίας στην ανατολική Ευρώπη. Αντίστοιχα οι ΗΠΑ (κυρίως αυτές) και η Ε.Ε. υιοθέτησαν τις κινητοποιήσεις της ουκρανικής αντιπολίτευσης, ακόμα και αν ανάμεσα στους διαδηλωτές υπήρχαν άριστα εξοπλισμένες φασιστικές ομάδες. Η αλληλοσφαγή αποτελεί προϋπόθεση της διεθνούς παρέμβασης.

Αφού εν ονόματι του «ανθρωπισμού» (το νέο δόγμα του ΝΑΤΟ, που εγκαινιάσθηκε στον πόλεμο της πρώην Γιουγκοσλαβίας) δημιουργείται το απαραίτητο προς τούτο ηθικό και πολιτικό κλίμα.

Το αν ο «ανθρωπισμός» εμφανίσει το πρόσωπο της διπλωματικής ή στρατιωτικής επέμβασης είναι θέμα στρατηγικής επιλογής και τακτικής σκοπιμότητας.

Εκείνο που έχει σημασία να κατανοηθεί είναι πως στα δύο στρατόπεδα που αντιπαλεύουν στην Ουκρανία δεν υπάρχουν διαφορές αρχών αλλά ένα (επίζηλο) έπαθλο: το λυσσαλέο πάθος για κυριαρχία. Η κοινωνική δημοκρατία –παρά τις υποκριτικές επικλήσεις- απουσιάζει από το περιεχόμενο των εκατέρωθεν πράξεων.

Εκατομμύρια άνθρωποι αποτελούν (εθελουσίως και μη) τις ασπίδες πίσω από τις οποίες κρύβονται τα πιο ποταπά συμφέροντα.

Οι δυνάστες εναλλάσσονται, η κοινωνική αθλιότητα περισσεύει την ώρα που θριαμβεύουν οι «εθνικές ρητορικές».

 Η εποχή προσφέρεται για την αποθέωση της αθλιότητας και της αγυρτείας.