44 χρόνια από την ιδρυτική διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη

44  χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την ημέρα που ο Ανδρέας Παπανδρέου παρουσίασε την ιστορική διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη, με την οποία «γεννήθηκε» το ΠΑΣΟΚ ως φυσική προέκταση και μετεξέλιξη της ιστορικής διαδρομής της δημοκρατικής παράταξης.

Η ίδρυσή του πιστοποιεί την ιστορική ζεύξη των  στόχων της Εθνικής Ανεξαρτησίας, της Λαϊκής Κυριαρχίας και της Κοινωνικής Απελευθέρωσης με το δυναμισμό του δημοκρατικού και ριζοσπαστικού κινήματος.

Η διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη δεν βρίσκεται μόνο σε αντιστοιχία με τη μεταπολιτευτική συγκυρία αλλά πολύ πιο πέρα από αυτή.

Λέξεις, οράματα και επιλογές έχουν και σήμερα μια απίστευτη ταύτιση με τις εξελίξεις, κάνοντας αναγκαία και επιτακτική την προσαρμογή και όχι την μετάλλαξή τους.

ΣΗΜΕΡΑ είναι περισσότερο από ποτέ κατανοητό ότι :

 Ο αγώνας για την κατοχύρωση της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας περνά μέσα από την πραγματική αποδέσμευση της χώρας μας από τους μηχανισμούς εξάρτησης του Δ.Ν.Τ. και της Τρόικα. Το ξεπέρασμα του μνημονίου και η αυτοδύναμη πορεία της χώρας σε μια διαφορετική Ευρώπη, μια Ευρώπη ουμανιστικών ιδεών, ευαισθησιών και αξιών, κοινωνικών στρατηγικών, που στηρίζονται στην ελευθερία, το διάλογο, στις ευρύτατες συναινέσεις και την αλληλεγγύη των λαών, είναι ΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΗ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ.

Ο αγώνας για τη Λαϊκή Κυριαρχία σηματοδοτεί τη δυνατότητα όχι μόνο της ελεύθερης έκφρασης των πολιτών και της άμεσης σχέσης των επιθυμιών του λαού και των πρακτικών της εκάστοτε μορφής εξουσίας αλλά και της ανατροπής ενός φαύλου, πελατειακού, αναποτελεσματικού και εξαρτημένου πολιτικού συστήματος, που επιβιώνει και γιγαντώνεται στις μέρες μας. Οι αλλαγές πρέπει να έχουν σαρωτικό χαρακτήρα.

Ο αγώνας για την Κοινωνική Δικαιοσύνη συμβαδίζει με τη μάχη κατά της μεγαλύτερης κοινωνικής ανισότητας που αποκτά τραγικά χαρακτηριστικά. Την αποτελεσματική μάχη κατά της ανεργίας, της ανασφάλειας για τη ζωή των νέων ανθρώπων. Είναι η μάχη για την κατοχύρωση δίκαιων κανόνων σε όλους τους τομείς της καθημερινής δραστηριότητας των πολιτών της χώρας.

Είναι ο αγώνας για αξιοκρατία, για ισότιμη αντιμετώπιση των προβλημάτων ειδικά των ανίσχυρων που πολλαπλασιάζονται από την κρίση.

Είναι ο αγώνας για δίκαιο φορολογικό σύστημα και τη συμμετοχή του κάθε πολίτη ανάλογα με τα εισοδήματά του και την περιουσία του στη λειτουργία του κράτους.

Είναι ο αγώνας για ίση, αξιοπρεπή αμοιβή και σύνταξη προς όλους όσους έχουν τα ίδια προσόντα. Είναι η κατοχύρωση της απάλειψης των εξαιρέσεων για τους «υμετέρους», τους «έχοντες», τους «κραταιούς», που εκμεταλλεύτηκαν στο μέγιστο βαθμό την εξαρτημένη σχέση που είχε μαζί τους το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού συστήματος.

Είμαστε υποχρεωμένοι να κοιτάμε ΜΠΡΟΣΤΑ, αν θέλουμε να πάμε ΜΑΚΡΙΑ.

Η προσαρμογή των θεμελιακών μας αρχών και αξιών στις απαιτήσεις του σήμερα, οι απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτουν αμείλικτα οι νέες κοινωνικές διεργασίες, δεν είναι εύκολη.

Δεν είναι εύκολες οι απαντήσεις γιατί πρέπει είναι υπεύθυνες και ουσιαστικές πέρα από μεταφυσικούς εξορκισμούς, πέρα από φοβισμένες διαμαρτυρίες και πέρα από ανέξοδους αφηρημένους και ρητορικούς δικολαβισμούς.

Σήμερα οφείλουμε να συμφωνήσουμε  ότι πρέπει να μετράμε τη συνέπειά μας με τη σθεναρή παρέμβασή μας στις σύγχρονες αντιφάσεις της πραγματικότητας και της ζωής και όχι με τις αφηρημένες και αναντίστοιχες επικλήσεις σε ξεπερασμένες θέσεις.

Είναι για αυτό που το Κίνημα Αλλαγής πρέπει να σηματοδοτήσει την αναγέννηση της Κεντροαριστεράς.

Μέσα από την αναγέννηση στη σκέψη και τις ιδέες, τη σύνθεση της στρατηγικής, τις προτεραιότητες και τα πρόσωπα, τις πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις του κινήματος με τους πολίτες και την σταθερή σύνδεσή του με τις λαϊκές δυνάμεις.

Μια αναγέννηση που θα προκαλεί αλλά και θα κατοχυρώνει μια επιθυμητή και αναγκαία υπέρβαση, που δεν θα αρνείται αλλά θα εμπλουτίζει, θα κλιμακώνει και θα ανατροφοδοτεί την 44χρονη πορεία.

Σε αυτή την πορεία δεν χωρούν ούτε συμβιβασμοί, ούτε προσωπικές πολιτικές. Αυτή η πορεία δεν ταυτίζεται με λογικές «ημετέρων» και ελέγχου. Το Κίνημα Αλλαγής δεν μπορεί να είναι ο κομπάρσος και το βοηθητικό υποστύλωμα των συντηρητικών και αντιλαϊκών λύσεων που  προωθούνται σήμερα  από την Κυβέρνηση θίασο των ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ αλλά και τη Νέα Δημοκρατία. Οφείλει να είναι ο πρωταγωνιστής σε μια πορεία προοδευτικής αφύπνισης και κοινωνικής αλλαγής.

Σήμερα οφείλουμε να θυμηθούμε, να σκεφτούμε, να οργανωθούμε και να δράσουμε.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ της Λάρισας στις 3-9-2018

Advertisements

Ο «Καλλικράτης», ο «Κλεισθένης Ι» και η απόλυτη σιωπή!

Όταν μια Κυβέρνηση παρεμβαίνει νομοθετικά στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είναι λογικό να αναμένεις τις απόψεις όσων ασχολούνται με αυτήν. Πολύ περισσότερο όταν αυτοί δεν «τσιγκουνεύτηκαν» χαρακτηρισμών και κριτικής για το προηγούμενο νομοσχέδιο.

Μου προξενεί εντύπωση η απόλυτη σιωπή των πρώην μελών της «Λαρισαίων Πόλις», που σήμερα δραστηριοποιούνται στη «Συμπαράταξη Λαρισαίων». Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση μου προκαλεί η σιωπή όσων εξ αυτών (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων),  δραστηριοποιούνται στο Κίνημα Αλλαγής.

Και είναι λογικό να αναρωτιέται κάποιος τι γίνεται, όταν οι ίδιοι δε δίστασαν να προσυπογράψουν την κοινή διακήρυξη των τριών παρατάξεων από την οποία είχε προκύψει η «Συμπαράταξη», κατακεραυνώνοντας τον «Καλλικράτη» και την τότε Κυβέρνηση, φθάνοντας στο σημείο να μιλούν για …διάλυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης!

 Θυμίζω, για την ιστορία, τι υποστήριζαν:

«Η τοπική αυτοδιοίκηση μέσα σ ‘ αυτό το περιβάλλον ζει το δικό της δράμα. Ο Καλλικράτης δεν έλυσε κανένα από τα γνωστά διαχρονικά προβλήματά της, όπως είναι τα οικονομικά και το μοντέλο διοίκησης των Δήμων. Το αντίθετο μάλιστα. Τα όποια θετικά σημεία είχε έμειναν γράμμα κενό (π.χ. συνήγορος του πολίτη στο Δήμο Λάρισας) και μέσα στην κρίση οδήγησε σε αρνητικά αποτελέσματα, επιτείνοντας την διάλυση των δήμων. Οι παλιοί συμμετοχικοί θεσμοί, όπως τα συνοικιακά συμβούλια, «αναβαθμίστηκαν» σε διαμερισματικά συμβούλια και μετατράπηκαν σε εκλογικούς μηχανισμούς. Η μεγάλη πληθυσμιακή διόγκωση των Δήμων απομάκρυνε ακόμα περισσότερο τους αιρετούς από τον απλό πολίτη.»

