Που βαδίζομεν κύριοι;

Βήμα – βήμα, δάκρυ – δάκρυ (που λέει και το άσμα) οι «κόκκινες γραμμές» της κυβέρνησης μετακινούνται, έστω και με αργόσυρτη δυσθυμία.

Πλησιάζοντας εκείνες των «θεσμών», οι οποίοι επιχειρούν να διευκολύνουν τον Αλ. Τσίπρα σ’ αυτή την διολίσθηση – ας μην την ονομάσουμε κωλοτούμπα, αφού οι νεολογισμοί έχουν την τιμητική τους.

Μετά την πρόταση Γιούνκερ, η οποία δεν ήταν τελεσιγραφικού χαρακτήρα αλλά «δημιουργικής σαφήνειας», η ελληνική πλευρά απέστειλε ένα «όχι» και μετά μιαν αντιπρόταση.

Η οποία συζητείται παρότι οι αρχικές πληροφορίες την ήθελαν να απορρίπτεται. Κάποιοι εκπρόσωποι των δανειστών έκαναν λόγο για μελέτη των προτάσεων «με φροντίδα και επιμέλεια».

Κάποιοι άλλοι έκαναν λόγο για «ασαφές αναμάσημα», ενώ αξιωματούχος της Ε.Ε. δήλωσε (κατά την αναφορά ανταποκριτή του γερμανικού ZDF) ότι «φρίξαμε».

Η (θα γίνει δε θα γίνει…) συνάντηση Μέρκελ – Ολάντ – Τσίπρα θα δείξει αν πρόκειται για τους ύστατους αντιπερισπασμούς πριν την υπογραφή, ή αν η διαπραγμάτευση τραβήξει κι άλλο.

Η χώρα πάντως υπερήφανα και ατρόμητα βαδίζει ολοταχώς από το κακό στο χειρότερο…

Advertisements

Ενδιαφέρουσες διεργασίες

67712-ioannouΤο ελληνικό ζήτημα σχετίζεται, άρρηκτα, με τα όσα συντελούνται στα κράτη – μέλη της Ε.Ε.

Όσο κι αν η τεχνογραφειοκρατία των Βρυξελλών επιχειρεί ν’ αποκρύψει την αγωνία της για τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό του αρχιτεκτονήματος που διευθύνει, τα πράγματα παίρνουν συγκεκριμένη τροπή.

Ισχυροποιούνται οι δυνάμεις που αμφισβητούν – συχνά από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες – την ευρωενωσιακή πολιτική, ακόμα και την ίδια την αναγκαιότητα ύπαρξης της Ε.Ε.

Στην Πορτογαλία η κεντροδεξιά κυβέρνηση του Π. Κοέλιο κινδυνεύει να ηττηθεί από την σοσιαλδημοκρατικού χρωματισμού αντιπολίτευση, παρά την έξοδο στις αγορές.

Στην Ισπανία το διακύβευμα, λόγου του μεγέθους της χώρας και των οικονομικών επιπτώσεών τους στην ευρωζώνη, είναι πολύ μεγαλύτερο. Το «Λαϊκό Κόμμα» του Μ. Ραχόι θα παίξει τα ρέστα του, απέναντι στο αριστερό «Podemos», σε μία σύγκρουση που θα επηρεάσει ολόκληρη την Ευρώπη. Την ώρα που ο πρωθυπουργός εμπλέκεται πολιτικά στο σκάνδαλο των «μαύρων ταμείων» – μέσω των οποίων επιχειρηματίες δωροδοκούσαν υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος, ώστε να εξασφαλίζουν επικερδή συμβόλαια για δουλειές με το κράτος.

Αλλά και στις εμβληματικές χώρες του ευρωμεσογειακού νότου, την Γαλλία και την Ιταλία, οι εξελίξεις προμηνύονται καταιγιστικές.

