Η σατανική συμμαχία Τραμπ-Πούτιν και η νέα μοιρασιά του κόσμου

putin_trump1Το συγκεκριμένο άρθρο υπογράφει ο Ισπανός ιστορικός Σάντος Χουλιά και δημοσιεύτηκε στην El Pais. Οφείλω να ομολογήσω ότι είναι, ότι καλύτερο και ότι πιο ενδιαφέρον διάβασα τελευταία για το πώς διαμορφώνονται οι νέες παγκόσμιες ισορροπίες:

Πόσο μακριά ακούγονται κι ας διατυπώθηκαν μόλις χθες οι προβλέψεις εκείνων των πολιτικών και κοινωνικών επιστημόνων, όταν έσβηνε ο 20ός αιώνας, για το τέλος του εθνικού κράτους και την επικείμενη αντικατάστασή του από μετα- και υπερ-εθνικά πολιτικά συστήματα!

 Δύο ήταν τα βασικά προγνωστικά αυτής της επιστημονικής λεγεώνας. Πρώτον, ότι το εθνικό κράτος θα κατέρρεε μπροστά στην παγκοσμιοποίηση. Δεύτερον, ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία θα αποκτούσε οικουμενικό χαρακτήρα μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και το τέλος της σοβιετοκομμουνιστικής δικτατορίας. Αντί γι’ αυτά, βλέπουμε τις δύο μεγάλες δυνάμεις που μοιράστηκαν τον κόσμο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να συγκροτούν σήμερα μια σατανική συμμαχία για να κάνουν μια νέα μοιρασιά, κτίζοντας τείχη στα σύνορά τους.

 Το ότι η μεγάλη συμμαχία του μέλλοντος θα έχει επικεφαλής το δίδυμο Πούτιν-Τραμπ, με την Κίνα να υπερασπίζεται το ελεύθερο εμπόριο, είναι κάτι που ούτε οι πιο ριζοσπάστες αντικαπιταλιστές δεν θα μπορούσαν να φανταστούν. Θα χρειαζόμασταν έναν Λένιν, ειδικό σε άλλου τύπου προβλέψεις, για να μας εξηγήσει ποιο στάδιο της εξέλιξης του καπιταλισμού είναι αυτό στο οποίο εισερχόμαστε με υπερηχητική ταχύτητα.

 Μια δεύτερη απόδειξη ότι το εθνικό κράτος κάθε άλλο παρά καταρρέει είναι η μανία που έχει καταλάβει όλο τον κόσμο να οικοδομήσει ο καθένας το δικό του κράτος. Ή, στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επρόκειτο να είναι ένα υπερεθνικό πολιτικό σύστημα, το πάθος με το οποίο τόσοι ή μάλλον τόσες πολιτικοί έχουν βαλθεί να μετατρέψουν αυτό το όνειρο σε εφιάλτη. Η Τερέζα Μέι στο άλλοτε Ηνωμένο Βασίλειο και η Μαρίν Λεπέν στην άλλοτε πατρίδα όλων των πατρίδων, πολύ εθνικίστριες, πολύ πατριώτισσες, είναι πεισμένες ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι τίποτα άλλο από ένα οικοδόμημα που πρέπει να γκρεμιστεί.

 Όσο για τον οικουμενικό χαρακτήρα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, διαψεύδεται κι αυτός. Το τρίτο κύμα του εκδημοκρατισμού, που σύμφωνα με τον Χάντινγκτον σάρωνε τον κόσμο στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, πέθανε στις παραλίες του 21ου αιώνα. Η ευφορία με την οποία το Journal of Democracy ανήγγελλε τον Ιανουάριο του 2000 ότι οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες ξεπέρασαν τις 100, έναντι μόλις 36 το 1974, και ότι κατόπιν αυτού ο Τοκβίλ είχε νικήσει τον Μαρξ τώρα είμαστε όλοι τοκβιλιστές, έγραψαν μετατράπηκε μέσα σε μια πενταετία σε αβεβαιότητα: αρκετές από τις ανακηρυχθείσες νέες δημοκρατίας αποδείχθηκε ότι ήταν ανελεύθερες, αφού συνδύαζαν τις εκλογές με δραστικές μειώσεις των ατομικών δικαιωμάτων. Κι έτσι αποδείχθηκε ότι η πραγματοποίηση εκλογών δεν συνιστά πάντα απόδειξη της ύπαρξης της δημοκρατίας αφού η τελευταία προϋποθέτει τη διάκριση και την ισορροπία των εξουσιών.

