Χαίρε βάθος …απύθμενο!

3-journalist-killedΚαλή δημοσιογραφία , για την κάθε εξουσία, είναι η απόλυτα ελεγχόμενη δημοσιογραφία.

Αντικειμενική δημοσιογραφία, για την κάθε εξουσία, είναι η δημοσιογραφία που «στρογγυλεύει», ωραιοποιεί, στηρίζει και προωθεί, τις επιλογές των εξουσιαζόντων.

Χρήσιμη δημοσιογραφία , για την κάθε εξουσία, είναι αυτή που μεγαλοποιεί τα κατορθώματα της, που αποδέχεται τις δικαιολογίες της, που εξυμνεί και επιχειρηματολογεί στη βάση των «υπέρ» των κυβερνόντων ( των ασκούντων την εξουσία).

Ανεκτή , από την κάθε εξουσία, δημοσιογραφία είναι αυτή που στρατεύεται στην υπόθεση της υπεράσπισης των λόγων και των πεπραγμένων της.

Αυτό όμως δεν είναι δημοσιογραφία. Και ποιον νοιάζει;

Η χειραγώγηση της ενημέρωσης, η παραχάραξη της αλήθειας, η διαστροφή της πραγματικότητας και η επιβίωση των κυβερνόντων μέσα από την δημιουργία και στήριξη μιας εικονικής πραγματικότητας, απαιτεί πρόθυμα μέσα, υπάκουους δημοσιογράφους και δεκτικούς ιδιοκτήτες. Την ώρα που όλοι μιλούν για ανεξάρτητη ενημέρωση, την ίδια στιγμή σχεδιάζουν και υλοποιούν ότι είναι απαραίτητο για το ακριβώς αντίθετο.

Τα σχέδια και οι πρακτικές συνήθως ακολουθούν μια πολύ συγκεκριμένη πορεία:

Στην αρχή η καταγγελία των όποιων σχέσεων διαπλοκής έχουν αναπτυχθεί και η στοχοποίηση όσων (μέσων και δημοσιογράφων) θεωρείται ότι μπορούν να παίξουν ρόλο στα επόμενα σχέδια. Η καταγγελία είναι άλλωστε αγαπημένο ανάγνωσμα και η επίκληση της κάθαρσης και της δικαιοσύνης δοκιμασμένη συνταγή…

Στη συνέχεια στην αυλόπορτα της εξουσίας, η συνάντηση, η συζήτηση, η αναζήτηση όρων συνεργασίας. Στα σκοτεινά, στη σιωπή και εν κρυπτώ, γιατί όταν «μοιράζεται η τράπουλα», όταν απογειώνεται το αλισβερίσι, οι αυτόπτες μάρτυρες δεν χρειάζονται. Άντε να συμμετέχει καμιά ξεχασμένη γάτα, Ιμαλαίων ή Περσίας, που έτσι κι αλλιώς λίγα μπορεί να ακούσει και λιγότερα να πει.

Την ώρα της εξουσίας μοναδικός στόχος είναι ο έλεγχος.

Ειδήσεις, εξελίξεις, αναλύσεις, προοπτικές είναι αποδεκτές μόνο αν μπορούν να γραφούν και να αναγνωστούν μέσα από την παραμορφωτική πραγματικότητα μιας ερωτικής σχέσης με την εξουσία. Αν όχι… πόλεμος. Ασύμμετρος, με όρους σκληρούς και με τη χρήση κάθε πρόσφορου μέσου.

Η λογική του «εγώ» αποφασίζω και «εγώ» κανονίζω οδηγεί τους πρώην δημοκράτες και υπερασπιστές του πλουραλισμού και της κανονικότητας της δημόσιας ζωής σε επιλογές που ξεφεύγουν από το πλαίσιο στοιχειωδών δημοκρατικών αρχών.

Έλεγχος μέσων ενημέρωσης, περιορισμός των αντιπάλων, συνειδητή ψευδολογία κατά των «εχθρών», εκβιασμοί, χαρακτηρισμοί, μηνύσεις, συλλήψεις, εκφοβισμός.

