Σενάρια και «συμμαχίες»

europeΗ εγκατάσταση της μνημονιακής (καταθλιπτικής) κανονικότητας στην Ελλάδα συνοδεύτηκε από την ανάπτυξη θεωριών, σχετικά με τις δυνατότητες αποφυγής μιας σκληρής μοίρας. Δηλαδή του κατά πόσο υπήρξε τρόπος να ξεφύγει η χώρα από τις δαγκάνες του ΔΝΤ και τις «εξυγιαντικές» παρεμβάσεις της ευρωπαϊκής ένωσης.

Εν αρχή ήν η εμμονή σε συνομωσιολογικά σενάρια, τα οποία δαιμονοποίησαν τον Γ. Παπανδρέου και τις επιλογές του, το 2010. Κατά την προσφιλή ρητορική των συνήθων πατριωτικών κύκλων οικιοθελώς έστειλε την Ελλάδα στο ΔΝΤ- καθότι φίλα προσκείμενος στις ΗΠΑ- ενώ (υποτίθεται πως) δεν υπήρχε χρηματοδοτική ασφυξία. Υπό το φως νεότερων στοιχείων και μαρτυριών αυτή η ερμηνεία αποδυναμώθηκε αισθητά, καθώς αρκετοί κατανόησαν πως η φυγή του Κ. Καραμανλή από την πρωθυπουργία το 2009 αποτέλεσε έμμεση πρόβλεψη του τι θα επακολουθούσε.

 Εν συνεχεία διακινήθηκαν οι εκτιμήσεις πως, αντί να προσφύγει στο ΔΝΤ, θα μπορούσε η Ελλάδα να δανεισθεί από την Ρωσία και την Κίνα.

Έστω κι αν ο τότε πρόεδρος Μεντβέντιεφ υπέδειξε (με δημόσιες δηλώσεις του) στην χώρα να κατευθυνθεί στο ΔΝΤ. Ενώ η Κίνα εξέφρασε επανειλημμένα την δυσφορία της για το «χαλαρό πρόγραμμα» που εφάρμοσε το νομισματικό ταμείο στην ελληνική περίπτωση.

 Η πιο πρόσφατη περίπτωση ματαιωμένων προσδοκιών αφορά τις προεκλογικές προσεγγίσεις του Αλ. Τσίπρα.

Σύμφωνα μ’ αυτές οι χώρες του ευρωμεσογειακού νότου, οι οποίες επίσης στενάζουν από το βάρος των δικών τους μνημονίων, θα ενεργοποιούνταν θετικά μόλις η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κατέλυε – με την πολιτική της – τις χημικές αντιδράσεις στο εσωτερικό της ευρωζώνης.

Πλέον το αποτέλεσμα είναι πασιφανές.

Οι κεντροδεξιές κυβερνήσεις, σε Ισπανία και Πορτογαλία, φοβούμενες ένα εκλογικό «ντόμινο», στάθηκαν απόλυτα εχθρικές στις ελληνικές διεκδικήσεις. Φροντίζοντας να το καταστήσουν, ποικιλοτρόπως, απολύτως σαφές. Η ιταλική κυβέρνηση (της κεντροαριστεράς) κράτησε καλύτερη στάση, χωρίς ωστόσο ν’ αποτολμήσει ανοιχτή αντιπαράθεση με την τεχνογραφειοκρατία των Βρυξελλών.

Ίσως η μεγαλύτερη απογοήτευση να προήλθε από την στάση της Γαλλίας. Αφού οι σοσιαλιστές του Ολάντ, είχαν διακηρύξει πως θα συγκρούονταν με τα νεοφιλελεύθερα θέσφατα του Βερολίνου. Μόνο που η οικονομική κατάσταση της δεύτερης δύναμης της ευρωζώνης δεν επιτρέπει τέτοια ρίσκα.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, που εξηγεί αυτή την στάση. Ως μοναδικός στρατός εντός της Ε.Ε. (οικουμενικού μεγέθους εννοούμε) είναι απαραίτητο συμπλήρωμα στο «θησαυροφυλάκιό» της, που αποτελεί η Γερμανία. Συνεπώς εξασφαλίζει μια σημαντική – έστω όχι πρωτεύουσα- δυνατότητα συμμετοχής στο ευρωενωσιακό γίγνεσθαι. Αντίθετα αν συντονισθεί με τον, ανταγωνιστικό, αγγλοσαξωνικό πόλο θα ιεραρχηθεί πίσω από τις ΗΠΑ και τον ευρωπαϊκό τους βραχίονα, την Μ. Βρετανία.