Ο Καλλικράτης λοιπόν επέτεινε τη … διάλυση των Δήμων!

Και συνέχιζαν:

«Η τοπική αυτοδιοίκηση σήμερα βρίσκεται σε βαθιά κρίση ως αποτέλεσμα εφαρμοζόμενων αντιλαϊκών και αντι-αυτοδιοικητικών κυβερνητικών πολιτικών. Οι τελευταίες μάλιστα εξελίξεις στο χώρο της Τ.Α. διαμορφώνουν καταστάσεις αρνητικές εκρηκτικές και επικίνδυνες, με υπαρκτό τον κίνδυνο κατάρρευσής της. Η οικονομική ασφυξία, οι απολύσεις προσωπικού, η κατάργηση αρμοδιοτήτων ή η  παραχώρηση νέων χωρίς τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους, η άμεση ή έμμεση ιδιωτικοποίηση σημαντικών δραστηριοτήτων της, κοινωνικών αγαθών (π.χ. νερό) και υπηρεσιών και  η εγκατάλειψη κάθε κοινωνικής πολιτικής οδηγούν την Τοπική αυτοδιοίκηση σε αργό θάνατο και στερούν από  τον πολίτη την πρόσβαση σε σημαντικές για την ποιότητα της ζωής του υπηρεσίες. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση από διακριτός, δημοκρατικός πόλος άσκησης τοπικής εξουσίας  μετατρέπεται  σε απλό διαχειριστή-υπηρεσία της κεντρικής εξουσίας.»

Κατάρρευση, αργός θάνατος, αντι-αυτοδιοικητικές πολιτικές, διαχειριστής κ.τ.λ.

Έτσι έπρεπε να αφομοιωθεί μια παράταξη για να βρούνε πεδίο έκφρασης οι προσωπικές στρατηγικές των εμπνευστών της…

Και σήμερα;

Τι άραγε έχουν να πουν οι τότε πρωταγωνιστές για την Κυβερνητική πρόταση των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ; Πως αλήθεια κρίνουν τον «Κλεισθένη»;

Στο προτεινόμενο νομοσχέδιο υπάρχει η έκφραση της πολιτικής πρότασης των σημερινών κυβερνώντων για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Γιατί σιωπούν;

Από το 2014 μέχρι και σήμερα κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι …

Η χώρα έζησε απίστευτες καταστάσεις αλλά η Τοπική Αυτοδιοίκηση επέζησε σαν θεσμός και απέδειξε, μέσα σε συνθήκες κρίσης , μια υποδειγματική πολιτική σταθερότητα, καλύπτοντας στο σύνολο της, με επιτυχία τις τεράστιες αδυναμίες και παθογένειες του κεντρικού κράτους, μέσα από χιλιάδες κοινωνικές δομές.

Όχι γενικά και αόριστα ούτε τυχαία. Κάπου ακουμπούσε. Και αυτό ήταν τα δύο βασικά νομοσχέδια που διέπουν τη λειτουργία της: Αυτό του 2006 (Κ.Δ.Κ.) και ο … καταραμένος (για αυτούς) Καλλικράτης.

Δεν θα πρέπει να πούνε κάτι;

Αποτελεί μεταρρύθμιση ο “Κλεισθένης”;

Αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης;

Ενισχύεται η εξάρτηση της Αυτοδιοίκησης από το κράτος;

Προωθείται ένα πιο συγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης σε αντίθεση με τις επιταγές του Συντάγματος;

Τι λένε για το προτεινόμενο εκλογικό σύστημα;

Ποιος θα είναι ο ρόλος του Δημάρχου;

Τι λένε για το νέο ανταποδοτικό τέλος;

Συμφωνούν με την πρόβλεψη ετήσιου ανώτατου ύψους προϋπολογισμού ανά Κοινότητα;

Με τις προθεσμίες που δίνονται για τη σύνταξη και ψήφιση των προϋπολογισμών και των Ο.Π.Δ;

Τι γίνεται με τους περίφημους «παρανόμους παρακρατηθέντες πόρους της Αυτοδιοίκησης΄

Συμφωνούν με το μοντέλο του Δήμου- επιχειρηματία;

Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά ακόμη αλλά νομίζω είναι αρκετά για να δικαιολογούν την αγανάκτηση για τη σιωπή των άλλοτε λαλίστατων, προερχόμενων από τη «Λαρισαίων Πόλις», στελεχών της Δημοτικής Αρχής.

Εκτός και αν συμφωνούν με τα αναφερόμενα σε πρόσφατη ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ Λάρισας ότι « Ο «Κλεισθένης» ξανοίγει μια άλλη εποχή για την τοπική αυτοδιοίκηση στον σύγχρονο κόσμο. Συνεγείρει το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων του κάθε τόπου..»!

Έστω και έτσι δεν πρέπει να μιλήσουν;

«Το ΠΑΣΟΚ ψηφίζει Καραμανλή, οι φοιτητές ψηφίζουν Πανσπουδαστική»

33 χρόνια πίσω!

… Μια βουτιά στην ιστορία και στα νιάτα μας…

Μου το θύμισε ένας φίλος και μου έδωσε την αφορμή να θυμηθώ μια σημαντική στιγμή. Είναι η περίοδος όπου το ΠΑΣΟΚ αποφασίζει να προτείνει για πρόεδρο της Δημοκρατίας το Χρήστο Σαρτζετάκη, ανατρέποντας την λογική που ήθελε να συνεχίσει με τον Κ. Καραμανλή στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα της χώρας.

Να θυμηθούμε :

Στις 10-14 Μαΐου 1984 γίνεται το 1ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Ο Α. Παπανδρέου, ο οποίος είναι και ο μοναδικός υποψήφιος για τη θέση του προέδρου του κινήματος εκλέγεται δια βοής. Το ΠΑΣΟΚ έχει φτάσει τα 200.000 μέλη.

Στις 17 Ιουνίου του ίδιου έτους γίνονται οι ευρωεκλογές.

Η ΝΔ, με αρχηγό της τον Ε. Αβέρωφ, επιλέγει μια μετωπική πολιτική σύγκρουση εφ’ όλης της ύλης, καλλιεργώντας κλίμα φανατισμού και τραμπουκισμού, προκειμένου να πετύχει μια πρώτη νίκη κατά του ΠΑΣΟΚ. Συγκρούσεις με τις οργανωμένες παραστρατιωτικές ομάδες (Κένταυροι και Ρέιτζερς) , ξύλο και άγριες καταστάσεις, τραυματισμοί και παρά λίγο θύματα. Στη Θεσσαλονίκη , όπου βρισκόμουνα, η αγριότητα και ο τραμπουκισμός ξεπέρασε κάθε όριο.

Η πολιτική και κοινωνική πόλωση είναι μεγάλη και φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδίωκε η ΝΔ, συσπειρώνοντας ουσιαστικά τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ έρχεται, πάλι, πρώτο κόμμα ξεπερνώντας τη Νέα Δημοκρατία κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες, η οποία οδηγείται σε αντικατάσταση του Ε. Αβέρωφ από την ηγεσία του κόμματος, ο οποίος κι αυτός είχε αντικαταστήσει τον Γ. Ράλλη που χρεώθηκε την ήττα των εκλογών του 1981. Τον Ε. Αβέρωφ αντικατέστησε ο Κ. Μητσοτάκης.

Τον Μάρτιο του 1985 λήγει η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας και το ΠΑΣΟΚ πρέπει να κάνει την πρότασή του. Εν τω μεταξύ αναπτύσσεται έντονη φιλολογία ότι το ΠΑΣΟΚ θα υποστηρίξει εκ νέου για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Κ. Καραμανλή. Εξάλλου δεν είναι και λίγα τα στελέχη της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ που υποστηρίζουν την υποψηφιότητα Καραμανλή. Για την ακρίβεια οι περισσότεροι πλην ολίγων, επιχειρηματολογούν υπερ της αναγκαιότητας της συγκατοίκησης. Είναι μια δύσκολη περίοδος για το κίνημα, καθώς ξεσπά έντονη εσωκομματική αντιπαράθεση για το αν θα πρέπει να ψηφιστεί, ξανά, ο Κ. Καραμανλής για Πρόεδρος. Οι περισσότερες Τ.Ο. αντιδρούν, ενώ πολλά μέλη απειλούν ότι αν η ηγεσία υποστηρίξει την υποψηφιότητα Καραμανλή, ο οποίος ουσιαστικά εκπροσωπεί την σκληρή και συντηρητική Δεξιά, θα κλείσουν τις οργανώσεις βάσεις και θα παραδώσουν τα κλειδιά στην ηγεσία.

Στη σπουδάζουσα της Θεσσαλονίκης το κλίμα είναι εκρηκτικό. Η εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας κυριαρχεί στις συζητήσεις αλλά και στα αμφιθέατρα, καθώς συμπίπτει με τις φοιτητικές εκλογές εκείνης της χρονιάς. Παντού υπάρχουν πανό της Πανσπουδαστικής με το σύνθημα: «Το ΠΑΣΟΚ ψηφίζει Καραμανλή, οι φοιτητές ψηφίζουν Πανσπουδαστική».