Όσο μάλιστα, η κοινωνία εναντιώνεται στις επιλογές της εξουσίας, όσο αυτή απομονώνεται από τις κοινωνικές δυνάμεις που την είχαν στηρίξει, όσο νοιώθει να την εγκαταλείπουν οι υποστηρικτές της, όσο το αφήγημα της περιορίζεται μόνο στην αποτυχία στόχων και υποσχέσεων, όσο μετατρέπεται σε μικρή ομάδα καταδυνάστευσης του τόπου, τόσο ο πόλεμος γίνεται πιο σκληρός.

Η μόνη ελπίδα μιας κάκιστης κυβέρνησης , μιας αδύναμης εξουσίας να επιβιώσει είναι η παραπλάνηση του λαού, των πολιτών.

Δεν ξέρω σε ποιο στάδιο αυτής της πορείας παροπλισμού της δημοκρατίας μπορεί κάποιος να εντάξει την τοποθέτηση κομματικών τοποτηρητών σε εκδοτικά συγκροτήματα. Αυτό αποτελεί κάτι το καινούργιο στην μεταπολιτευτική Ελλάδα και μια μεγάλη προσφορά της σημερινής Κυβέρνησης στην υποχώρηση της δημοκρατίας.

Καινούργιοι δρόμοι.

Το δυστύχημα δεν είναι η πρακτική και οι επιλογές μιας κυβέρνησης με δεδομένη κατάληξη… Το δυστύχημα είναι ότι ανοίγει δρόμους στους επόμενους να εξελίξουν αυτές τις τακτικές, να χρησιμοποιήσουν αυτές τις αθλιότητες για τον ίδιο λόγο…

Το δυστύχημα είναι ότι ο ευτελισμός της δημόσιας ζωής, η υποχώρηση όλων των δημοκρατικών αξιών και η πορεία προς το απύθμενο βάθος… αποκτούν νέες παραμέτρους.

 

Όταν ο λαϊκισμός συναντά την αθλιότητα…

Στην πολιτική πολλές φορές η διαχείριση μιας άσχημης εξέλιξης αποκτά σημαντικότερη αξία από το ίδιο το γεγονός. Το έχουμε ζήσει πολλές φορές και σε διαφορετικές πολιτικές περιόδους.

Ο πρώτος τρόπος αντίδρασης είναι το άλμα στο κενό, η εξωτερίκευση του εκνευρισμού, της  απογοήτευσης αλλά και του πανικού. Είναι το χτύπημα στον τοίχο του κεφαλιού θεωρώντας ότι κάπως έτσι θα τον γκρεμίσεις, αν και το αποτέλεσμα συνήθως είναι ο αυτοτραυματισμός.

Ο δεύτερος τρόπος – σύνηθες φαινόμενο – η καταγγελία των πάντων, που συνωμότησαν εναντίον σου, δημιουργώντας ή προσπαθώντας να δημιουργήσεις την εικόνα του αδικημένου πλην τιμίου, που προσπάθησε αλλά δεν τον άφησαν οι κακοί, του συνεπή που προσπάθησε αλλά τα εμπόδια που του βάλανε ήταν αξεπέραστα, του καλού παιδιού που πάλεψε με τους «άλλους» αλλά δεν τα κατάφερε. Η συνωμοσιολογία άλλωστε καλά κρατεί σε αυτόν τον τόπο.

Ο τρίτος τρόπος να σιωπήσεις, προσπαθώντας να σκεφτείς, να οργανώσεις τις σκέψεις και τις κινήσεις στο μυαλό σου, να μετρήσεις τις κινήσεις των άλλων και να τοποθετηθείς ουσιαστικά σε άλλο χρόνο, αποφεύγοντας αντιδράσεις εν θερμώ.

Και ο τελευταίος είναι αυτός που είδαμε και ακούσαμε χθες το βράδυ από το στόμα της κυβερνητικής εκπροσώπου. Ένα μίγμα  αθλιότητας και φτηνού λαϊκισμού, απειλών και αμφισβήτησης βασικών θεσμών της ίδιας της δημοκρατίας, εξωτερίκευσης κάθε αδυναμίας, που μια ευρισκόμενη σε δύσκολη θέση κυβέρνηση, έχει.

