Η “οικογενειακή ευθύνη” και ο πολιτικός Μεσαίωνας

Μια καινούργια παράμετρος προστέθηκε στη δημόσια πολιτική αντιπαράθεση που ξέσπασε με αφορμή τα όσα τραγικά συνέβησαν στην Αττική.

Καινούργια δεν θα την έλεγες, καθώς εφαρμόστηκε και στο παρελθόν σε εποχές αδελφοκτόνες στην Ελλάδα και νομοθετήθηκε από το χιτλερικό καθεστώς.

Στην προσπάθεια να μεταθέσει αλλού τις ευθύνες για τα τραγικά γεγονότα και αφού όλες οι γραμμές άμυνας της κυβερνητικής προπαγάνδας κατέρρευσαν από τα ίδια τα γεγονότα αλλά και την οργή (απόλυτα δικαιολογημένη) του κόσμου, η Κυβέρνηση δια του Υπουργού Υποδομών κ. Σπίρτζη επανέφερε στο προσκήνιο την «οικογενειακή ευθύνη».

Τη σκυτάλη πήραν κάποια στελέχη του Σύριζα αλλά και η Ν.Ε. του Σύριζα Λάρισας, η οποία στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τους τοπικούς βουλευτές της ΝΔ, θεώρησε πως το να χρησιμοποιήσει σαν επιχείρημα τη συγγένεια του ιδιοκτήτη του γνωστού οικοπέδου στο Μάτι, με στέλεχος της ΝΔ, αποτελεί σοβαρό επιχείρημα στην προσπάθεια υπεράσπισης της κυβερνητικής γραμμής.

«Ήταν συγγενής γνωστού στελέχους της ΝΔ» άρα… η πολιτική ευθύνη μεταφέρεται αλλού δια της οικογενείας και των συγγενικών σχέσεων! Θα μου πείτε μπορεί παραδίπλα να υπήρχε συγγενής κάποιου στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝΕΛ ή του ΠΑΣΟΚ. Ε και;

Στην Ελλάδα του Εμφυλίου η «οικογενειακή ευθύνη» ήταν αιτία πολλών εγκλημάτων εκατέρωθεν.

«Ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής άρα και αυτός τέτοιος είναι» ή « ο θείος του ήταν στα τάγματα ασφαλείας άρα και αυτός τέτοιος θα είναι»!

Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα των κοινωνικών φρονημάτων η εξέταση των πολιτικών πιστεύω του γενεαλογικού δένδρου κάποιου απετέλεσε κριτήριο για τον δικό του «χαρακτηρισμό»…

Η μεταφερόμενη «οικογενειακή ευθύνη» αποτελεί ότι πιο συντηρητικό, ότι πιο επικίνδυνο , ότι πιο διχαστικό θα μπορούσε να εφαρμόσει κάποιος στην πράξη και ιδιαίτερα κάποιος που θέλει να αυτοαναγορεύεται «προοδευτικός», συντρίβοντας την ίδια στιγμή το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της κάθε μιας και του καθένα στην πολιτική!

SIPPENHAFT (Ζίπενχάφτ), ο αντίστοιχος όρος της ναζιστικής ποινικής διάταξης που καθιστούσε τους συγγενείς , συνυπεύθυνους με τον δράστη αξιόποινων ποινικών πράξεων. Πράξεων όχι απλώς παραβατικών με την έννοια κλοπής, φόνου, βιασμού και …αλλά πράξεων που  οι ναζί θεωρούσαν ότι χρειάζονται τιμωρία. Ήσουν ομοφυλόφιλος, κομμουνιστής, εβραίος, Αριστερός, ακτιβιστής …

Αυτές οι λογικές επανέρχονται στην Ελλάδα του 2018 μέσω του Σπίρτζη και των ανακοινώσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Λογικές που συγκρούονται με τις διαχρονικές αξίες της Αριστεράς, λογικές που αποδεικνύουν ότι η προσπάθεια παραμονής στην εξουσία μπορεί να χρησιμοποιήσει κάθε δυνατή παράμετρο πολιτικής ηθικής ακόμη και της πιο …ανήθικης.

Λογικές που οδηγούν σε πολιτικό «Μεσαίωνα» και αφήνουν παρακαταθήκη στην ιστορία της πολιτικής αθλιότητας αυτής της χώρας.

Όσοι πιστεύουν ότι με αυτές μπορούν να δικαιολογήσουν τις τεράστιες ευθύνες τους για την τραγωδία, να στηρίξουν μια ανύπαρκτη και επικίνδυνη κυβερνητική πολιτική, να μεταφέρουν σε όλους ευθύνες πλην του εαυτού τους, να ψαρέψουν στα θολά νερά του ιδιότυπου διχασμού που δημιουργεί η «οικογενειακή ευθύνη», ας σκεφτούν το μέγεθος του κακού που προκαλούν σε μια ήδη οργισμένη κοινωνία.

Advertisements

«Το ΠΑΣΟΚ ψηφίζει Καραμανλή, οι φοιτητές ψηφίζουν Πανσπουδαστική»

33 χρόνια πίσω!

… Μια βουτιά στην ιστορία και στα νιάτα μας…

Μου το θύμισε ένας φίλος και μου έδωσε την αφορμή να θυμηθώ μια σημαντική στιγμή. Είναι η περίοδος όπου το ΠΑΣΟΚ αποφασίζει να προτείνει για πρόεδρο της Δημοκρατίας το Χρήστο Σαρτζετάκη, ανατρέποντας την λογική που ήθελε να συνεχίσει με τον Κ. Καραμανλή στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα της χώρας.

Να θυμηθούμε :

Στις 10-14 Μαΐου 1984 γίνεται το 1ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Ο Α. Παπανδρέου, ο οποίος είναι και ο μοναδικός υποψήφιος για τη θέση του προέδρου του κινήματος εκλέγεται δια βοής. Το ΠΑΣΟΚ έχει φτάσει τα 200.000 μέλη.

Στις 17 Ιουνίου του ίδιου έτους γίνονται οι ευρωεκλογές.

Η ΝΔ, με αρχηγό της τον Ε. Αβέρωφ, επιλέγει μια μετωπική πολιτική σύγκρουση εφ’ όλης της ύλης, καλλιεργώντας κλίμα φανατισμού και τραμπουκισμού, προκειμένου να πετύχει μια πρώτη νίκη κατά του ΠΑΣΟΚ. Συγκρούσεις με τις οργανωμένες παραστρατιωτικές ομάδες (Κένταυροι και Ρέιτζερς) , ξύλο και άγριες καταστάσεις, τραυματισμοί και παρά λίγο θύματα. Στη Θεσσαλονίκη , όπου βρισκόμουνα, η αγριότητα και ο τραμπουκισμός ξεπέρασε κάθε όριο.