Σε μια εκρηκτική ολομέλεια, παρουσία του μέλους του Π.Γ. Στ. Τζουμάκα γίνεται ξεκάθαρο πως τυχόν στήριξη Καραμανλή θα έχει δραματικές επιπτώσεις. Πλην ελάχιστων όλοι διαφωνούν με αυτή την επιλογή, παρά τις προσπάθειες του Τζουμάκα να πείσει για την αναγκαιότητα της…

Στις 9 Μαρτίου συνέρχεται σε έκτακτη Σύνοδο η Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ για να αποφασίσει σχετικά με το θέμα της προεδρικής εκλογής. Έξω από τη συνεδρίαση είναι μαζεμένοι εκατοντάδες κόσμου, ο οποίοι αντιδρούν στην επανεκλογή του Καραμανλή. Ο Α. Παπανδρέου, λαμβάνοντας υπόψη την αντίδραση της βάσης και του κόσμου του ΠΑΣΟΚ αποφασίζει τη ρήξη.

Προτείνει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Χ. Σαρτζετάκη και την αναθεώρηση του Συντάγματος στα άρθρα που αφορούν τις υπερεξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι οποίες πρέπει να μεταβιβαστούν στην κυβέρνηση και το κοινοβούλιο. Τονίζει μάλιστα, ότι αν και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπήρξε άψογος ως Πρόεδρος δεν ήταν δυνατόν να συνεχίσει, εφόσον το Σύνταγμα του 1975, που η κυβέρνηση είχε σκοπό να αναθεωρήσει(για να μειωθεί η εξουσία του Προέδρου), ήταν πνευματικό του τέκνο.

Η απόφαση γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από όλους μας και δίνουμε ραντεβού στις 5.00 το πρωί της επόμενης ημέρας, προκειμένου να «κλέψουμε» από τις σχολές τα πανό της Π.Σ.Κ., πριν προλάβουν να τα κατεβάσουν.

Μας έμειναν ενθύμια (υπάρχουν ακόμη μέχρι σήμερα) και φυσικά χρησιμοποιήθηκαν δεόντως στις προεκλογικές αντιπαραθέσεις εκείνης της χρονιάς. (Για την ιστορία σε εκείνες τις φοιτητικές εκλογές η ΠΑΣΠ αναδείχθηκε πρώτη και με διαφορά, για πρώτη φορά στη Θες/νίκη).

Την επόμενη (10/3/1985) έχουμε την παραίτηση Καραμανλή και την ανάληψη καθηκόντων από τον πρόεδρο της Βουλής, Γ. Αλευρά.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής παραιτήθηκε ενοχλημένος από την αλλαγή στάσης του ΠΑΣΟΚ.

Χρόνια αργότερα εκμυστηρεύτηκε στον δημοσιογράφο Σεραφείμ Φυντανίδη τις σκέψεις του για εκείνη την περίοδο, λέγοντας ότι «ο Ανδρέας στο πρόσωπό μου εκδικήθηκε τον πατέρα του»(στις σχέσεις Γεωργίου και Ανδρέα Παπανδρέου υπήρξαν στιγμές μεγάλης έντασης).

«Πολύ φροϋδικό αυτό κύριε Πρόεδρε» είπε ο κ. Φυντανίδης

«Φρόιντ ξεφρόιντ, εγώ αυτό νομίζω» απάντησε ο Καραμανλής.

Ποιος ήταν αυτός που έπεισε τον Α. Παπανδρέου να πάρει αυτήν την απόφαση;

Σύμφωνα με αυτούς που βρισκόταν πολύ κοντά στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, καθοριστική ήταν η στάση του Μένιου Κουτσόγιωργα. Αυτός πρότεινε το όνομα στον Ανδρέα και λέγεται πως αυτός του παρουσίασε και ένα τσουβάλι γράμματα διαμαρτυρίας ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ κατά της επιλογής Καραμανλή.

Με τις ψήφους της Αριστεράς εκλέγεται ο Χ. Σαρτζετάκης, Πρόεδρος της Δημοκρατίας και για πρώτη φορά η Δεξιά αποκόπτεται από όλα τα κέντρα εξουσίας. Έτσι μια ολόκληρη εποχή κλείνει τον κύκλο της. Η απόφαση αυτή αναπτερώνει το ηθικό της βάσης του ΠΑΣΟΚ, που ξεπερνώντας αυτή την τόσο σημαντική κρίση οδεύει προς τις εκλογές με συσπειρωμένο όλο τον δημοκρατικό κόσμο.

Η διαδικασία εκλογής βέβαια του Σαρτζετάκη έχει και τη δική της ιστορία:

Η ψηφοφορία αυτή έχει μείνει ιστορική, όχι μόνο λόγω της διαμάχης που προκάλεσε το αν ο Γιάννης Αλευράς είχε –ως ασκών χρέη Προέδρου της Δημοκρατίας– δικαίωμα ψήφου, όσο για τα περιβόητα γαλάζια ψηφοδέλτια επί των οποίων ανεγράφη το όνομα του Χρ. Σαρτζετάκη.

Στην πρώτη ψηφοφορία ο Χρ. Σαρτζετάκης υποστηρίχθηκε από ΠΑΣΟΚ (169 βουλευτές) και ΚΚΕ (13 βουλευτές), και έλαβε 178 ψήφους σε σύνολο 297 παριστάμενων βουλευτών, ενώ βρέθηκαν 3 λευκά και 3 άκυρα. Οι βουλευτές της Ν.Δ. αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε όλες τις ψηφοφορίες.

Στη δεύτερη ψηφοφορία ο προεδρεύων της  Βουλής Μιχάλης Στεφανίδης διένειμε ψηφοδέλτιο με το όνομα του Χρήστου Σαρτζετάκη σε γαλάζιο χρώμα και λευκό ψηφοδέλτιο, θέτοντας ζήτημα αμφισβήτησης της μυστικότητας της ψηφοφορίας. Ο βουλευτής της Ν.Δ. Λευτέρης Καλογιάννης πήρε την κάλπη και την μετέφερε στα γραφεία του κόμματός του! Τελικά ο Χρ. Σαρτζετάκης έλαβε 185 ψήφους, δεν ψήφισαν 110 βουλευτές και βρέθηκαν 3 άκυρα και 1 λευκό.

Στην τρίτη ψηφοφορία ο Χρ. Σαρτζετάκης έλαβε 180 ψήφους, ενώ υπήρξαν 5 άκυρα και 1 λευκό. Η διαδικασία αμφισβητήθηκε εντονότατα καθώς ψήφισε ο πρόεδρος της Βουλής Γιάννης Αλευράς, που ασκούσε καθήκοντα Προέδρου Δημοκρατίας μετά την παραίτηση Καραμανλή. Άλλοι συνταγματολόγοι (π.χ. Αριστόβουλος Μάνεσης) θεώρησαν ότι δεν είχε δικαίωμα ψήφου και άλλοι (π.χ. Δημήτρης Τσάτσος) ότι ο βουλευτής δεν χάνει ποτέ το δικαίωμα ψήφου

Στις 2 Ιουνίου 1985 γίνονται κοινοβουλευτικές εκλογές υπό τη σκιά της προηγούμενης ρήξης για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπου οι επιλογές της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ δικαιώνονται. Το ΠΑΣΟΚ παίρνει ένα ποσοστό της τάξης του 45,82%, εκλέγοντας 161 βουλευτές έναντι ποσοστού 40,84% της Δεξιάς.

Το μήνυμα και οι παραλήπτες…

Όταν 210.264 πολίτες συμμετέχουν σε μια πολιτική διαδικασία, αυτό  δεν μπορεί παρά να αποτελεί πολιτικό γεγονός και μάλιστα ιδιαίτερα  μεγάλο.

Η συμμετοχή στις διαδικασίες ανάδειξης επικεφαλής στο χώρο της Κεντροαριστεράς καταρχήν επιβεβαιώνει το ότι υπάρχει ένας μεγάλος πολιτικός χώρος, ξέχωρος από ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ που αναπνέει και οργανώνεται. Που δηλώνει παρών στα πολιτικά πράγματα και κυρίως που δεν θέλει να απορροφηθεί ούτε από τη μία ούτε από την άλλη πλευρά.

Για το ΣΥΡΙΖΑ που επεδίωξε να αφομοιώσει και να εκφράσει το συγκεκριμένο χώρο με διάφορους τρόπους, που πολλές φορές έφθαναν στα όρια της γραφικότητας (οι αναφορές στον Α. Παπανδρέου και η προσπάθεια ιδιοποίησης της ιστορίας του ΠΑΣΟΚ), το μήνυμα είναι ακόμη πιο ηχηρό, αν αναλογιστεί κανείς ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων που τον οδήγησαν στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις στην πρώτη θέση και κατά συνέπεια στην Κυβέρνηση, προέρχεται από το χώρο αυτό.