 Φαίνεται τελικά πως το περίφημο τρίλημμα του Ντάνι Ρόντρικ ότι πρέπει να διαλέξουμε δύο από τα τρία: δημοκρατία, εθνικό κράτος, παγκοσμιοποίηση είναι κάτι παραπάνω από ένα κλισέ για τις αίθουσες διδασκαλίας των αγγλόφωνων πανεπιστημίων. Και ότι πρέπει πράγματι να κάνουμε αυτή την περίφημη επιλογή. Αυτό που δεν περιέλαβε ο Ρόντρικ στο τρίλημμά του είναι ότι η επιλογή του εθνικού κράτους στη σημερινή εποχή προϋποθέτει ένα ΟΧΙ στην παγκοσμιοποίηση και ταυτόχρονα ένα ΟΧΙ στη δημοκρατία. Για να το πούμε διαφορετικά: όπως συνέβη και τη δεκαετία του ’30, η άνοδος των εθνικισμών οδηγεί στο τέλος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως μορφής του εθνικού κράτους και στο τέλος της ελεύθερης αγοράς ως μορφής της καπιταλιστικής οικονομίας.

 Σε τελευταία ανάλυση, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι ήταν αυτό που αποκαλούμε σήμερα εκλεγμένοι μονάρχες. Κι αυτό που έκαναν στα κράτη τους ήταν να τα μετατρέψουν από φιλελεύθερες δημοκρατίες συστήματα που τους έφεραν στην εξουσία σε προστατευτικές μοναρχίες. Ενώ οι Βρετανοί υποστήριζαν μέχρι την τελευταία στιγμή ότι είναι δυνατές οι συμφωνίες μαζί τους για τις σφαίρες επιρροής, ότι είναι δυνατός ο «κατευνασμός» τους.

 Ο Πούτιν και ο Τραμπ δεν είναι Χίτλερ και Μουσολίνι, σύμφωνοι (αν και η Τερέζα Μέι έχει κάτι από Τσάμπερλεν). Ούτε η Ρωσία και οι ΗΠΑ είναι σήμερα αυτό που ήταν η Γερμανία και η Ιταλία τις δεκαετίες του ’20 και του ’30. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι το κύμα που οδήγησε δύο φορές την ανθρωπότητα στην καταστροφή των δύο μεγάλων πολέμων δεν είναι ανάλογο με το κύμα που έφερε στην εξουσία αυτούς τους δύο εκλεγμένους μονάρχες. Το κύμα αυτό έχει όνομα: λέγεται εθνικισμός, και κανείς δεν μπόρεσε να προβλέψει την τρομερή καταστροφική του δύναμη ως τη στιγμή που τέθηκε σε κίνηση.

 Πηγή: El Pais

 

 

Advertisements

Μπίζνες μέσω … πολέμου

ukr1Ο ξεχασμένος, από πολλούς, πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί μια κανονικότητα στην ανατολική Ευρώπη.

Από την μια η κυβέρνηση του Κιέβου, με την στήριξη των δυτικών δυνάμεων κι από την άλλη οι ρωσόφωνοι αυτονομιστές υπό την αιγίδα του Πούτιν.

Εκατόμβες αμάχων, βομβαρδισμοί συνοικιών, στρατιωτικές επιχειρήσεις – για τα οποία αλληλοκατηγορούνται οι εμπόλεμοι. Μετά την Γιουγκοσλαβία οι αιμοβόρες δράσεις κρατικών και παραστρατιωτικών δυνάμεων επανέκαμψαν στο έδαφος της «γηραιάς ηπείρου».

Πάνω στις σφαγές και τον εθνικιστικό παροξυσμό που κυριαρχεί – ένθεν κι εκείθεν παίζεται μια μεγάλη παρτίδα γεωπολιτικού πόκερ. Μάλιστα ετοιμάζεται η αναβάθμιση του επιπέδου βίας, μετά την αποτυχία των ως τώρα διπλωματικών προσπαθειών γι’ αποκλιμάκωση της σύγκρουσης.

Καθώς η Ουάσιγκτον, η οποία καθοδηγεί τον ουκρανικό στρατό (στο πλευρό του οποίου μάχονται κι επαγγελματίες μισθοφόροι αλλοδαπής προέλευσης) ετοιμάζεται να στείλει νέες ποσότητες όπλων και συναφούς πολεμικού υλικού.

Ώστε να συνεχίζει να μάχεται, δι’ αντιπροσώπων των συμφερόντων των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, κατά των αντίστοιχων ρωσικών.

Συμμετρικά το καθεστώς Πούτιν στηρίζει κι εξοπλίζει τους ρωσόφωνους αντάρτες, που έχουν ανακηρύξει την στρατοκρατούμενη «δημοκρατία» τους στα εδάφη που κατέχουν.

Επί της ουσίας η έμμεση επέμβαση των ΗΠΑ έχει ένα στόχο: την (ταυτόχρονη) αποδυνάμωση τόσο της Ρωσίας όσο και της Γερμανίας.

Για την πρώτη η εγκατάσταση υποδομών στρατιωτικής σημασίας στα δυτικά της σύνορα με την Ε.Ε. συνεπάγεται διαρκή παρενόχληση (επιπλέον πολιτική και οικονομική) στον μεγάλο, και μεταψυχροπολεμικά, αντίπαλο. Όμως οι συνέπειες αφορούν και την Γερμανία, που ανησυχεί από την ανάφλεξη σε ζώνη άμεσης επιρροής της. Διαπιστώνοντας πως επανακάμπτει, έστω από το παράθυρο, ο αμερικανικός παράγοντας.