Η πολιτική και κοινωνική πόλωση είναι μεγάλη και φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδίωκε η ΝΔ, συσπειρώνοντας ουσιαστικά τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ έρχεται, πάλι, πρώτο κόμμα ξεπερνώντας τη Νέα Δημοκρατία κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες, η οποία οδηγείται σε αντικατάσταση του Ε. Αβέρωφ από την ηγεσία του κόμματος, ο οποίος κι αυτός είχε αντικαταστήσει τον Γ. Ράλλη που χρεώθηκε την ήττα των εκλογών του 1981. Τον Ε. Αβέρωφ αντικατέστησε ο Κ. Μητσοτάκης.

Τον Μάρτιο του 1985 λήγει η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας και το ΠΑΣΟΚ πρέπει να κάνει την πρότασή του. Εν τω μεταξύ αναπτύσσεται έντονη φιλολογία ότι το ΠΑΣΟΚ θα υποστηρίξει εκ νέου για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Κ. Καραμανλή. Εξάλλου δεν είναι και λίγα τα στελέχη της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ που υποστηρίζουν την υποψηφιότητα Καραμανλή. Για την ακρίβεια οι περισσότεροι πλην ολίγων, επιχειρηματολογούν υπερ της αναγκαιότητας της συγκατοίκησης. Είναι μια δύσκολη περίοδος για το κίνημα, καθώς ξεσπά έντονη εσωκομματική αντιπαράθεση για το αν θα πρέπει να ψηφιστεί, ξανά, ο Κ. Καραμανλής για Πρόεδρος. Οι περισσότερες Τ.Ο. αντιδρούν, ενώ πολλά μέλη απειλούν ότι αν η ηγεσία υποστηρίξει την υποψηφιότητα Καραμανλή, ο οποίος ουσιαστικά εκπροσωπεί την σκληρή και συντηρητική Δεξιά, θα κλείσουν τις οργανώσεις βάσεις και θα παραδώσουν τα κλειδιά στην ηγεσία.

Στη σπουδάζουσα της Θεσσαλονίκης το κλίμα είναι εκρηκτικό. Η εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας κυριαρχεί στις συζητήσεις αλλά και στα αμφιθέατρα, καθώς συμπίπτει με τις φοιτητικές εκλογές εκείνης της χρονιάς. Παντού υπάρχουν πανό της Πανσπουδαστικής με το σύνθημα: «Το ΠΑΣΟΚ ψηφίζει Καραμανλή, οι φοιτητές ψηφίζουν Πανσπουδαστική».

Σε μια εκρηκτική ολομέλεια, παρουσία του μέλους του Π.Γ. Στ. Τζουμάκα γίνεται ξεκάθαρο πως τυχόν στήριξη Καραμανλή θα έχει δραματικές επιπτώσεις. Πλην ελάχιστων όλοι διαφωνούν με αυτή την επιλογή, παρά τις προσπάθειες του Τζουμάκα να πείσει για την αναγκαιότητα της…

Στις 9 Μαρτίου συνέρχεται σε έκτακτη Σύνοδο η Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ για να αποφασίσει σχετικά με το θέμα της προεδρικής εκλογής. Έξω από τη συνεδρίαση είναι μαζεμένοι εκατοντάδες κόσμου, ο οποίοι αντιδρούν στην επανεκλογή του Καραμανλή. Ο Α. Παπανδρέου, λαμβάνοντας υπόψη την αντίδραση της βάσης και του κόσμου του ΠΑΣΟΚ αποφασίζει τη ρήξη.

Προτείνει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Χ. Σαρτζετάκη και την αναθεώρηση του Συντάγματος στα άρθρα που αφορούν τις υπερεξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι οποίες πρέπει να μεταβιβαστούν στην κυβέρνηση και το κοινοβούλιο. Τονίζει μάλιστα, ότι αν και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπήρξε άψογος ως Πρόεδρος δεν ήταν δυνατόν να συνεχίσει, εφόσον το Σύνταγμα του 1975, που η κυβέρνηση είχε σκοπό να αναθεωρήσει(για να μειωθεί η εξουσία του Προέδρου), ήταν πνευματικό του τέκνο.

Η απόφαση γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από όλους μας και δίνουμε ραντεβού στις 5.00 το πρωί της επόμενης ημέρας, προκειμένου να «κλέψουμε» από τις σχολές τα πανό της Π.Σ.Κ., πριν προλάβουν να τα κατεβάσουν.

Μας έμειναν ενθύμια (υπάρχουν ακόμη μέχρι σήμερα) και φυσικά χρησιμοποιήθηκαν δεόντως στις προεκλογικές αντιπαραθέσεις εκείνης της χρονιάς. (Για την ιστορία σε εκείνες τις φοιτητικές εκλογές η ΠΑΣΠ αναδείχθηκε πρώτη και με διαφορά, για πρώτη φορά στη Θες/νίκη).

Την επόμενη (10/3/1985) έχουμε την παραίτηση Καραμανλή και την ανάληψη καθηκόντων από τον πρόεδρο της Βουλής, Γ. Αλευρά.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής παραιτήθηκε ενοχλημένος από την αλλαγή στάσης του ΠΑΣΟΚ.

Χρόνια αργότερα εκμυστηρεύτηκε στον δημοσιογράφο Σεραφείμ Φυντανίδη τις σκέψεις του για εκείνη την περίοδο, λέγοντας ότι «ο Ανδρέας στο πρόσωπό μου εκδικήθηκε τον πατέρα του»(στις σχέσεις Γεωργίου και Ανδρέα Παπανδρέου υπήρξαν στιγμές μεγάλης έντασης).

«Πολύ φροϋδικό αυτό κύριε Πρόεδρε» είπε ο κ. Φυντανίδης

«Φρόιντ ξεφρόιντ, εγώ αυτό νομίζω» απάντησε ο Καραμανλής.

Ποιος ήταν αυτός που έπεισε τον Α. Παπανδρέου να πάρει αυτήν την απόφαση;

Σύμφωνα με αυτούς που βρισκόταν πολύ κοντά στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, καθοριστική ήταν η στάση του Μένιου Κουτσόγιωργα. Αυτός πρότεινε το όνομα στον Ανδρέα και λέγεται πως αυτός του παρουσίασε και ένα τσουβάλι γράμματα διαμαρτυρίας ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ κατά της επιλογής Καραμανλή.

Με τις ψήφους της Αριστεράς εκλέγεται ο Χ. Σαρτζετάκης, Πρόεδρος της Δημοκρατίας και για πρώτη φορά η Δεξιά αποκόπτεται από όλα τα κέντρα εξουσίας. Έτσι μια ολόκληρη εποχή κλείνει τον κύκλο της. Η απόφαση αυτή αναπτερώνει το ηθικό της βάσης του ΠΑΣΟΚ, που ξεπερνώντας αυτή την τόσο σημαντική κρίση οδεύει προς τις εκλογές με συσπειρωμένο όλο τον δημοκρατικό κόσμο.

Η διαδικασία εκλογής βέβαια του Σαρτζετάκη έχει και τη δική της ιστορία:

Η ψηφοφορία αυτή έχει μείνει ιστορική, όχι μόνο λόγω της διαμάχης που προκάλεσε το αν ο Γιάννης Αλευράς είχε –ως ασκών χρέη Προέδρου της Δημοκρατίας– δικαίωμα ψήφου, όσο για τα περιβόητα γαλάζια ψηφοδέλτια επί των οποίων ανεγράφη το όνομα του Χρ. Σαρτζετάκη.