Δεν είναι άλλωστε τυχαία η αντιμετώπιση που έτυχε η διαδικασία από την κυβερνητική ΕΡΤ! Τη μεν Παρασκευή η κ. Ακριβοπούλου, στην γνωστής αντικειμενικότητας απογευματινή της εκπομπή, δήλωνε απαντώντας στο σχόλιο της δημοσιογράφου για συμμετοχή ανώτερη των 100.000 ατόμων πως « Ούτε 80.000 δεν θα ψηφίσουν και τη Δευτέρα κάποιοι δεν θα ξέρουν που να κρυφτούν». Το δε βράδυ της Κυριακής και ενώ ήδη είχε ξεπεραστεί και το φράγμα των 200.000 συμμετεχόντων, στο δελτίο ειδήσεων έκαναν λόγο για «περίπου 180.000», αποδεικνύοντας τον φόβο τους απέναντι σε ένα γεγονός που σίγουρα επηρεάζει το χώρο που «υπηρετούν». Δεν αναφέρομαι αναλυτικά στα εμετικά τwits του έτερου «γραμμιτζή» της Κουμουνδούρου , του γνωστού Κ. Βαξεβάνη, ο οποίος ξεπερνώντας κάθε όριο γελοιότητας έγραφε για «χιλιάδες δεξιούς που ψήφισαν στη διαδικασία».

Ο μέγας τους φόβος ,φόβος  που δεν κρύβεται, είναι ότι χωρίς τον προνομιούχο χώρο της Κεντροαριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ πολύ γρήγορα θα επιστρέψει στα προ του 2014 επίπεδα πολιτικής και εκλογικής (κοινωνικής είναι ήδη) καταγραφής. Και όταν στην πρώτη επίσημη προσπάθεια συγκρότησης του χώρου αυτού, συμμετέχει αυτός ο αριθμός πολιτών, το μήνυμα είναι πολύ καθαρό. Ξέρουν πολύ καλά ότι η πολιτική συγκρότηση (από την αρχή θα έλεγα) ενός φορέα με ισχυρή αναφορά στο κέντρο και την Αριστερά (για να το πω περιγραφικά ίσως και αδόκιμα : Η αναβίωση ενός ΠΑΣΟΚ προηγουμένων εποχών), σημαίνει το οριστικό πολιτικό τους τέλος και την επιστροφή στα πραγματικά μεγέθη αυτού που εκπροσωπούν…

Η διαδικασία όμως αυτή έστειλε μήνυμα και προς την άλλη πλευρά. Γιατί η συντριπτική πλειοψηφία όσων βρέθηκαν χθες στις κάλπες της κεντροαριστεράς, εξέφρασε μαζί με την αντίθεση στην κυβερνητική πρόταση και πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ και την επίσης μεγάλη αντίθεση της στην Ν.Δ. σαν εναλλακτική κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ.

«Υπάρχει και άλλη πρόταση και βρίσκεται εδώ», θα μπορούσε να είναι το ουσιαστικό μήνυμα προς τους δύο σημερινούς μονομάχους της πολιτικής μας σκηνής και στάλθηκε με τρόπο καθαρό και ηχηρό.

Αυτά σε ότι αφορά τη συμμετοχή και τις προοπτικές. Γιατί το αν το εγχείρημα θα έχει την απαιτούμενη συνέχεια και επιτυχία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και το ξεπέρασμα των πολλών αγκαθιών που στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, σπάρθηκαν στο συγκεκριμένο πολιτικό χώρο και κυρίως στο μεγαλύτερο του κομμάτι το ΠΑΣΟΚ.

Αλλά ακόμα και αυτό είναι πραγματικά μοναδικό: Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες να δηλώνουν παρών σε μια διαδικασία ενός νέου εγχειρήματος που δεν έχει συγκροτημένο πρόγραμμα, δεν έχει όνομα, δεν είναι καν κόμμα! Είπαν ένα μεγάλο «όχι ρε γαμώτο δεν είστε μόνο εσείς, δεν μπορείτε να μας εκφράσετε εσείς», απευθυνόμενοι και προς τους δύο μέχρι χθες μονομάχους για την εξουσία . Ζωγράφισαν με διαφορετικό χρώμα ένα μονότονα, τα τελευταία χρόνια, ασπρόμαυρο πολιτικό τοπίο.

Μένει να αποδειχθεί ότι αυτοί που θέλησαν να ηγηθούν μπορούν να ανταποκριθούν στη μεγάλη πρόκληση και να σηκώσουν το βάρος της επιλογής…

Δρόμος χωρίς γυρισμό

Την τελευταία τους ζαριά ρίχνουν τα κόμματα και οι πολιτικοί σχηματισμοί που θέλουν να διαμορφώσουν καινούργια δεδομένα στο λεγόμενο χώρο της κεντροαριστεράς, με τη διαδικασία εκλογής επικεφαλής του νέου σχήματος.

Τα πολιτικά δεδομένα έχουν διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο που αποτελεί μονόδρομο για τη συγκεκριμένη προσπάθεια, η ολοκλήρωση αυτού του τύπου των διαδικασιών με μεγάλο στοίχημα την επόμενη ημέρα.

Η πρώτη φάση αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού σαν αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας αντιμετώπισης των επιπτώσεων της στην κοινωνία από τις άλλοτε κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, ολοκληρώθηκε με πλήρη επιτυχία για όσους προσέβλεπαν στην ολοκληρωτική υποταγή της χώρας.

Επιλέχθηκαν και προωθήθηκαν οι πλέον κατάλληλοι για αυτό και διαμορφώθηκαν και τα κατάλληλα υποστηρίγματα, προκειμένου να διασφαλιστεί η μετάβαση στη νέα εποχή της πλήρους Βαλκανοποίησης της χώρας.

Κόμματα αδύναμα, σε μόνιμη κρίση, χωρίς πολιτική ταυτότητα, χωρίς στρατηγική. Κόμματα της κρίσης σε μόνιμη κρίση αντιπροσώπευσης, κόμματα του σήμερα, χωρίς προοπτική.

Πολιτικές φιγούρες που πουλούν τη γραφικότητα τους και τις διασυνδέσεις τους με τα κέντρα λήψης των ουσιαστικών αποφάσεων, που στηρίζουν μια και μόνη λογική διαχείρισης της κρίσης και αυτοαναγορεύονται σε ρόλο ρυθμιστή του πολιτικού συστήματος.

Και βεβαίως οι απαραίτητοι συνεργάτες καθώς το πείραμα Παπαδήμου και κυρίως οι αποδόσεις του θα παραμένουν πάντοτε η επιλογή της άλλης ημέρας.

Η σημερινή χαρτογράφηση του πολιτικού συστήματος δεν μπορεί να εντοπίσει αυτό που λέμε προοδευτική παράταξη. Αναζητείται αλλά δεν είναι πουθενά.

Αυτό που υπάρχει είναι τα υπολείμματα του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ, πρόσωπα κυρίως και όχι κόμμα με την έννοια ενός συγκροτημένου κόμματος με κοινωνικές αναφορές, μαζί με «εκπρόσωπους»  υποτίθεται άλλων κομματιών της κεντροαριστεράς που δεν εκφράζουν τίποτα και απλά διασφαλίζουν την πολιτική τους ύπαρξη

Και δεν είναι η εικόνα της Βουλής ή τα ποσοστά καταγραφής στις εκλογικές διαδικασίες, αλλά η κοινωνική απαξία και η πλήρης απομάκρυνση από τις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας.

Το υπάρχον πολιτικό σύστημα γέρνει επικίνδυνα προς τη συντήρηση, δημιουργώντας μια πολιτική ανισορροπία ιδιαίτερα επικίνδυνη.

Η ανισορροπία του πολιτικού συστήματος της κρίσης έγκειται στο γεγονός ότι απέναντι σε ένα ιδιαίτερο μεγεθυμένο συντηρητικό στρατόπεδο, δεν υπάρχει συγκροτημένη και ικανή πολιτικά και οργανωτικά προοδευτική παράταξη. Υπάρχει ο κοινωνικός χώρος, υπάρχουν οι δυνάμεις εκείνες που μπορούν να συνεισφέρουν, δεν μπορούν όμως να εκπροσωπηθούν πολιτικά.

Η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης είναι εδώ πιο έντονη από κάθε άλλη φορά.

Οι κοινωνικές διεργασίες δεν βρίσκουν πολιτική αντιστοίχηση και το πολιτικό υποκείμενο που θα εμπνεύσει, θα δράσει, θα ενοποιήσει, θα εκφράσει και τελικά θα διεκδικήσει τα αιτήματα των πολλών θιγόμενων από τα αποτελέσματα των μνημονιακών πολιτικών, που θα λειτουργήσει σαν καταλύτης για μια άλλη πορεία της χώρας, απλά δεν υπάρχει.