Η κυβέρνηση του Φ. Ολάντ αποτελεί ήδη «άταφο νεκρό» και απλά περιμένει να ολοκληρωθεί ο χρόνος θεσμικής παραμονής της στο τιμόνι της γαλλικής δημοκρατίας.  Η επάνοδος του Σαρκοζί στο προσκήνιο της δεξιάς δεν φαίνεται να λειτουργεί προωθητικά, τόσο για τον ίδιο όσο και για την παράταξή του – όπου οι ανταγωνισμοί κορυφαίων παραγόντων εντείνονται. Το νεοφασιστικό «εθνικό μέτωπο» της Ζαν – Μαρί – Λεπέν, υιοθετώντας μια ρητορική κατά της Ε.Ε. και των μουσουλμάνων μεταναστών, διακηρύσσει πως αν κερδίσει τις εκλογές του 2017 θα προκηρύξει δημοψήφισμα σχετικά με την παραμονή ή όχι της Γαλλίας στην ζώνη του ευρώ. Κινούμενο (δημοσκοπικά) πέριξ του 25% εκφράζει αυθεντικά τον γαλλικό σωβινισμό, ο οποίος αισθάνεται ταπεινωμένος από τον ρόλο του κομπάρσου του Βερολίνου στην Ε.Ε.

Αλλά και στην Ιταλία του κεντροαριστερού Μ. Ρέντσι τα προγράμματα λιτότητας και η απελευθέρωση των (ομαδικών) απολύσεων έχουν προκαλέσει έντονες αμφισβητήσεις, εντός και εκτός του κόμματός του. Η κεντροδεξιά του Σ. Μπερλουσκόνι, αντιμετωπίζοντας τις εσωτερικές της διαιρέσεις, διατηρεί μια σημαντική επιρροή.

Το περιβόητο «κίνημα των πέντε αστέρων» του Μπ. Γκρίλο βρίσκεται σε τροχιά αποδυνάμωσης και πολλαπλών διασπάσεων, εξ’ αιτίας και της ιδιορρυθμίας (με τάσεις καισαρισμού) του δημιουργού του. Στον χώρο της εθνικιστικής δεξιάς και των κληρονόμων της μουσολινικής παράδοσης συντελούνται συγκολλητικές διεργασίες. Η κάποτε αποσχιστική και αείποτε ξενοφοβική «Λίγκα του Βορρά» εγκατέλειψε την προπαγάνδα για την «κλέφτρα Ρώμη» και συνασπίζεται με τους φασίστες της «Casa Pound» – οι οποίοι δημιούργησαν τον πολιτικό φορέα «εθνική κυριαρχία – πρώτοι οι Ιταλοί».

Γίνεται σαφές πως η ανάδυση «πατριωτικών πόλων» έχει λάβει μορφή επιδημίας (με τα κινήματα αριστερής αμφισβήτησης της Ε.Ε. ν’ αποτελούν μια εναλλακτική αλλά μειοψηφική εκδοχή).

Η εγκατάσταση ενός τέτοιου σκηνικού απειλεί ευθέως την γερμανική ηγεμονία και εξηγεί εν πολλοίς την αδυσώπητη στάση του διδύμου Μέρκελ – Σόιμπλε.

Η συνέχεια επιφυλάσσει εκπλήξεις και ανατροπές.

 

Οι …ούτε κατά φαντασία … σοσιαλιστές!

ολαντ-μερκελΈχει ενδιαφέρον η στάση και τα πεπραγμένα της σημερινής μεταλλαγμένης σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη που ουδεμία σχέση έχει με τα προτάγματα των σοσιαλδημοκρατών περασμένων ιστορικών περιόδων.

Συμφιλιωμένα πλήρως με τον καπιταλισμό με όρους νεοφιλελευθερισμού προσπαθώντας απλά να εμφανιστούν σαν οι εκσυγχρονιστές και οι πιο αποτελεσματικοί διαχειριστές  του καπιταλιστικού συστήματος.

Στην πραγματικότητα παρακολουθούμε την αργή έκλειψη του σοσιαλδημοκρατικού / σοσιαλιστικού   προτάγματος από την προοδευτική ευρωπαϊκή πολιτική. Σήμερα το σοσιαλιστικό πρόταγμα  το συναντάμε ως ιδεοληψία, δημαγωγία ή νοσταλγία.