Στην πρώτη ψηφοφορία ο Χρ. Σαρτζετάκης υποστηρίχθηκε από ΠΑΣΟΚ (169 βουλευτές) και ΚΚΕ (13 βουλευτές), και έλαβε 178 ψήφους σε σύνολο 297 παριστάμενων βουλευτών, ενώ βρέθηκαν 3 λευκά και 3 άκυρα. Οι βουλευτές της Ν.Δ. αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε όλες τις ψηφοφορίες.

Στη δεύτερη ψηφοφορία ο προεδρεύων της  Βουλής Μιχάλης Στεφανίδης διένειμε ψηφοδέλτιο με το όνομα του Χρήστου Σαρτζετάκη σε γαλάζιο χρώμα και λευκό ψηφοδέλτιο, θέτοντας ζήτημα αμφισβήτησης της μυστικότητας της ψηφοφορίας. Ο βουλευτής της Ν.Δ. Λευτέρης Καλογιάννης πήρε την κάλπη και την μετέφερε στα γραφεία του κόμματός του! Τελικά ο Χρ. Σαρτζετάκης έλαβε 185 ψήφους, δεν ψήφισαν 110 βουλευτές και βρέθηκαν 3 άκυρα και 1 λευκό.

Στην τρίτη ψηφοφορία ο Χρ. Σαρτζετάκης έλαβε 180 ψήφους, ενώ υπήρξαν 5 άκυρα και 1 λευκό. Η διαδικασία αμφισβητήθηκε εντονότατα καθώς ψήφισε ο πρόεδρος της Βουλής Γιάννης Αλευράς, που ασκούσε καθήκοντα Προέδρου Δημοκρατίας μετά την παραίτηση Καραμανλή. Άλλοι συνταγματολόγοι (π.χ. Αριστόβουλος Μάνεσης) θεώρησαν ότι δεν είχε δικαίωμα ψήφου και άλλοι (π.χ. Δημήτρης Τσάτσος) ότι ο βουλευτής δεν χάνει ποτέ το δικαίωμα ψήφου

Στις 2 Ιουνίου 1985 γίνονται κοινοβουλευτικές εκλογές υπό τη σκιά της προηγούμενης ρήξης για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπου οι επιλογές της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ δικαιώνονται. Το ΠΑΣΟΚ παίρνει ένα ποσοστό της τάξης του 45,82%, εκλέγοντας 161 βουλευτές έναντι ποσοστού 40,84% της Δεξιάς.

Το μήνυμα και οι παραλήπτες…

Όταν 210.264 πολίτες συμμετέχουν σε μια πολιτική διαδικασία, αυτό  δεν μπορεί παρά να αποτελεί πολιτικό γεγονός και μάλιστα ιδιαίτερα  μεγάλο.

Η συμμετοχή στις διαδικασίες ανάδειξης επικεφαλής στο χώρο της Κεντροαριστεράς καταρχήν επιβεβαιώνει το ότι υπάρχει ένας μεγάλος πολιτικός χώρος, ξέχωρος από ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ που αναπνέει και οργανώνεται. Που δηλώνει παρών στα πολιτικά πράγματα και κυρίως που δεν θέλει να απορροφηθεί ούτε από τη μία ούτε από την άλλη πλευρά.

Για το ΣΥΡΙΖΑ που επεδίωξε να αφομοιώσει και να εκφράσει το συγκεκριμένο χώρο με διάφορους τρόπους, που πολλές φορές έφθαναν στα όρια της γραφικότητας (οι αναφορές στον Α. Παπανδρέου και η προσπάθεια ιδιοποίησης της ιστορίας του ΠΑΣΟΚ), το μήνυμα είναι ακόμη πιο ηχηρό, αν αναλογιστεί κανείς ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων που τον οδήγησαν στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις στην πρώτη θέση και κατά συνέπεια στην Κυβέρνηση, προέρχεται από το χώρο αυτό.

Δεν είναι άλλωστε τυχαία η αντιμετώπιση που έτυχε η διαδικασία από την κυβερνητική ΕΡΤ! Τη μεν Παρασκευή η κ. Ακριβοπούλου, στην γνωστής αντικειμενικότητας απογευματινή της εκπομπή, δήλωνε απαντώντας στο σχόλιο της δημοσιογράφου για συμμετοχή ανώτερη των 100.000 ατόμων πως « Ούτε 80.000 δεν θα ψηφίσουν και τη Δευτέρα κάποιοι δεν θα ξέρουν που να κρυφτούν». Το δε βράδυ της Κυριακής και ενώ ήδη είχε ξεπεραστεί και το φράγμα των 200.000 συμμετεχόντων, στο δελτίο ειδήσεων έκαναν λόγο για «περίπου 180.000», αποδεικνύοντας τον φόβο τους απέναντι σε ένα γεγονός που σίγουρα επηρεάζει το χώρο που «υπηρετούν». Δεν αναφέρομαι αναλυτικά στα εμετικά τwits του έτερου «γραμμιτζή» της Κουμουνδούρου , του γνωστού Κ. Βαξεβάνη, ο οποίος ξεπερνώντας κάθε όριο γελοιότητας έγραφε για «χιλιάδες δεξιούς που ψήφισαν στη διαδικασία».

Ο μέγας τους φόβος ,φόβος  που δεν κρύβεται, είναι ότι χωρίς τον προνομιούχο χώρο της Κεντροαριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ πολύ γρήγορα θα επιστρέψει στα προ του 2014 επίπεδα πολιτικής και εκλογικής (κοινωνικής είναι ήδη) καταγραφής. Και όταν στην πρώτη επίσημη προσπάθεια συγκρότησης του χώρου αυτού, συμμετέχει αυτός ο αριθμός πολιτών, το μήνυμα είναι πολύ καθαρό. Ξέρουν πολύ καλά ότι η πολιτική συγκρότηση (από την αρχή θα έλεγα) ενός φορέα με ισχυρή αναφορά στο κέντρο και την Αριστερά (για να το πω περιγραφικά ίσως και αδόκιμα : Η αναβίωση ενός ΠΑΣΟΚ προηγουμένων εποχών), σημαίνει το οριστικό πολιτικό τους τέλος και την επιστροφή στα πραγματικά μεγέθη αυτού που εκπροσωπούν…

Η διαδικασία όμως αυτή έστειλε μήνυμα και προς την άλλη πλευρά. Γιατί η συντριπτική πλειοψηφία όσων βρέθηκαν χθες στις κάλπες της κεντροαριστεράς, εξέφρασε μαζί με την αντίθεση στην κυβερνητική πρόταση και πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ και την επίσης μεγάλη αντίθεση της στην Ν.Δ. σαν εναλλακτική κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ.