Η κ. Γεροβασίλη, εκπροσωπώντας την Κυβέρνηση με τον πλέον επίσημο τρόπο, κατέδειξε την σκοτεινή πλευρά των διαχειριστών της εξουσίας και ανέδειξε όλα τα χαρακτηριστικά μιας κυβέρνησης σε κρίση. Κρίση στρατηγικής, κρίση πολιτικής κατεύθυνσης, κρίση αντιστοίχησης με την κοινωνία, κρίση ηθικής.

Το ΣτΕ αναδείχθηκε σε εχθρός της κοινωνίας και υπεύθυνο που δεν θα υπάρξουν προσλήψεις νοσηλευτών και παιδιών που δεν θα υποδεχτούν οι παιδικοί σταθμοί, αλλά και υπεύθυνο για τα μνημόνια και το PSI! Ξεχνώντας ηθελημένα ότι οι κυβερνώντες έβαλαν φαρδιά πλατιά την υπογραφή τους στο πιο σκληρό μνημόνιο της χώρας και ότι οι δικές τους αυταπάτες οδήγησαν στην ανατροπή των όσων είχαν υποσχεθεί προεκλογικά. Αν ο λαϊκισμός μπορούσε να οριστεί διαφορετικά, το συγκεκριμένο απόσπασμα των δηλώσεων Γεροβασίλη θα μπορούσε άνετα να το καλύψει.

Είναι σαφές ότι αν η απόφαση του ΣτΕ ήταν διαφορετική, αυτά δεν θα αναφέρονταν ποτέ στη δήλωσή της. Τότε απλά το ΣτΕ θα είχε «αφουγκραστεί τον παλμό της κοινωνίας».

Οι πλούσιοι επιχειρηματίες που θα πάρουν πίσω τα χρήματα που έδωσαν έρχονται σε αντιπαράθεση με τους «φτωχούς» της χώρας, λες και τώρα ανακαλύψαμε το φεγγάρι και τις δεδομένες αντιθέσεις μιας κοινωνίας σε κατάσταση φτωχοποίησης.

Η,  χωρίς υπεκφυγές, προσπάθεια δημιουργίας αντιλήψεων κοινωνικού αυτοματισμού, πέρα από ένδειξη του μεγέθους της επικινδυνότητας των κυβερνόντων αποτελεί και το αποκορύφωμα της αθλιότητας αυτών που πριν από λίγο καιρό διαπραγματεύονταν με τους κακούς επιχειρηματίες σε μυστικές ή φανερές συναντήσεις, με «γάτες» και σκύλους και προσπαθούσαν να επηρεάσουν την κρίση δικαστών είτε με εξαγγελίες σχετικές με τους μισθούς τους είτε με διαπόμπευση όσων κρίνουν μη αρεστούς στο σύστημα εξουσίας.

Χθες το βράδυ ο λαϊκισμός συνάντησε την αθλιότητα, δημιουργώντας ένα μίγμα ιδιαίτερα επικίνδυνο, οδηγώντας σε υποχώρηση την ίδια τη δημοκρατία.

Χθες το βράδυ η ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ που κυβερνά, συνάντησε την καρδιά και ταυτίστηκε με τα  πιστεύω του Καμμένου, δικαιολογώντας την κυβερνητική τους συνεργασία.

Χθες το βράδυ ο κυβερνητικός θίασος μετατράπηκε σε ένα αυταρχικό, βαθιά συντηρητικό και αποκρουστικό συνονθύλευμα, που σαν σύγχρονος Δον Κιχώτης παλεύει με τους ανεμόμυλους και όχι με τις δικές του αδυναμίες.

 

Της δικαιοσύνης ήλιε…

Δεν είναι η πρώτη φορά που αυτός που αναλαμβάνει να ασκήσει εξουσία αποκτά μια ερωτική – λατρευτική σχέση μαζί της.

Πιθανότατα δεν θα είναι και η τελευταία.