Και δεν υπάρχει γιατί οι δυνάμεις που υπηρέτησαν και υπηρετούν τις πολιτικές της κρίσης, δεν μπορούν και δεν είναι δυνατόν να εκφράσουν τις νέες κοινωνικές ισορροπίες που δημιούργησαν αυτές οι πολιτικές. Τι μπορούν να εκφράσουν ταξικά και άρα προοπτικά τα κόμματα που συμπίπτουν στην ψήφιση των μνημονίων, όταν αυτές οι πολιτικές συγκρούονται με την κοινωνία;

Η απουσία όμως της προοδευτικής παράταξης καθορίζει τις αρνητικές εξελίξεις.

Η πολιτική αδυναμία αυτού του  χώρου διευκολύνει την επιβίωση των μετρίων αλλά χρησίμων για τις επιλογές του συστήματος, αδυνατεί να αντιμετωπίσει την κατασυκοφάντηση της πολιτικής ιστορίας και διαδρομής της προοδευτικής παράταξης της πατρίδας, αδυνατεί να αντιμετωπίσει την συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, που στα απόνερα της ανακυκλώνει το λαϊκισμό, τη ξενοφοβία, την απογοήτευση και την δημιουργία μιας πλασματικής εικόνας για την Αριστερά και την προσφορά της.

Μιλάμε για μια κοινωνία όπου η φτώχεια, η απογοήτευση, η έλλειψη οράματος και προοπτικής την οδηγεί σε τιμωρητικές επιλογές, στάσεις αντι- και επικίνδυνες πολιτικές αντιστοιχίσεις.

Στο πρόσφορο έδαφος του λαϊκισμού αναπτύσσονται απόψεις ιδιαίτερα επικίνδυνες για την ίδια τη δημοκρατία, την ίδια στιγμή που τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης (φτώχεια και ανεργία) λειτουργούν ενισχυτικά για την ανάπτυξη των νεοφασιστικών μορφωμάτων με ξενοφοβικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά.

Η καλλιέργεια της ιδεοληψίας ότι για όλα φταίει η πολιτική (και όχι οι επιλογές συγκεκριμένων πολιτικών), ότι η πολιτική είναι συνώνυμο της απάτης και της λαμογιάς, ότι φταίει η δημοκρατία που τα συστήματα διαπλοκής και διαφθοράς καθόρισαν εξελίξεις, ότι φταίει ο μετανάστης για τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, ότι σε αυτό και σε κάθε άλλο πολιτικό σύστημα όλοι ίδιοι είναι, άρα δεν τους χρειαζόμαστε είναι η κλασσική μεθοδολογία ανάπτυξης των ξενοφοβικών και νεοφασιστικών κομμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτό δεν  μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο με ανατροπή των συνθηκών που  δημιουργούν στη λαϊκή βάση αυτές τις ψευδαισθήσεις.

Με τη μετατόπιση και του ΣΥΡΙΖΑ στη συντηρητική πλευρά του πολιτικού χάρτη ( οι πολιτικές επιλογές και οι πρακτικές διαμορφώνουν το πολιτικό πρόσημο κάθε κόμματος), ο χώρος της προόδου, της πραγματικά προοδευτικής και ρεαλιστικής Αριστεράς, παραμένει κενός…

Όχι ότι τον εξέφρασε πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ.

Απλά λειτούργησε σαν η δεξαμενή συγκέντρωσης των ψήφων και των πολιτών που απογοητευμένοι από τον πολιτικό συμβιβασμό και μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ και γοητευμένοι από την έκφραση του υποτιθέμενου «αριστερού» λαϊκισμού, επέλεξαν τη συγκέντρωση τους εκεί.

Για να προχωρήσει η αναγκαία συγκρότηση μιας νέας και σύγχρονης προοδευτικής παράταξης, για επανέλθει η  πολιτική ισορροπία στη χώρα μας, θα πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή και κυρίως να αντιληφθούμε τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας σήμερα.

Προτάσεις που ξεκινούν από τα σημερινά απομεινάρια της κρίσης, που ανακυκλώνουν λογικές που ηττήθηκαν, που δεν έχουν καθαρό, προοδευτικό πρόσημο, που εμφανίζονται πρόθυμες για οικουμενικές και συγκυβερνήσεις, που αναζητούν μονίμως τη θαλπωρή της εξουσίας είναι από χέρι καμένες. Καταδικασμένες σε αποτυχία.

Αν αυτή η προσπάθεια αποκτήσει τα αναγκαία  χαρακτηριστικά μπορεί να πετύχει.

Προφανώς το στοίχημα στη διαδικασία που έχει επιλεγεί δεν  μπορεί είναι η καταγραφή των ήδη υπαρχόντων κομματικών συσχετισμών. Τα «κουτάκια» είναι πολύ μικρά, ο «οργανωτισμός» που ανέδειξε σε άλλες εποχές «πρωταγωνιστές» και δημιούργησε πολιτικές καριέρες είναι τακτική αυτοκτονική. Το εγχείρημα θα ξεκινήσει με όρους επιτυχίας ( η συνέχεια θα είναι πολύ πιο δύσκολη), μόνο αν καταφέρει να προκαλέσει την ανταπόκριση μεγάλου μέρους της σιωπηρής και απέχουσας πλειοψηφίας των πολιτών που εκφράστηκαν παλαιότερα από το ΠΑΣΟΚ, απομακρύνθηκαν από αυτό για λόγους που πολλές φορές έχουν αναλυθεί και σήμερα βρίσκονται σε κατάσταση αναμονής προκειμένου να επανεργοποιηθούν και να στρατευτούν σε μια καινούργια προσπάθεια.

Σε αυτή την πορεία δεν μπορούν απλά να καταγραφούν «δυνάμεις». Πρέπει επιτέλους να ανοίξει και το πολιτικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα μπορέσει να συγκροτηθεί αυτή η προσπάθεια:

Να συζητηθούν σοβαρά για τα πέντε μεγάλα ζητήματα που προκύπτουν για τη χώρα από εδώ και στο εξής:

Η βαθιά ύφεση, η νέα φτώχεια, η υποχώρηση της Δημοκρατίας, το έλλειμμα λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας και βεβαίως το ποιες πολιτικές δυνάμεις θα οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση και την κηδεμονία.

Οι απαντήσεις και οι συμφωνίες σε αυτά τα πέντε κυρίαρχα θέματα μπορούν να αποτελέσουν τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί  το νέο.

Τέλος είναι απόλυτη ανάγκη να σηματοδοτηθεί η  πολιτική αυτονομία σαν σύγχρονη πρόταση κοινωνικής αλλαγής αρνούμενοι το διαμεσολαβητικό χαρακτήρα και ρόλο, που κάποιοι θα θέλανε. Η δορυφορική μορφή του εγχειρήματος είτε προς την πλευρά της ΝΔ είτε προς εκείνη του νεοσυντηρητικού ΣΥΡΙΖΑ ακυρώνει εν τη γενέσει του το επιχείρημα.

Αυτό επίσης σημαίνει ότι πρέπει να αποκτηθεί  η αναγκαία αυτογνωσία. Να γίνει εφικτή η ανατροπή  και ο μετασχηματισμός δομημένων σχέσεων εξουσίας. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη μετάβαση από το προσωπικό – ατομικό στο συλλογικό, στη λήψη των όποιων αποφάσεων.

Οι σκιαμαχίες και τα φοβικά σύνδρομα για τα διαδικαστικά της ιστορίας αυτής, οι λογικές των προσώπων και μόνο, αλλά και η επαναφορά στο προσκήνιο εκείνων των χαρακτηριστικών που σημάδεψαν την κρίση απαξίωσης αυτού του χώρου, δεν βοηθούν την προσπάθεια.

Όσοι κατανοούν την κρισιμότητα των στιγμών δεν μπορούν ούτε να κρύβονται, ούτε να επιλέγουν το παρασκήνιο.

Εσύ Γιώργο έφυγες νωρίς…

giorgiosΔύσκολη η αποδοχή της απώλειας ανθρώπων που δέθηκες μαζί τους. Ακόμη πιο δύσκολη όταν για χρόνια ταυτίζεσαι μαζί τους, μοιράζεσαι χρόνο , ώρες και στιγμές, μοιράζεσαι  ένα μεγάλο μέρος της ζωής σου, τις σκέψεις σου, την καθημερινότητα, τα μικρά και τα μεγάλα…

Τόσο δύσκολη αυτή η αποδοχή της πραγματικότητας που ακόμη και μετά από ένα χρόνο περίπου, επιμένεις να περιμένεις…

Να περιμένεις να χτυπήσει το τηλέφωνο τη γνωστή ώρα το πρωί, επιμένεις να ακούσεις το «Σουσλόφ μου τι κάνεις;», επιμένεις να τον δεις ξαφνικά μπροστά σου, με τον πράσινο φάκελο στα χέρια, απαιτητικό για συζήτηση εκείνη τη στιγμή και με αγωνία μικρού παιδιού να ακούσει την άποψη σου για αυτά που σκέφτηκε ή για αυτά που θέλει να κάνει.