«Υπάρχει και άλλη πρόταση και βρίσκεται εδώ», θα μπορούσε να είναι το ουσιαστικό μήνυμα προς τους δύο σημερινούς μονομάχους της πολιτικής μας σκηνής και στάλθηκε με τρόπο καθαρό και ηχηρό.

Αυτά σε ότι αφορά τη συμμετοχή και τις προοπτικές. Γιατί το αν το εγχείρημα θα έχει την απαιτούμενη συνέχεια και επιτυχία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και το ξεπέρασμα των πολλών αγκαθιών που στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, σπάρθηκαν στο συγκεκριμένο πολιτικό χώρο και κυρίως στο μεγαλύτερο του κομμάτι το ΠΑΣΟΚ.

Αλλά ακόμα και αυτό είναι πραγματικά μοναδικό: Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες να δηλώνουν παρών σε μια διαδικασία ενός νέου εγχειρήματος που δεν έχει συγκροτημένο πρόγραμμα, δεν έχει όνομα, δεν είναι καν κόμμα! Είπαν ένα μεγάλο «όχι ρε γαμώτο δεν είστε μόνο εσείς, δεν μπορείτε να μας εκφράσετε εσείς», απευθυνόμενοι και προς τους δύο μέχρι χθες μονομάχους για την εξουσία . Ζωγράφισαν με διαφορετικό χρώμα ένα μονότονα, τα τελευταία χρόνια, ασπρόμαυρο πολιτικό τοπίο.

Μένει να αποδειχθεί ότι αυτοί που θέλησαν να ηγηθούν μπορούν να ανταποκριθούν στη μεγάλη πρόκληση και να σηκώσουν το βάρος της επιλογής…

Δρόμος χωρίς γυρισμό

Την τελευταία τους ζαριά ρίχνουν τα κόμματα και οι πολιτικοί σχηματισμοί που θέλουν να διαμορφώσουν καινούργια δεδομένα στο λεγόμενο χώρο της κεντροαριστεράς, με τη διαδικασία εκλογής επικεφαλής του νέου σχήματος.

Τα πολιτικά δεδομένα έχουν διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο που αποτελεί μονόδρομο για τη συγκεκριμένη προσπάθεια, η ολοκλήρωση αυτού του τύπου των διαδικασιών με μεγάλο στοίχημα την επόμενη ημέρα.

Η πρώτη φάση αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού σαν αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας αντιμετώπισης των επιπτώσεων της στην κοινωνία από τις άλλοτε κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, ολοκληρώθηκε με πλήρη επιτυχία για όσους προσέβλεπαν στην ολοκληρωτική υποταγή της χώρας.

Επιλέχθηκαν και προωθήθηκαν οι πλέον κατάλληλοι για αυτό και διαμορφώθηκαν και τα κατάλληλα υποστηρίγματα, προκειμένου να διασφαλιστεί η μετάβαση στη νέα εποχή της πλήρους Βαλκανοποίησης της χώρας.

Κόμματα αδύναμα, σε μόνιμη κρίση, χωρίς πολιτική ταυτότητα, χωρίς στρατηγική. Κόμματα της κρίσης σε μόνιμη κρίση αντιπροσώπευσης, κόμματα του σήμερα, χωρίς προοπτική.

Πολιτικές φιγούρες που πουλούν τη γραφικότητα τους και τις διασυνδέσεις τους με τα κέντρα λήψης των ουσιαστικών αποφάσεων, που στηρίζουν μια και μόνη λογική διαχείρισης της κρίσης και αυτοαναγορεύονται σε ρόλο ρυθμιστή του πολιτικού συστήματος.

Και βεβαίως οι απαραίτητοι συνεργάτες καθώς το πείραμα Παπαδήμου και κυρίως οι αποδόσεις του θα παραμένουν πάντοτε η επιλογή της άλλης ημέρας.

Η σημερινή χαρτογράφηση του πολιτικού συστήματος δεν μπορεί να εντοπίσει αυτό που λέμε προοδευτική παράταξη. Αναζητείται αλλά δεν είναι πουθενά.

Αυτό που υπάρχει είναι τα υπολείμματα του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ, πρόσωπα κυρίως και όχι κόμμα με την έννοια ενός συγκροτημένου κόμματος με κοινωνικές αναφορές, μαζί με «εκπρόσωπους»  υποτίθεται άλλων κομματιών της κεντροαριστεράς που δεν εκφράζουν τίποτα και απλά διασφαλίζουν την πολιτική τους ύπαρξη

Και δεν είναι η εικόνα της Βουλής ή τα ποσοστά καταγραφής στις εκλογικές διαδικασίες, αλλά η κοινωνική απαξία και η πλήρης απομάκρυνση από τις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας.

Το υπάρχον πολιτικό σύστημα γέρνει επικίνδυνα προς τη συντήρηση, δημιουργώντας μια πολιτική ανισορροπία ιδιαίτερα επικίνδυνη.

Η ανισορροπία του πολιτικού συστήματος της κρίσης έγκειται στο γεγονός ότι απέναντι σε ένα ιδιαίτερο μεγεθυμένο συντηρητικό στρατόπεδο, δεν υπάρχει συγκροτημένη και ικανή πολιτικά και οργανωτικά προοδευτική παράταξη. Υπάρχει ο κοινωνικός χώρος, υπάρχουν οι δυνάμεις εκείνες που μπορούν να συνεισφέρουν, δεν μπορούν όμως να εκπροσωπηθούν πολιτικά.

Η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης είναι εδώ πιο έντονη από κάθε άλλη φορά.

Οι κοινωνικές διεργασίες δεν βρίσκουν πολιτική αντιστοίχηση και το πολιτικό υποκείμενο που θα εμπνεύσει, θα δράσει, θα ενοποιήσει, θα εκφράσει και τελικά θα διεκδικήσει τα αιτήματα των πολλών θιγόμενων από τα αποτελέσματα των μνημονιακών πολιτικών, που θα λειτουργήσει σαν καταλύτης για μια άλλη πορεία της χώρας, απλά δεν υπάρχει.

Και δεν υπάρχει γιατί οι δυνάμεις που υπηρέτησαν και υπηρετούν τις πολιτικές της κρίσης, δεν μπορούν και δεν είναι δυνατόν να εκφράσουν τις νέες κοινωνικές ισορροπίες που δημιούργησαν αυτές οι πολιτικές. Τι μπορούν να εκφράσουν ταξικά και άρα προοπτικά τα κόμματα που συμπίπτουν στην ψήφιση των μνημονίων, όταν αυτές οι πολιτικές συγκρούονται με την κοινωνία;

Η απουσία όμως της προοδευτικής παράταξης καθορίζει τις αρνητικές εξελίξεις.

Η πολιτική αδυναμία αυτού του  χώρου διευκολύνει την επιβίωση των μετρίων αλλά χρησίμων για τις επιλογές του συστήματος, αδυνατεί να αντιμετωπίσει την κατασυκοφάντηση της πολιτικής ιστορίας και διαδρομής της προοδευτικής παράταξης της πατρίδας, αδυνατεί να αντιμετωπίσει την συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, που στα απόνερα της ανακυκλώνει το λαϊκισμό, τη ξενοφοβία, την απογοήτευση και την δημιουργία μιας πλασματικής εικόνας για την Αριστερά και την προσφορά της.