Εξ’ ού και η αντίδραση της καγκελαρίου Μέρκελ στο σχέδιο των ΗΠΑ, που θα εξοπλίσουν περαιτέρω τα στρατεύματα της Ουκρανίας.

Η μέχρι τώρα τροπή των εξελίξεων ευνοεί την υπερατλαντική υπερδύναμη, η οποία επανέκαμψε δριμύτερη στον ευαίσθητο αυτό γεωπολιτικό χώρο. Χρησιμοποιώντας εργαλειακά τον ουκρανικό εθνικισμό και την κρατική του συγκρότηση. Κάτι ανάλογα φυσικά πράττει και ο Βλ. Πούτιν, μ’ εντολοδόχους του τους ρωσόφωνους εθνικιστές. Η διαφορά έγκειται στ’ ότι οι μάχες δίνονται κοντά στα ρωσικά σύνορα και όχι χιλιάδες χιλιόμετρα μακρύτερα – όπως συμβαίνει για τον υπερατλαντικό μέντορα της Ουκρανίας.

Γι’ αυτό και η εκεχειρία, που επιτεύχθηκε πριν λίγες μέρες, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα μακροημερεύσει.

 

Αθλιότητα και αγυρτεία

oukraniaΟι αιματηρές συγκρούσεις ανέδειξαν τη «νέα τάξη» στα πράγματα της Ουκρανίας.

Ο φιλορώσος Β. Γιαννουκόβιτς εξαναγκάσθηκε σε άτακτη φυγή και (μέσω αντιπροσώπου) ανήλθε στην εξουσία η εκλεκτή της δύσης Γ. Τιμοσένκο. Σε μια αδυσώπητη σύγκρουση δεν υπάρχουν περιθώρια για θεσμικούς κανόνες και συνταγματικά προσχήματα. Ο εκδιωχθείς πρόεδρος μπορεί να επιμένει πως δεν παραιτείται, ωστόσο ο προσωρινός του διάδοχος εγκαταστάθηκε «δόξη και τιμή».

Μια προαιώνια σύγκρουση μεταξύ της Ρωσίας (ακόμα και επί ΕΣΣΔ) και ουκρανικού εθνικισμού είχε ένα επιπλέον επεισόδιο.

Θεμέλιο της ρήξης είναι το άσβεστο μίσος ανάμεσα στις διαιρεμένες (εθνολογικά και γεωγραφικά) περιοχές της χώρας. Πάνω σε αυτό εδράζονται οι πολεμικού τύπου συρράξεις κρατικών και παραστρατιωτικών δυνάμεων, ένθεν κι εκείθεν. Εκεί ακριβώς επενδύουν τα διεθνή συμφέροντα, αξιοποιώντας κατά το δοκούν τις αντιμαχόμενες πλευρές.

Ο Πούτιν στήριξε με κάθε τρόπο τον Γιαννουκόβιτς, μιας και εκείνος του εξασφάλισε την διεύρυνση της ζώνης επιρροής της Ρωσίας στην ανατολική Ευρώπη. Αντίστοιχα οι ΗΠΑ (κυρίως αυτές) και η Ε.Ε. υιοθέτησαν τις κινητοποιήσεις της ουκρανικής αντιπολίτευσης, ακόμα και αν ανάμεσα στους διαδηλωτές υπήρχαν άριστα εξοπλισμένες φασιστικές ομάδες. Η αλληλοσφαγή αποτελεί προϋπόθεση της διεθνούς παρέμβασης.

Αφού εν ονόματι του «ανθρωπισμού» (το νέο δόγμα του ΝΑΤΟ, που εγκαινιάσθηκε στον πόλεμο της πρώην Γιουγκοσλαβίας) δημιουργείται το απαραίτητο προς τούτο ηθικό και πολιτικό κλίμα.

Το αν ο «ανθρωπισμός» εμφανίσει το πρόσωπο της διπλωματικής ή στρατιωτικής επέμβασης είναι θέμα στρατηγικής επιλογής και τακτικής σκοπιμότητας.

Εκείνο που έχει σημασία να κατανοηθεί είναι πως στα δύο στρατόπεδα που αντιπαλεύουν στην Ουκρανία δεν υπάρχουν διαφορές αρχών αλλά ένα (επίζηλο) έπαθλο: το λυσσαλέο πάθος για κυριαρχία. Η κοινωνική δημοκρατία –παρά τις υποκριτικές επικλήσεις- απουσιάζει από το περιεχόμενο των εκατέρωθεν πράξεων.

Εκατομμύρια άνθρωποι αποτελούν (εθελουσίως και μη) τις ασπίδες πίσω από τις οποίες κρύβονται τα πιο ποταπά συμφέροντα.

Οι δυνάστες εναλλάσσονται, η κοινωνική αθλιότητα περισσεύει την ώρα που θριαμβεύουν οι «εθνικές ρητορικές».

 Η εποχή προσφέρεται για την αποθέωση της αθλιότητας και της αγυρτείας.