Ο Γιώργος έφυγε νωρίς. Πολύ νωρίς. Και πήρε μαζί του μια διαφορετική λογική για την πολιτική και τη ζωή, από αυτή που κυριαρχεί αυτά τα χρόνια.

Γιατί δύσκολα θα μπορέσεις να μιλήσεις για τιμιότητα και ηθική στην πολιτική και να μην σκεφτείς αυτόν.

Δύσκολα θα μπορέσεις να μιλήσεις για καθαρότητα και ειλικρίνεια στις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε ανθρώπους της πολιτικής και να μην τα ταυτίσεις με αυτόν.

Δύσκολα θα μπορέσεις να μιλήσεις για ανθρωπιά, απλότητα, συντροφικότητα ρε φίλε (χωρίς εισαγωγικά) και να μην πεις το όνομά του.

Και αν σκεφτείς κάποιον ρομαντικό και μοναχικό καβαλάρη να πηγαίνει αντίθετα με όλα και με όλους, να μη νοιάζεται για το «εγώ» του παρά μόνο για τους άλλους, θα σου πω, ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο υγιές από αυτό, τίποτα πιο αληθινό και τίποτα πιο δυνατό.

Ο Γιώργος ζούσε για τις αρχές και τα πιστεύω του. Ζούσε για τους άλλους. Χαίρονταν με τη χαρά των άλλων και πονούσε με τη στεναχώρια τους…

Γίνονταν «χαλί να τον πατήσεις», έβαζε σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό του, προκειμένου να βοηθήσει, αλλά δεν άντεχε την υποκρισία και την αχαριστία. Εκεί τραβούσε οριστική διαγραφή ακόμη και αν κάτι τέτοιο τον έκανε να πονέσει πολύ περισσότερο από τον άλλο.

Δεν μπορούσε να χωνέψει το πώς αυτός που βοήθησε και εμπιστεύτηκε, τον πλήρωσε με αχαριστία. Δεν το ήξερε αυτό το «παιχνίδι», δεν το έκανε ποτέ του…

Όταν λίγο πριν το μεσημέρι της 31ης Μαΐου πέρυσι, πριν ένα χρόνο περίπου, άκουσα από τη Σοφία το «Ναι είναι αλήθεια Βασίλη. Έφυγε ο Γιώργος»,  το μόνο που μπόρεσα να ψελλίσω ήταν ένα «γιατί;»…

Αυτό που δεν έχει απάντηση. Αυτό για το οποίο δεν περιμένεις απάντηση. Το «γιατί» της πίκρας, της αμηχανίας, των ερωτηματικών που γίνεται γρήγορα οργή και πόνος για την απώλεια, φόβος για το κενό στην καρδιά σου, ανησυχία για τους δικούς του ανθρώπους.

Είχαμε μιλήσει μόλις την προηγουμένη το πρωί. «Σουσλόφ, σκέφτηκα και έχεις δίκιο για την εκδήλωση. Να την αφήσουμε για αργότερα γιατί και εγώ δε νοιώθω και τόσο καλά. Θα τα πούμε αύριο…». Ήθελε να οργανώσει μια εκδήλωση με αφορμή την επέτειο του θανάτου του Α. Παπανδρέου, με στόχο να αναγκάσει όλες τις «φυλές» του ΠΑΣΟΚ, να βρεθούνε μαζί και να τους ζητήσει συστράτευση και ενότητα για να ξαναφτιαχτεί η παράταξη… Είχα διαφωνήσει, όχι για το περιεχόμενο αλλά για τη χρονική επιλογή, ξέροντας ότι η κατάσταση της υγείας του δεν ήταν η καλύτερη.

Δεν τα είπαμε την επομένη… Δεν τα είπαμε ποτέ ξανά.

Έχουμε όμως πει τόσα αυτά τα χρόνια, που φτάνουν για μια ζωή…

Και νοιώθω τυχερός που μου εκμυστηρεύτηκε τόσα και άτυχος που πρέπει να τα κρατήσω μυστικά, τηρώντας την υπόσχεση μου.

Ένα χρόνο μετά… όχι δεν το έχω αποδεχτεί.

Όπως φαντάζομαι δεν το έχουν αποδεχτεί και οι συνοδοιπόροι του στην «Αριστερή Πρωτοβουλία», οι φίλοι του στο Tivoli που θα τον περιμένουν ακόμη για τον πρωινό καφέ, οι φίλοι του στην Ερατεινή που δεν θα τον δούνε από τα ξημερώματα με τη σακούλα με τα κουλούρια που συνοδεύανε τη συζήτηση, όλοι όσοι θα περιμένουν ακόμη να χτυπήσει το τηλέφωνο για να ακούσουν το «αδελφούλη μου…», οι φίλοι του στην πολιτική (γνωστοί ή λιγότερο γνωστοί), η οικογένεια του…

Δε νοιώθω μόνος μου σε αυτό το περίεργο παιχνίδι της καρδιάς και της λογικής.

Νοιώθω σίγουρα τυχερός που τον έζησα αυτά τα χρόνια. Που με εμπιστεύτηκε.

Που με τίμησε όταν κάλεσε και εμένα εκείνη τη βροχερή Κυριακή στην Ερατεινή, για να μας ανακοινώσει την περιπέτεια της υγείας του και να συζητήσουμε το τι θα κάνουμε.

Γιώργο έφυγες νωρίς. Πολύ νωρίς. Και άφησες ένα τεράστιο κενό στη μικρή γωνιά της πολιτικής ζωής που στέκονται όσοι πιστεύουν στην αλήθεια και την ειλικρίνεια. Στην καθαρότητα και στην συνεχή προσπάθεια να μένουν σταθεροί σε αυτά που πιστεύουν.

Αργά ή γρήγορα θα ξαναβρεθούμε, στους μπαξέδες σύντροφε μου!

Το πολιτικό σύστημα και η ανάγκη μιας συγκροτημένης προοδευτικής – σοσιαλιστικής παράταξης

_AR_0285Η πρώτη φάση αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού σαν αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας αντιμετώπισης των επιπτώσεων της στην κοινωνία από τις άλλοτε κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, ολοκληρώθηκε με πλήρη επιτυχία για όσους προσέβλεπαν στην ολοκληρωτική υποταγή της χώρας.

Επιλέχθηκαν και προωθήθηκαν οι πλέον κατάλληλοι για αυτό και διαμορφώθηκαν και τα κατάλληλα υποστηρίγματα, προκειμένου να διασφαλιστεί η μετάβαση στη νέα εποχή της πλήρους Βαλκανοποίησης της χώρας.

Κόμματα αδύναμα, σε μόνιμη κρίση, χωρίς πολιτική ταυτότητα, χωρίς στρατηγική. Κόμματα της κρίσης σε μόνιμη κρίση αντιπροσώπευσης, κόμματα του σήμερα, χωρίς προοπτική.

Πολιτικές φιγούρες που πουλούν τη γραφικότητα τους και τις διασυνδέσεις τους με τα κέντρα λήψης των ουσιαστικών αποφάσεων, που στηρίζουν μια και μόνη λογική διαχείρισης της κρίσης και αυτοαναγορεύονται σε ρόλο ρυθμιστή του πολιτικού συστήματος.

Και βεβαίως οι απαραίτητοι συνεργάτες καθώς το πείραμα Παπαδήμου και κυρίως οι αποδόσεις του θα παραμένουν πάντοτε η επιλογή της άλλης ημέρας.

Η σημερινή χαρτογράφηση του πολιτικού συστήματος δεν μπορεί να εντοπίσει αυτό που λέμε προοδευτική παράταξη. Αναζητείται αλλά δεν είναι πουθενά.

Αυτό που υπάρχει είναι τα υπολείμματα του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ, πρόσωπα κυρίως και όχι κόμμα με την έννοια ενός συγκροτημένου κόμματος με κοινωνικές αναφορές, μαζί με «εκπρόσωπους»  υποτίθεται άλλων κομματιών της κεντροαριστεράς που δεν εκφράζουν τίποτα και απλά διασφαλίζουν την πολιτική τους ύπαρξη

Και δεν είναι η εικόνα της Βουλής ή τα ποσοστά καταγραφής στις εκλογικές διαδικασίες, αλλά η κοινωνική απαξία και η πλήρης απομάκρυνση από τις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας.

Το υπάρχον πολιτικό σύστημα γέρνει επικίνδυνα προς τη συντήρηση, δημιουργώντας μια πολιτική ανισορροπία ιδιαίτερα επικίνδυνη.

Η ανισορροπία του πολιτικού συστήματος της κρίσης έγκειται στο γεγονός ότι απέναντι σε ένα ιδιαίτερο μεγεθυμένο συντηρητικό στρατόπεδο, δεν υπάρχει συγκροτημένη και ικανή πολιτικά και οργανωτικά προοδευτική παράταξη. Υπάρχει ο κοινωνικός χώρος, υπάρχουν οι δυνάμεις εκείνες που μπορούν να συνεισφέρουν, δεν μπορούν όμως να εκπροσωπηθούν πολιτικά.