Μιλάμε για μια κοινωνία όπου η φτώχεια, η απογοήτευση, η έλλειψη οράματος και προοπτικής την οδηγεί σε τιμωρητικές επιλογές, στάσεις αντι- και επικίνδυνες πολιτικές αντιστοιχίσεις.

Στο πρόσφορο έδαφος του λαϊκισμού αναπτύσσονται απόψεις ιδιαίτερα επικίνδυνες για την ίδια τη δημοκρατία, την ίδια στιγμή που τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης (φτώχεια και ανεργία) λειτουργούν ενισχυτικά για την ανάπτυξη των νεοφασιστικών μορφωμάτων με ξενοφοβικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά.

Η καλλιέργεια της ιδεοληψίας ότι για όλα φταίει η πολιτική (και όχι οι επιλογές συγκεκριμένων πολιτικών), ότι η πολιτική είναι συνώνυμο της απάτης και της λαμογιάς, ότι φταίει η δημοκρατία που τα συστήματα διαπλοκής και διαφθοράς καθόρισαν εξελίξεις, ότι φταίει ο μετανάστης για τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, ότι σε αυτό και σε κάθε άλλο πολιτικό σύστημα όλοι ίδιοι είναι, άρα δεν τους χρειαζόμαστε είναι η κλασσική μεθοδολογία ανάπτυξης των ξενοφοβικών και νεοφασιστικών κομμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτό δεν  μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο με ανατροπή των συνθηκών που  δημιουργούν στη λαϊκή βάση αυτές τις ψευδαισθήσεις.

Με τη μετατόπιση και του ΣΥΡΙΖΑ στη συντηρητική πλευρά του πολιτικού χάρτη ( οι πολιτικές επιλογές και οι πρακτικές διαμορφώνουν το πολιτικό πρόσημο κάθε κόμματος), ο χώρος της προόδου, της πραγματικά προοδευτικής και ρεαλιστικής Αριστεράς, παραμένει κενός…

Όχι ότι τον εξέφρασε πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ.

Απλά λειτούργησε σαν η δεξαμενή συγκέντρωσης των ψήφων και των πολιτών που απογοητευμένοι από τον πολιτικό συμβιβασμό και μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ και γοητευμένοι από την έκφραση του υποτιθέμενου «αριστερού» λαϊκισμού, επέλεξαν τη συγκέντρωση τους εκεί.

Για να προχωρήσει η αναγκαία συγκρότηση μιας νέας και σύγχρονης προοδευτικής παράταξης, για επανέλθει η  πολιτική ισορροπία στη χώρα μας, θα πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή και κυρίως να αντιληφθούμε τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας σήμερα.

Προτάσεις που ξεκινούν από τα σημερινά απομεινάρια της κρίσης, που ανακυκλώνουν λογικές που ηττήθηκαν, που δεν έχουν καθαρό, προοδευτικό πρόσημο, που εμφανίζονται πρόθυμες για οικουμενικές και συγκυβερνήσεις, που αναζητούν μονίμως τη θαλπωρή της εξουσίας είναι από χέρι καμένες. Καταδικασμένες σε αποτυχία.

Αν αυτή η προσπάθεια αποκτήσει τα αναγκαία  χαρακτηριστικά μπορεί να πετύχει.

Προφανώς το στοίχημα στη διαδικασία που έχει επιλεγεί δεν  μπορεί είναι η καταγραφή των ήδη υπαρχόντων κομματικών συσχετισμών. Τα «κουτάκια» είναι πολύ μικρά, ο «οργανωτισμός» που ανέδειξε σε άλλες εποχές «πρωταγωνιστές» και δημιούργησε πολιτικές καριέρες είναι τακτική αυτοκτονική. Το εγχείρημα θα ξεκινήσει με όρους επιτυχίας ( η συνέχεια θα είναι πολύ πιο δύσκολη), μόνο αν καταφέρει να προκαλέσει την ανταπόκριση μεγάλου μέρους της σιωπηρής και απέχουσας πλειοψηφίας των πολιτών που εκφράστηκαν παλαιότερα από το ΠΑΣΟΚ, απομακρύνθηκαν από αυτό για λόγους που πολλές φορές έχουν αναλυθεί και σήμερα βρίσκονται σε κατάσταση αναμονής προκειμένου να επανεργοποιηθούν και να στρατευτούν σε μια καινούργια προσπάθεια.

Σε αυτή την πορεία δεν μπορούν απλά να καταγραφούν «δυνάμεις». Πρέπει επιτέλους να ανοίξει και το πολιτικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα μπορέσει να συγκροτηθεί αυτή η προσπάθεια:

Να συζητηθούν σοβαρά για τα πέντε μεγάλα ζητήματα που προκύπτουν για τη χώρα από εδώ και στο εξής:

Η βαθιά ύφεση, η νέα φτώχεια, η υποχώρηση της Δημοκρατίας, το έλλειμμα λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας και βεβαίως το ποιες πολιτικές δυνάμεις θα οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση και την κηδεμονία.

Οι απαντήσεις και οι συμφωνίες σε αυτά τα πέντε κυρίαρχα θέματα μπορούν να αποτελέσουν τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί  το νέο.

Τέλος είναι απόλυτη ανάγκη να σηματοδοτηθεί η  πολιτική αυτονομία σαν σύγχρονη πρόταση κοινωνικής αλλαγής αρνούμενοι το διαμεσολαβητικό χαρακτήρα και ρόλο, που κάποιοι θα θέλανε. Η δορυφορική μορφή του εγχειρήματος είτε προς την πλευρά της ΝΔ είτε προς εκείνη του νεοσυντηρητικού ΣΥΡΙΖΑ ακυρώνει εν τη γενέσει του το επιχείρημα.

Αυτό επίσης σημαίνει ότι πρέπει να αποκτηθεί  η αναγκαία αυτογνωσία. Να γίνει εφικτή η ανατροπή  και ο μετασχηματισμός δομημένων σχέσεων εξουσίας. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη μετάβαση από το προσωπικό – ατομικό στο συλλογικό, στη λήψη των όποιων αποφάσεων.

Οι σκιαμαχίες και τα φοβικά σύνδρομα για τα διαδικαστικά της ιστορίας αυτής, οι λογικές των προσώπων και μόνο, αλλά και η επαναφορά στο προσκήνιο εκείνων των χαρακτηριστικών που σημάδεψαν την κρίση απαξίωσης αυτού του χώρου, δεν βοηθούν την προσπάθεια.

Όσοι κατανοούν την κρισιμότητα των στιγμών δεν μπορούν ούτε να κρύβονται, ούτε να επιλέγουν το παρασκήνιο.