Οπότε το κρατικό της συμφέρον είναι να συμπλέει με την γερμανική ηγεμονία.

Το διαπίστωσε (από πρώτο χέρι) ο Αλ. Τσίπρας στο πρόσφατο ταξίδι στο Παρίσι.

Αποδεικνύεται λοιπόν πως οι ψευδαισθήσεις, περί εναλλακτικής πολιτικής εντός της Ε.Ε., είναι καταδικασμένες να διαψεύδονται. Μπορεί η διαρκής επιβεβαίωση αυτής της ωμής πραγματικότητας να καταστρέφει ελπιδοφόρα οράματα και συνειρμούς δραπέτευσης απ’ αυτήν.

Δεν είναι φρόνιμο να αποκρύπτεται ωστόσο.

Advertisements

Βασιλικά και άλλα!

juan4Επ’ αφορμή της παραίτησης του Χ. Κάρλος από τον ισπανικό θρόνο ήρθε στην επιφάνεια και ο (επ’ αδελφή γαμβρός του) Κων. Γλύξμπουργκ.

Ο έκπτωτος του ελληνικού βασιλικού αξιώματος, που καταργήθηκε με το δημοψήφισμα του 1974, βρήκε την ευκαιρία να φιλοτεχνήσει ένα αγγελικό προφίλ –για την καυτή περίοδο 1963-1968.

Έτσι, αναπλάθοντας ιστορικά γεγονότα κατά το δοκούν, επιχειρεί να καταστεί συμπαθής, περίπου ως ατυχήσας.

Λόγου χάρη για τις σχέσεις του με τον Γεώργιο Παπανδρέου επιμένει πως «ήταν άψογες», διαψεύδοντας όσους ισχυρίζονται «ότι εγώ έδιωξα τον Γεώργιο Παπανδρέου από την πρωθυπουργία» το 1965. Παραθέτουμε απλώς την αποστροφή τού τότε πρωθυπουργού, μόλις ο νεαρός (εκείνη την περίοδο) μονάρχης έκανε δεκτή την προφορική υποβολή της παραίτησής του και αμέσως μετά όρκισε την κυβέρνηση ανδρεικέλων του υπό τον Γ. Νόβα. «Γνωρίζω τι έχετε κατά νου. Κάποτε θα το μετανοιώσετε, αλλά θα είναι αργά».

Ένας όχι και τόσο ειδυλλιακός επίλογος.

Μια άλλη παράμετρος των μυθοπλασιών του τέως αφορά την στάση του στην δικτατορία των συνταγματαρχών, αμέσως μετά την 21η Απρίλη του 1967. Ερωτηθείς για ποιον λόγο νομιμοποίησε θεσμικά την ψευδοκυβέρνηση Κόλλια αποκρίθηκε πως «αν δεν όρκιζα την χούντα θα γινόταν εμφύλιος».

Δεν είναι μόνο τ’ ότι το σενάριο πάσχει λογικά, μιας και από το πρώτο βράδυ κήρυξης του στρατιωτικού νόμου χιλιάδες πολίτες συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν. Άρα η (δυνάμει) άλλη πλευρά του πιθανού εμφυλίου είχε ήδη εξουδετερωθεί. Κυρίως αποκρύπτει την αλήθεια, η οποία ήλθε στο φως μετά από δημοσίευση στοιχείων και μαρτυριών.

Ότι δηλαδή ο Κ. Γλύξμπουργκ ετοίμαζε δικό του στρατιωτικό πραξικόπημα, την περίφημη «χούντα των στρατηγών» με κομβικό ρόλο των Σπαντιδάκη-Ζωιτάκη. Μόνο που η περίφημη «μικρή χούντα» των συνταγματαρχών πρόλαβε τη «μεγάλη», προς απογοήτευση του Κωνσταντίνου, που πατρονάριζε την δεύτερη –υπό την επίβλεψη και τις ευλογίες των ΗΠΑ και της CIA αμφότερες.

Εν τέλει επιτεύχθηκε συμφωνία και ο Σπαντιδάκης υλοποίησε το ΝΑΤΟϊκό σχέδιο «Προμηθεύς», με το οποίο μπήκε στον γύψο η χώρα.

Όλα αυτά ουδέποτε απαντήθηκαν από τον έκπτωτο, ίσως επειδή του κατέστρεφαν την αγιογραφική ανάπλαση της προσωπογραφίας του. Μόνο που το νυστέρι της έρευνας δεν αντιμετωπίζει χαριστικά την αυτού μεγαλειότητα.