Τα συμπεράσματα από την τελευταία κυβερνητική κρίση στη Γαλλία έχουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον!

Η αφορμή για την κρίση στο εσωτερικό των «σοσιαλιστών» ήταν η λειτουργική ενσωμάτωση του προέδρου της χώρας (Ολάντ) στην γερμανική συνταγή λιτότητας. Να υπενθυμίσουμε πως καταλυτικό στοιχείο της επικράτησης του «PS» στις προεδρικές εκλογές ήταν η υπόσχεση πως θα υποχρεώσει το Βερολίνο να αλλάξει οικονομική ρότα.

Πολύ σύντομα έγινε σαφές πως κάτι τέτοιο βρισκόταν στην σφαίρα της φαντασίωσης.

Η γαλλική οικονομία ήταν (και παραμένει) σε δεινή θέση, με τους δείκτες να πιστοποιούν αυτή την πραγματικότητα. Η αναπτυξιακή πνοή που ευαγγελίσθηκε ο Φρ. Ολάντ ήταν ένα διανοητικό κατασκεύασμα και παρέμεινε ανεκπλήρωτη υπόσχεση.

Καθώς μια νεοκεϋνσιανή πολιτική είναι –στον κόσμο του ευρώ και της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου – ουτοπική προσδοκία. Η αλλεξάρτηση και η εποπτεία από το τεχνογραφειοκρατικό απαράτ των Βρυξελλών δεν επιτρέπουν τέτοιες αναβιώσεις ενός ιστορικού παρελθόντος.

Μοιραία η ρυμούλκηση από το άρμα της Μέρκελ είναι το μόνο που απέμεινε στον Φρ. Ολάντ.

Επί της ουσίας ο περίφημος γερμανογαλλικός άξονας αποτελεί αχρείαστη ανάμνηση. Οπότε και η όποια εξισορρόπηση δυνάμεων στον καθοδηγητικό πυρήνα έχει πάει περίπατο. Στο απόγειο της κρίσης η γερμανική μηχανή αναδεικνύεται κυρίαρχη, όσο και αν έχουν ξεφτίσει και οι δικές της αναπτυξιακές δυναμικές. Για πρώτη φορά από την δημιουργία της «ζώνης άνθρακα και χάλυβα» και εν συνεχεία της ΕΟΚ εμφανίζεται τέτοια μονοπώληση ισχύος.

Το τι θα σημάνει προοπτικά αυτή η λεόντειος εταιρεία είναι κάτι που θα μας το απαντήσει, στην ώρα του, το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι.

Προς το παρόν διαπιστώνεται η αλαζονική (κατά κράτος) επιβολή του νεοφιλελεύθερου διδύμου Μέρκελ – Σόιμπλε, με τους σοσιαλδημοκράτες σε ρόλο κυβερνητικών κομπάρσων. Αυτή η σκοτεινή περίοδος είναι άγνωστο πόσο θα διαρκέσει –καλύτερα θα συνεχίσει επί μακρόν αν δεν ανατραπεί εγκαίρως.

Πάντως η ομολογία υποταγής του Ολάντ –στις συνταγές της Μέρκελ – δεν αφήνει περιθώριο για σχετικές αυταπάτες.

Αυταπάτες που προσπαθούν να καλλιεργήσουν και οι εγχώριοι μιμητές του Ολάντ την ίδια στιγμή που αδυνατούν ή καλύτερα δεν θέλουν να ομολογήσουν το αυτονόητο:

Πως η δική τους κοινωνική και εκ των πραγμάτων εκλογική εξαΰλωση δεν οφείλεται σε κάποια αόρατη και ανεξήγητη δύναμη από το … υπερπέραν, αλλά στην ενσωμάτωση τους στο νεοσυντηρητικό μπλοκ δυνάμεων της χώρας.

Σε τέτοιο βαθμό που είναι απορίας άξια η εμμονή τους να χρησιμοποιούν, έστω και από συνήθεια, όρους σαν το σοσιαλισμό ή τη  σοσιαλδημοκρατία, τη στιγμή που παρακάμπτουν συστηματικά, το πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο τους.