Η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης είναι εδώ πιο έντονη από κάθε άλλη φορά.

Οι κοινωνικές διεργασίες δεν βρίσκουν πολιτική αντιστοίχηση και το πολιτικό υποκείμενο που θα εμπνεύσει, θα δράσει, θα ενοποιήσει, θα εκφράσει και τελικά θα διεκδικήσει τα αιτήματα των πολλών θιγόμενων από τα αποτελέσματα των μνημονιακών πολιτικών, που θα λειτουργήσει σαν καταλύτης για μια άλλη πορεία της χώρας, απλά δεν υπάρχει.

Και δεν υπάρχει γιατί οι δυνάμεις που υπηρέτησαν και υπηρετούν τις πολιτικές της κρίσης, δεν μπορούν και δεν είναι δυνατόν να εκφράσουν τις νέες κοινωνικές ισορροπίες που δημιούργησαν αυτές οι πολιτικές. Τι μπορούν να εκφράσουν ταξικά και άρα προοπτικά τα κόμματα που συμπίπτουν στην ψήφιση των μνημονίων, όταν αυτές οι πολιτικές συγκρούονται με την κοινωνία;

Η απουσία όμως της προοδευτικής παράταξης καθορίζει τις αρνητικές εξελίξεις.

Η πολιτική αδυναμία του χώρου μας διευκολύνει την επιβίωση των μετρίων αλλά χρησίμων για τις επιλογές του συστήματος, αδυνατεί να αντιμετωπίσει την κατασυκοφάντηση της πολιτικής ιστορίας και διαδρομής της προοδευτικής παράταξης της πατρίδας, αδυνατεί να αντιμετωπίσει την συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, που στα απόνερα της ανακυκλώνει το λαϊκισμό, τη ξενοφοβία, την απογοήτευση και την δημιουργία μιας πλασματικής εικόνας για την Αριστερά και την προσφορά της.

Μιλάμε για μια κοινωνία όπου η φτώχεια, η απογοήτευση, η έλλειψη οράματος και προοπτικής την οδηγεί σε τιμωρητικές επιλογές, στάσεις αντι- και επικίνδυνες πολιτικές αντιστοιχίσεις.

Στο πρόσφορο έδαφος του λαϊκισμού αναπτύσσονται απόψεις ιδιαίτερα επικίνδυνες για την ίδια τη δημοκρατία, την ίδια στιγμή που τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης (φτώχεια και ανεργία) λειτουργούν ενισχυτικά για την ανάπτυξη των νεοφασιστικών μορφωμάτων με ξενοφοβικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά.

Η καλλιέργεια της ιδεοληψίας ότι για όλα φταίει η πολιτική (και όχι οι επιλογές συγκεκριμένων πολιτικών), ότι η πολιτική είναι συνώνυμο της απάτης και της λαμογιάς, ότι φταίει η δημοκρατία που τα συστήματα διαπλοκής και διαφθοράς καθόρισαν εξελίξεις, ότι φταίει ο μετανάστης για τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, ότι σε αυτό και σε κάθε άλλο πολιτικό σύστημα όλοι ίδιοι είναι, άρα δεν τους χρειαζόμαστε είναι η κλασσική μεθοδολογία ανάπτυξης των ξενοφοβικών και νεοφασιστικών κομμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτό δεν  μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο με ανατροπή των συνθηκών που  δημιουργούν στη λαϊκή βάση αυτές τις ψευδαισθήσεις.

Η Γαλλία της δεκαετία του ’80 είναι ένα καλό παράδειγμα για το πως αναπτύσσονται αντιδημοκρατικές απόψεις, όταν κρίση , ανεργία, υποανάπτυξη και υποερφορολόγηση διαλύουν τις αδύναμες κοινωνικά ομάδες. Κάπως έτσι η «κόκκινη» Μασσαλία μετατράπηκε σε προπύργιο του Λεπέν.

Με τη μετατόπιση και του ΣΥΡΙΖΑ στη συντηρητική πλευρά του πολιτικού χάρτη ( οι πολιτικές επιλογές και οι πρακτικές διαμορφώνουν το πολιτικό πρόσημο κάθε κόμματος), ο χώρος της προόδου, της πραγματικά προοδευτικής και ρεαλιστικής Αριστεράς, παραμένει κενός…

Όχι ότι τον εξέφρασε πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ.

Απλά λειτούργησε σαν η δεξαμενή συγκέντρωσης των ψήφων και των πολιτών που απογοητευμένοι από τον πολιτικό συμβιβασμό και μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ και γοητευμένοι από την έκφραση του υποτιθέμενου «αριστερού» λαϊκισμού, επέλεξαν τη συγκέντρωση τους εκεί.

Οι διαχωριστικές γραμμές που τράβηξε η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ με την κοινωνία με κορύφωση την κυβερνητική συνεργασία με τη ΝΔ ήταν οι θρυαλλίδες για τη διάλυση του χώρου, ενός πολιτικού χώρου που για πολλά χρόνια όμως αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα αποιδεολογικοποίησης , αποσύνδεσης με τα κοινωνικά κινήματα, υποχώρηση της εσωκομματικής δημοκρατίας και της αξιοκρατίας.

Έτσι το κίνημα ΠΑΣΟΚ συρρικνώθηκε ως συλλογικό πολιτικό υποκείμενο, προδόθηκαν οι αρχές του, ο κόσμος του και το προοδευτικό του πρόγραμμα, σε μια κρίση όπου μεταξύ των άλλων υπονομεύτηκε πολύ σοβαρά η συμμαχία προοδευτικών και πολιτικών δυνάμεων που διαμόρφωσαν αυτό το κίνημα.

Ας κρατήσουμε τα προηγούμενο στην αναζήτηση των όρων και των προϋποθέσεων για τη δημιουργία της προοδευτικής παράταξης.

Για να προχωρήσουμε λοιπόν σε αυτή, για επαναφέρουμε την πολιτική ισορροπία στη χώρα μας, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή και κυρίως να αντιληφθούμε τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας σήμερα.

Προτάσεις που ξεκινούν από τα σημερινά απομεινάρια της κρίσης, που ανακυκλώνουν λογικές που ηττήθηκαν, που δεν έχουν καθαρό, προοδευτικό πρόσημο, που εμφανίζονται πρόθυμες για οικουμενικές και συγκυβερνήσεις, που αναζητούν μονίμως τη θαλπωρή της εξουσίας είναι από χέρι καμένες. Καταδικασμένες σε αποτυχία. Και δεν αντέχουμε άλλη! Δεν αντέχουμε νέο σχήμα 58 ή ΕΛΙΑ ή ΔΗΜΑΡ πες με Θεοχαρόπουλο.

Να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Να συζητήσουμε σοβαρά για τα πέντε μεγάλα ζητήματα που προκύπτουν για τη χώρα από εδώ και στο εξής:

Τη βαθιά ύφεση, τη νέα φτώχεια, την υποχώρηση της Δημοκρατίας, το έλλειμμα λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας και βεβαίως το ποιες πολιτικές δυνάμεις θα οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση και την κηδεμονία.

Οι απαντήσεις και οι συμφωνίες σε αυτά τα πέντε κυρίαρχα θέματα μπορούν να αποτελέσουν τη βάση πάνω στην οποία οφείλουμε να χτίσουμε το νέο.

Συγκολλητικό στοιχείο πρέπει να είναι η  σύνδεση με τις προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις, αγροτών- εργατών- μισθωτών- νεολαίας- μικρών και μεσαίων επιχειρηματιών- αυτοαπασχολουμένων ανέργων και δημιουργικών δυνάμεων της χώρας, αλλά και η πλήρης αντίθεση με τις αντιφάσεις και τις πολιτικές δυισμού και διχασμού μεταξύ των προοδευτικών πολιτικών και των ασκούμενων πολιτικών της κυβέρνησης.

Με απλά λόγια δεν είναι αριστερά ο ΣΥΡΙΖΑ και δεν νοείται να λειτουργεί στο όνομα της καθώς ρεαλιστική αναγκαιότητα είναι η έξοδος από την κρίση με προοδευτική και σοσιαλιστική πολιτική, όχι με πολιτική τρόικας και μνημονίου.

Όραμα μας αδιαπραγμάτευτο, η αλλαγή της κοινωνίας.

Μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς καταπίεση , χωρίς αλλοτρίωση.

Μια κοινωνία ανοιχτή και σύγχρονη, δημοκρατική και δίκαιη, ελεύθερη και αυτοδιαχειριστική, μια κοινωνία πολιτών με ελευθερίες και δικαιώματα, με αυτονομία και αυτοδιαχείριση.