Στον αστερισμό του Κυριάκου…

No 628923

Αν οι εκλογικοί κατάλογοι είχαν παραμείνει ανοικτοί ακόμη και για τον δεύτερο γύρο και μπορούσαν να εγγραφούν και να ψηφίσουν και νέοι ψηφοφόροι, ίσως η εκλογική μάχη για τον Κυριάκο Μητσοτάκη να ήταν πιο εύκολη, σχολίαζε χθες ο Παύλος Τσίμας.

Ίσως και να έχει απόλυτο δίκιο καθώς υπάρχουν θέματα και χρονικά σημεία τα οποία είναι καθοριστικά.

Για παράδειγμα δεν ξέρουμε τι τύχη θα είχε ο Κυριάκος Μητσοτάκης αν δεν υπήρχε το πρώτο πατατράκ με τις εκλογές της Νέας Δημοκρατίας, που του έδωσε τη δυνατότητα να κερδίσει χρόνο, να πείσει περισσότερους, να έχει μεγαλύτερη χρονική άνεση για το εγχείρημα, πράγμα που το είδαμε στον δεύτερο γύρο.

Ο Μητσοτάκης λοιπόν έπεισε όχι γιατί τον γνώρισαν περισσότεροι αλλά γιατί αυτό το εκλογικό σώμα γνώριζε όλους τους άλλους.

Ουσιαστικά απ’ ό,τι τουλάχιστον μπορούμε να καταλάβουμε ο απλός οπαδός της Νέας Δημοκρατίας που πήγε μέχρι τις κάλπες για να ψηφίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ήθελε κάποιο στοιχείο ανατροπής.

Ήθελε λίγο-πολύ να έρθουν τα πάνω κάτω.

Δεν ήταν με τα δεδομένα ούτε βεβαίως ήθελε τις πιθανές υπόγειες διαδρομές, όπως ουσιαστικά οι αναλυτές προσδιορίζουν και στη χώρα μας και στο εξωτερικό ως το μήνυμα των εκλογών.

Βεβαίως εκεί που έφτασαν οι αναλύσεις τη χθεσινή μέρα περίπου κατάργησαν το ρόλο του Καραμανλή. Το κουφό της ιστορίας είναι ότι αυτό τον ρόλο τον κατάργησαν αυτοί που πίνουν ή τέλος πάντων έπιναν νερό στο όνομά του μέχρι χθες.

Όλα συγκλίνουν πλέον στην κατεύθυνση ότι η έρπουσα φήμη για υπόγειες διαδρομές μεταξύ Καραμανλή και Μαξίμου με εγγυητή τον Πάκη ίσως και να μην ωφέλησαν τα μέγιστα στις κινήσεις του Βαγγέλη Μεϊμαράκη.

Εκείνο που έβγαινε από τις κάλπες και τις δύο Κυριακές, ήταν ένα μήνυμα να τερματιστεί αυτό το περίεργο πήγαινε – έλα και να δοθεί ένα μήνυμα προς την πλευρά της κυβέρνησης ότι «η ανοχή έχει τελειώσει , είμαστε και εμείς εδώ».

Όπως και να‘ χει το θέμα ο Μητσοτάκης έβαλε ένα στοίχημα, πιθανά για ορισμένους ένα δύσκολο στοίχημα. Την ίδια στιγμή ακόμη και οι υπερατλαντικοί φίλοι του αρχίζουν και ξαναγράφουν τα σενάρια. Κάνεις βέβαια δεν ξέρει ποιες θα είναι οι επόμενες κινήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη. Υπάρχει ένα περίγραμμα από την εκλογική βάση που πήγε μέχρι τις κάλπες, ένα περίγραμμα το οποίο λίγο-πολύ εκφράζει και θυμό.

Ποια θα είναι η διαλεκτική του σχέση με αυτό το θυμό αυτής της μερίδας του εκλογικού σώματος;

Πόσο ευέλικτα θα κινηθεί και τι θα κάνει αν χρειαστεί να λειτουργήσει συναινετικά;

Μου έλεγε χαρακτηριστικά χθες ένας νέος ψηφοφόρος της Νέας Δημοκρατίας ότι δεν είχε κανένα λόγο να πάει να ψηφίσει, πάρα μοναδικός λόγος και στην πρώτη και στη δεύτερη Κυριακή ήταν να πάει να ψηφίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη γιατί ήταν διαφορετικός βρε αδερφέ μου, όπως μου λέει.

Όταν προσπαθείς να προσεγγίσεις περισσότερο αυτή τη διαφορετικότητα, εκείνο που πραγματικά μου έκανε εντύπωση ήταν ότι ο ίδιος άνθρωπος γύρισε και μου είπε: «Δεν χρειάζεται να τον ξέρω. Ξέρω όμως όλους τους άλλους. Εκείνους απορρίπτω και βεβαίως αν και τούτος δω συμπεριφερθεί κατά τον ίδιο τρόπο είναι πολύ εύκολο να τον απορρίψω».

Εκεί ακριβώς βρίσκεται το στοίχημα του Κυριάκου καθώς αρκετές σειρήνες θα έχει δίπλα του, αρκετές απόψεις θα ακούει, όμως ο ίδιος θα πρέπει ξεκαθαρίσει τη σχέση του με το εκλογικό σώμα. Εκεί θα παιχτεί το παιχνίδι το επόμενο διάστημα.

Πάντως αν η στάση του νέου Προέδρου της ΝΔ ταυτιστεί με τις επιλογές ως υπουργού είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με την σκληρή πλευρά μιας νεοφιλελεύθερης αντίληψης, που έχει δώσει δείγματα γραφής: Απολύσεις οριζόντιες χωρίς καμία λογική, προσπάθειες κατάργησης της διαύγειας κ.τ.λ.

Η πράξη προφανώς θα δείξει το προς τα πού θα κινηθεί με σημάδια τις επιλογές των στενών του συνεργατών.

Είμαι σίγουρος ότι δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε πολύ!

«Όλα άλλαξαν, για θυμήσου τι δεν άλλαξε»!

tomorrowΜια βδομάδα μετά τις εκλογές και στη χώρα τίποτα δεν δείχνει να αλλάζει.

Όλα κινούνται στους ρυθμούς του χθες λες και δεν μεσολάβησαν δημοψηφίσματα, εκλογές, ανατροπές και σημαντικές αλλαγές στον πολιτικό χάρτη.

Σε επίπεδο κυβέρνησης ο Τσίπρας απολαμβάνει τη μονοκρατορία που του εξασφάλισε η παντελής αδυναμία και απαξίωση των υπολοίπων.

Ένας πολιτικός που για να κερδίσει τις εκλογές και την εμπιστοσύνη του λαού ανέτρεψε ουσιαστικά ένα εποικοδόμημα, που ο ίδιος είχε συνδημιουργήσει.

Αυτή η ανατροπή ήρθε και επιβεβαίωσε τις επιλογές του και τον τροφοδότησε με ένα ισχυρότατο ποσοστό, ανέλπιστο για τους περισσότερους στις τελευταίες εκλογές, καταγράφοντας μάλιστα την 4η νίκη του.