Μια κοινωνία με επίκεντρο τον άνθρωπο, δημιουργό, κριτή και παραγωγό γνώσεων, ιδανικών και αγαθών. Μια κοινωνία για την οποία θα ισχύει το αυτονόητο:

« Η ελεύθερη ανάπτυξη κάθε ανθρώπου είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη όλων».

Η λέξη ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ είναι που σηματοδοτεί το πραγματικό όνομα και το πραγματικό νόημα στις ιδέες της ελευθερίας και της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της ισότητας. Προσδιορίζει τις πανανθρώπινες αξίες που δεν μπορεί να είναι φθαρμένες , ακρωτηριασμένες, παραπλανητικές και απωθητικές.

Σηματοδοτεί τη λυτρωτική δύναμη των ιδεών σε όλες τους τις πτυχές, την πολιτική, την κοινωνική, την οικονομική, την πολιτισμική και την ηθική.

Και δεν φοβόμαστε να την πούμε!

Η βάση της προσπάθειας αυτής πρέπει και επιβάλλεται να είναι η προοδευτική βάση του άλλοτε ΠΑΣΟΚ που απέχει έτη φωτός από τις μονεταριστικές και νεοφιλελεύθερες ομάδες που αναίρεσαν το σοσιαλιστικό χαρακτήρα του κινήματος.

Στοιχείο της κρίσης αποτελούν η επίθεση στην πολιτική και στις προοδευτικές πολιτικές σήμερα, η προσπάθεια συμψηφισμού της χρεωκοπημένης νεοφιλελεύθερης πολιτικής με την πολιτική συνολικά και ειδικότερα με την προοδευτική πολιτική, με όρους κατευθυνόμενου φανατισμού εναντίον των προοδευτικών και σοσιαλιστικών δυνάμεων.

Για να ξεκινήσουμε πρέπει να το αντιμετωπίσουμε.

Με ποιον τρόπο;

Με πραγματική επαναπολιτικοποίηση και επαναϊδεολογικοποίηση του χώρου, με συλλογικές και δημοκρατικές διαδικασίες παντού, από τη βάση προς την κορυφή, με ειλικρινή συζήτηση και με δημοκρατικές αποφάσεις για το τι δέον γενέσθαι, ώστε να ενισχύσουμε τους δεσμούς μας  με τα προοδευτικά κοινωνικά κινήματα..

Είναι πάντοτε και παντού, οι κοινωνικές διεργασίες που σου δείχνουν το δρόμο και όχι κινήσεις που αφορούν αποκλειστικά και μόνο συναθροίσεις παραγόντων που αγωνιούν για το πολιτικό τους μέλλον.

Δεν μπορεί η όποια προσπάθεια να αντιμετωπίζει μηχανισμούς προσωπικών συμφερόντων και αξιωματούχους αλλοτινών εποχών.

Τι χρειαζόμαστε; Τι χρειάζεται η χώρα; Τι μπορεί να εκφράσει τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας;

Μια παράταξη Δημοκρατική, που πιστεύει στην εξουσία του λαού, από τον λαό, για τον λαό.

Μια παράταξη πραγματικά Πατριωτική που πιστεύει ότι η κατάκτηση της Εθνικής Ανεξαρτησίας αποτελεί προϋπόθεση της λαϊκής κυριαρχίας.

Μια παράταξη ευρωπαϊκή. Αυτό προϋποθέτει τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής που θα υπερβαίνει τα σύνορα, χωρίς να χάνονται οι ιδιομορφίες των χωρών και οι ιδιαιτερότητες των πολιτικών σχηματισμών.

Μια παράταξη με στόχο τον μετασχηματισμό, που θέλει να αλλάξει τη ζωή καταργώντας το απαράδεκτο, κάθε φορά που αυτό είναι εφικτό.

Μια παράταξη διεθνιστική, που πιστεύει στο παλιό όνειρο μιας νέας διεθνούς τάξης θεμελιωμένης στην ειρήνη, το δίκαιο και την ανάπτυξη.

Μια παράταξη ρεαλιστική που αρνείται τη μοιρολατρία, θέλει να φέρει την ελπίδα χωρίς να σπείρει ψευδαισθήσεις

Μια παράταξη που υποστηρίζει:

  • την ολοκλήρωση. Πιστεύει στην ελευθερία της συνείδησης και της γνώμης σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία.
  • την εργασία. Την οποία θεωρεί θεμελιώδη αξία για την ολοκλήρωση. Γνωρίζει πως μια δυναμική οικονομία δεν είναι μια οικονομία που δεν καταστρέφει θέσεις εργασίας, αλλά μια οικονομία που δημιουργεί περισσότερες από όσες καταργεί.

την αναδιανομή. Δεν πιστεύει πως η συσσώρευση του πλούτου σε μερικούς είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόοδο όλων. Αντιθέτως, πιστεύει πως η διαρκής μάχη για την ισότητα είναι κοινωνικά δίκαιη και οικονομικά αποτελεσματική.

Την παιδεία. Θέλει ταυτόχρονα την ακαδημαϊκή υπεροχή και τον εκδημοκρατισμό της πρόσβασης στη γνώση

Την οικολογία

Την ηθική. Σε αυτήν την Αριστερά δεν υπάρχει χώρος για άτομα που έστω κατ’ ελάχιστο εκμεταλλεύτηκαν τη δημόσια θέση τους. Και αυτό οφείλει να το αποδεικνύει καθημερινά.

Την αλληλεγγύη και την ανεκτικότητα. Εκφράζει την αλληλεγγύη της σε κάθε πολίτη της χώρας και αρνείται λογικές ρατσισμού και  ξενοφοβίας που οδηγούν στον εκφασισμό της κοινωνίας.

Αυτά συνιστούν από μόνα τους έναν καινούργιο κώδικα επικοινωνίας με τις διάσπαρτες δυνάμεις του χώρου και ελπίζω μια καλή βάση για να χτίσουμε.

Αυτό μας υποχρεώνει να μιλήσουμε εκτός αιθούσης.

Να προτείνουμε προς όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις , προς όλους τους πολίτες, που δεν προβληματίζονται μόνο για την έξοδο από την κρίση αλλά συνειδητοποιούν και ψάχνουν και ελπίζουν για την έξοδο από το σύστημα που γεννά την κρίση και κριτική και Διάλογο και Συνεργασία και Κοινή Δράση σε όλα τα καθημερινά μέτωπα πάλης.

Να δοκιμάσουμε και να προβάλλουμε μια μακρόπνοα και αλληλέγγυα στάση και δημιουργική δράση για μια Ελλάδα ακέραια και κυρίαρχη, ανεξάρτητη και σοσιαλιστική, για μια κοινωνία ανθρώπινη, χωρίς εκμετάλλευση και δίχως αλλοτρίωση.

Να εκφράσουμε και πάλι το κοινωνικά επιθυμητό, αλλά να μπορούμε να ξεχωρίσουμε το πραγματικά αναγκαίο και να προσδιορίσουμε το εφικτό.

Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται να αποκτήσουμε την πολιτική μας αυτονομία σαν σύγχρονη πρόταση κοινωνικής αλλαγής αρνούμενοι το διαμεσολαβητικό χαρακτήρα και ρόλο, που άλλοι θα θέλανε για εμάς.

Αυτό επίσης σημαίνει ότι πρέπει να αποκτήσουμε την αναγκαία αυτογνωσία. Να μπορέσουμε να ανατρέψουμε και να μετασχηματίσουμε δομημένες σχέσεις εξουσίας. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη μετάβαση από το προσωπικό – ατομικό στο συλλογικό, στη λήψη των όποιων αποφάσεων.

Η πρωτοβουλία αυτή αφορά όλους όσους μπορούν να αντιληφθούν ότι  η συγκρότηση και πάλι της μεγάλης δημοκρατικής και σοσιαλιστικής παράταξης δεν είναι το κάτι που πρέπει να γίνει, αλλά η ικανή, αναγκαία και ιστορικά επιβεβλημένη συνθήκη για την ανατροπή της πορείας εξαθλίωσης της χώρας.

Για αυτό επιμένω πως όσοι κατανοούν την κρισιμότητα των στιγμών δεν μπορούν ούτε να κρύβονται, ούτε να επιλέγουν το παρασκήνιο. Οφείλουν να δηλώσουν παρών, σε έναν κρίσιμο και σημαντικό αγώνα, σε μια μοναδικά ιστορική στιγμή.

Το οφείλουν και το οφείλουμε όλοι μας, στους αγώνες του λαού μας, που δεν μπορεί να ευτελίζονται και να συκοφαντούνται από πολιτικούς και παρατρεχάμενους που είναι επικίνδυνοι για το λαό και τη χώρα.

Τα περιθώρια στενεύουν επικίνδυνα και πρέπει όλοι μας να πάρουμε τις αποφάσεις μας.

* Τα παραπάνω αποτέλεσαν την εισήγηση μου στη συνάντηση της ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ στις 20 Φεβρουαρίου, στην Αθήνα στο ξενοδοχείο ΤΙΤΑΝΙΑ.