Κυρίαρχος στο πολιτικό παιχνίδι όχι λόγω των δικών του δυνατοτήτων αλλά κυρίως λόγω της πλήρους απαξίωσης των υπολοίπων.

Κόμματα χωρίς στρατηγική, χωρίς πειθώ, χωρίς αξιακό λόγο, χωρίς δυνατότητα να εμπνεύσουν, χωρίς προοπτική.

Κόμματα αδειανά πουκάμισα, που λειτουργούν σαν συνενώσεις βαρονιών, που προστατεύουν τους βαρόνους – διοικητές τους και ακροβατούν ανάμεσα στην ύπαρξη και εξαφάνιση τους.

Δεν αρκεί να αναρωτιέται κάποιος αν είναι δυνατό κάποιος που έφθασε τη χώρα ένα βήμα πριν την απόλυτη καταστροφή, που έκλεισε τις τράπεζες, που δίχασε το κόμμα του, που άλλαξε το αντιμνημονιακό πουκάμισο του, που υπέγραψε νέο μνημόνιο, που … που … που…, να κερδίζει τις εκλογές με τέτοιο ποσοστό. Ας αναρωτηθεί καλύτερα τι υπάρχει απέναντι του!

Στη Νέα Δημοκρατία:  το DNA της Νέας Δημοκρατίας και η δύναμή της δεν είναι τίποτα άλλο παρά να συγκεντρώνει συγκυριακά, θα μπορούσε να πει κάποιος, όσους δεν θέλουν να πάνε στο ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή είναι ένας πόλος συσπείρωσης αυτών που πιθανά να αποστρέφονται το ΣΥΡΙΖΑ. Ένα δεύτερο στοιχείο που πρέπει να θυμηθούμε και πάλι είναι ότι ο Μεϊμαράκης μπήκε ως ενδιάμεσος με απώτερο σκοπό και στόχο μια ενδιάμεση πορεία, δηλαδή να παίξει καθυστερήσεις στο διάλογο μέχρι να ετοιμαστούν οι βαρονίες. Γιατί όμως μπήκε ο Μεϊμαράκης;

Είναι γνωστό ότι ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης δεν πήγε για κάποιες αλλαγές. Ουσιαστικά μπήκε εκεί γιατί είναι ο άνθρωπος ο οποίος θα μπορούσε να εγγυηθεί και να εκφράζει απολύτως ότι το συγκεκριμένο κόμμα θα παραμείνει όπως ακριβώς είναι, δηλαδή να εγγυηθεί ότι δεν θα αλλάξει τίποτα στην ουσία.

Πώς να συζητήσεις σοβαρά για ένα κόμμα στο οποίο διεκδικεί τη θέση του Προέδρου του ο Αδωνις Γεωργιάδης;

Δεκαπέντε ούφο προσπαθούν να πάρουν υπογραφές για πρόεδρο» δήλωσε ο Γιακουμάτος. (Μάλλον γι’ αυτό προχώρησε σε ανακοινώσεις για τον πλανήτη Άρη η … ΝΑΣΑ!)

Στον άλλο εταίρο του παλαιού δικομματισμού, το ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ –  …, η μάχη για τη διάσωση ολίγων πολιτικών καριέρων ήταν επιτυχής.

Η μάχη για την ιστορία του κόμματος μάλλον κατέληξε σε νέα αποτυχία! Εδώ βέβαια η πορεία απαξίωσης του, που ξεκίνησε με γοργούς ρυθμούς μετά το 2011, έχει συγκεκριμένα πολιτικά χαρακτηριστικά, η ανατροπή των οποίων απαιτεί  μεγάλη γενναιότητα και εκ βάθρων συγκρότηση του. Δύσκολο με τους φορείς της συντηρητικής στροφής να βρίσκονται στις επάλξεις του.

Δύσκολο και ακατόρθωτο όταν έχει διαλύσει κάθε σχέση με την κοινωνία και όταν για τα τελευταία χρόνια καθοδηγήθηκε από τον πιο αντιπαθητικό πολιτικό της σύγχρονης ιστορίας…

Το ΠΑΣΟΚ έχασε τη δυνατότητα να αναδειχθεί τρίτο κόμμα αλλά και να σηματοδοτήσει μια πορεία ανάκαμψης εξαιτίας του χειρισμού των δικών του βαρόνων, στο θέμα Παπανδρέου. Τα πράγματα είναι απλά για να ψάχνεις δυσνόητες αναλύσεις τύπου Λαλιώτη και να προσπαθείς να θεωρητικοποιείς την πολιτική θολούρα του τίποτα.

Στην ουσία πως μπορεί να είναι το ΠΑΣΟΚ με 6,2% ικανοποιημένο, όταν έχασε το 10% των ψηφοφόρων του Ιανουαρίου προς τη ΝΔ και το 12% προς το ΣΥΡΙΖΑ;

Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να είναι ο καταλύτης στην κεντροαριστερά γιατί άλλος είναι ο κυρίαρχος του χώρου που τον κατέλαβε όταν η δική του ηγεσία ταυτιζότανε ψυχή τε και σώματι με τη ΝΔ του Σαμαρά.

Πόσο μυαλό άραγε χρειάζεται για να καταλάβουν οι μέγιστοι πολιτικοί εγκέφαλοι ότι περίπου1εκατομμύριο άνθρωποι δεν πήγαν να ψηφίσουν, όχι γιατί αδιαφορούν αλλά γιατί κάνεις δεν μπορούσε να τους εμπνεύσει.

Περίπου 1εκατομμύριο άνθρωποι μένουν στο εκλογικό περιθώριο γιατί οι οποιεσδήποτε κομματικές επιλογές δεν μπορούν να τους εκφράσουν.

Είναι εμφανές πλέον ότι χωρίς ανατροπές πολύ δύσκολα θα μιλήσει το αποκλεισμένο εκλογικό σώμα.

Ανατροπές θέλουν, αλλά στα υπάρχοντα κόμματα κυριαρχούν λογικές και δομές δύσκαμπτες, αναποφάσιστες και απόλυτα προσηλωμένες σε λογικές μη ανατροπής. Αυτό θυμίζει λίγο-πολύ μια σοβιετικού τύπου λογική όπου όλα μπορούν να γίνουν αρκεί να μπορεί να συντηρηθεί μια συγκεκριμένη κομματική νομενκλατούρα.

Αυτό όμως δεν μπορεί να έχει μέλλον.

Αυτή η συζήτηση ανατροπών στη μορφή , τον τρόπο λειτουργίας, τον τρόπο σκέψης και οργάνωσης πρέπει να αρχίσει άμεσα χωρίς  να είναι απαραίτητο να καταλήξει γρήγορα σε χειροπιαστά αποτελέσματα. Αλλά πρέπει να αρχίσει.

Σκέψεις υπάρχουν πολλές για το χώρο που μπορεί να εκφράσει μια νέα προοδευτική πλειοψηφία. Ιδέες επίσης πολλές αλλά και πρόσωπα που μπορούν να αναλάβουν το βάρος μιας νέας προσπάθειας απαλλαγμένη από τους φορείς του συμβιβασμού και της γοητείας της μη αλλαγής.

Δεν μπορεί ο προοδευτικός χώρος να αναλώνεται σε συζητήσεις για αναπαλαιώσεις, για σπίτια που γκρεμίστηκαν εκ των έσω, για λεηλασίες που έγιναν όταν οι «ιδιοκτήτες» άφησαν ορθάνοιχτες τις πόρτες και βγάλανε τα «ασημικά» στο δρόμο.

Σε λίγες ημέρες αρχίζει η υλοποίηση του μνημονίου που φέρει τη σφραγίδα του Τσίπρα και κουβαλά τις ψήφους αυτών που δεν μπόρεσαν να αρθρώσουν ένα διαφορετικό λόγο.

Οι επιπτώσεις των μέτρων που έχουν συμφωνηθεί θα είναι βαριές για τον απλό κόσμο, για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους και η ύφεση θα βαρύνει ακόμη περισσότερο τη χώρα και δυστυχώς την προοπτική της.

Το αδιέξοδο συνεχίζεται για τα επόμενα χρόνια με δεδομένη τη φοροδοτική εξάντληση των περισσοτέρων (τους ολίγους δεν τους ενοχλεί κανείς).

Τα πάντα βρίσκονται για άλλη μια φορά στον αέρα και η υλοποίηση αυτών των μέτρων θα οδηγήσει σε πρωτοφανείς καταστάσεις.

Οι κοινωνικές διεργασίες θα είναι έντονες, οι ανακατατάξεις επίσης, όπως και η φθορά όσων θα υλοποιήσουν αλλά και θα ανεχτούν την εφαρμογή όλων όσων προβλέπονται στο νέο μνημόνιο.

Το σκηνικό σε λίγο καιρό θα είναι εντελώς διαφορετικό από το σημερινό, με μοναδικό ζητούμενο το αν ο προοδευτικός χώρος θα μπορέσει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ να εκφραστεί ενιαία και συγκροτημένα και να εμπνεύσει μιλώντας τη γλώσσα της ανατροπής.

Τη γλώσσα της προοπτικής με τη διάλυση των κατεστημένων και την απόσυρση του φθαρμένου πολιτικού προσωπικού που τραυμάτισε όχι ένα χώρο αλλά τη χώρα.

 ΥΓ

Πιστεύω ειλικρινά πως μόνο αν τελειώσουμε με οτιδήποτε κληροδότησε η μεταπολίτευση θα μπορέσουμε να μιλάμε για την επόμενη μέρα.

Η μεταπολίτευση δεν είναι η πολιτική πρακτική μόνο, ούτε η κουλτούρα η οποία

δημιουργήθηκε μόνο, ούτε το πολιτικό σύστημα έτσι όπως δομήθηκε μόνο, αλλά είναι και οι συντελεστές που καθόρισαν αυτές τις λίγο-πολύ επικρινόμενες σ’ αυτή τη φάση λογικές.

Καλό βόλι!

GreeceΣτις 7 το πρωί της Κυριακής θα ανοίξουν οι κάλπες.

Δεν θα σταθώ στην κρισιμότητα αυτών των εκλογών αλλά στα επιμέρους στοιχεία τα οποία συνθέτουν το πολιτικό σκηνικό με φόντο την επόμενη μέρα.

Μια επόμενη μέρα που χρωματίζεται με ένα σκληρό μνημόνιο, με την εφορία να περιμένει να στείλει 500.000 ραβασάκια, με τους αγρότες να ανησυχούν για τα μέτρα, με τις πολιτικές δυνάμεις να μιλούν για ισοδύναμα που ακόμη δεν έχουν βρει αλλά προσπαθούν να τα προσεγγίσουν, με αγωνία για το μεταναστευτικό και το προσφυγικό, με αγωνία για τα επόμενα βήματα εντός της Ευρώπης.

Δεν θα σταθώ στα μηνύματα του εξωτερικού.

Άλλωστε δεν είμαι από εκείνους που επιμένουν στον εξωτερικό παράγοντα.

Αυτές οι εκλογές κρύβουν αρκετά.

Καταρχήν κρύβουν το νόημα της συνεργασίας. Δεν είναι λίγες οι αναφορές σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν ακόμη και επικοινωνίες μεταξύ διαφόρων κομμάτων για να προετοιμάζουν το τοπίο της επόμενης ημέρας.

Ο μεγάλος συνασπισμός στον οποίο θα μπορούσε να μετέχει ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Δημοκρατία δείχνει απίθανος μπροστά στις εξελίξεις που διαμορφώθηκαν την τελευταία στιγμή.

Εξελίξεις όμως αναγκαίες για την επιβίωση των δύο μεγάλων κομμάτων.

Αν επιβεβαιωθούν τα γκάλοπ της χθεσινής μέρας οι δύο μονομάχοι κυριολεκτικά στέγνωσαν τα μικρά κόμματα. Είχαν βάλει ένα στόχο και σκοπό λοιπόν τον οποίο κατόρθωσαν. Εκεί που πριν από λίγα 24ωρα μιλούσαν για πληθώρα κομμάτων που θα μπουν στην βουλή, χθες περιορίστηκαν. Περιορίστηκαν αρκετά. Θα μπορούσαμε να πούμε επικίνδυνα.

Σε κάθε περίπτωση όμως αυτές οι εκλογές και η επόμενη ημέρα αποτελούν το μεγάλο ζητούμενο καθώς όλοι αναγνωρίζουν πως μονοκομματικές λύσεις δεν υπάρχουν.

Όλα θα κριθούν στην διαλεκτική των πολιτικών αρχηγών αλλά και στην ερμηνεία του μηνύματος που θα στείλει το εκλογικό σώμα.

Το  θέμα δεν είναι πως θα το ερμηνεύσει το κάθε κόμμα χωριστά. Έχουν κατανοήσει πλέον τα κόμματα ότι δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Το μόνο κενό σημείο που υπάρχει σ’ αυτή την φάση είναι ότι ουσιαστικά τα κόμματα δεν έχουν πει προεκλογικά με ποιον θέλουν να συνεργαστούν και με ποιον επιθυμούν να συνεργαστούν αν εξαιρέσουμε την διακηρυγμένη συνύπαρξη ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ υπό την προϋπόθεση ότι θα μπουν στην βουλή. Κατά τ’ άλλα αοριστίες, γενικολογίες και ευχολόγια. Είναι απίστευτο αλλά τα κόμματα πηγαίνουν στις εκλογές χωρίς καμία στρατηγική για το αύριο.

Με το κλείσιμο της κάλπης την αυριανή ημέρα αρχίζουν τα δύσκολα.

Αρχίζουν τα δύσκολα και για την κοινωνία, τον λαό, τους πολίτες, αλλά και για τους κομματικούς σχηματισμούς.

Το αποφευκτέο σενάριο είναι να υπάρχει σύγκρουση η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες εκλογές.

Αυτό το σενάριο το απεύχονται όλοι.

“Καλό βόλι” λοιπόν!