Δεν θυμάμαι όμως να υπήρξε ποτέ στην πολιτική ιστορία της χώρας τέτοια αντίδραση στο φόβο της απώλειας της εξουσίας.

Αντίδραση που οδηγεί σε ακραίες επιλογές, απαράδεκτες στάσεις και τελικά σε πολλές και συνεχιζόμενες αντιδημοκρατικές εκτροπές.

Και αν στην αρχή υπήρχε πάντοτε η εύκολη δικαιολογία του «δεν ξέρουν τα παιδιά, νέοι είναι θα μάθουν» ή «δεν πειράζει αρκεί να κάνουν αυτά που υποσχέθηκαν», στη συνέχεια , νομίζω, πως ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί ότι ο «σχεδιασμός» της Κυβέρνησης και όσων τη στηρίζουν ξεκινά από το «πως θα παραμείνουμε περισσότερο στην εξουσία», συνεχίζει με το «πως θα απολαύσουμε περισσότερο τα καλά της» και καταλήγει στο «χρησιμοποιείστε όλα τα μέσα» για να επιτευχθεί ο στόχος.

Σε καμία χώρα του κόσμου, ακόμη και σε αυτές όπου η «δημοκρατία» είναι όραμα απλησίαστο, δεν θα γινόταν ανεκτό ο Πρωθυπουργός να συναντά την ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, λίγες μόλις ημέρες μετά την αναβολή συζήτησης ενός σημαντικού θέματος (διαγωνισμός τηλεοπτικών αδειών) και τις καταγγελίες περί αρνησιδικίας και να υπόσχεται – αν είναι δυνατόν- ότι δεν θα μειωθούν οι μισθοί τους αλλά ίσως και να υπάρξουν αυξήσεις σε αυτούς!

Στη υπέροχη όμως χώρα μας, όπου ανθεί η κυβερνητική ουτοπία μιας υποτιθέμενης Αριστεράς, αυτό και γίνεται και αποκτά δημοσιότητα και προκαλεί την κοινή λογική, σε βαθμό που ο πρόεδρος του Σ.τ.Ε. να γίνεται αποδέκτης αντιδράσεων από τον κόσμο, όταν μετά τον καφέ στο Μαξίμου αποφασίζει να δοκιμάσει τη γεύση του καφέ στο …Κολωνάκι!

Ο δρόμος βέβαια έχει τη δική του ιστορία:

Δημοπρασία για τις τηλεοπτικές άδειες – προσφυγές στο Σ.τ.Ε. – η απαράδεκτη δήλωση ενός Πρωθυπουργού «δεν είναι δυνατόν να βγάλει αντισυνταγματική την διαδικασία, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα…» – η αναβολή της συνεδρίασης επ’ αόριστον της συνεδρίασης της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε. , με απόφαση του Προέδρου του «…λόγω του κλίματος που έχει δημιουργηθεί…» – οι καταγγελίες των πάντων για την εξέλιξη αυτή – και η συζήτηση για μισθολογικά κι άλλα θέματα στο Μαξίμου, που τελειώνει με τη δήλωση και πάλι του Προέδρου του Σ.τ.Ε. αμέσως μετά, διδακτικότατη δε λέω, που καταλήγει στο βαρύγδουπο και πολλά υποσχόμενο στην εξουσία «οι δικαστές πρέπει να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους, βάσει του παλμού της ελληνικής κοινωνίας…».

Σαν τις αποφάσεις που οι ίδιοι οι δικαστικοί πήρανε – βάσει του παλμού της κοινωνίας – για αναδρομικά εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, στους εαυτούς τους όταν η υπόλοιπη κοινωνία υποφέρει και βλέπει μισθούς και συντάξεις να εξαερώνονται.

Πολλοί μίλησαν για προσπάθεια «εξαγοράς» ή και «συναλλαγής».

Άλλοι χρησιμοποίησαν πιο βαριές εκφράσεις.

Η ανακοίνωση της Προέδρου και της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και του Προέδρου του Σ.τ.Ε. είναι ενδεικτική:

«Πρώτιστο καθήκον των επικεφαλής των Ανωτάτων Δικαστηρίων είναι η διαφύλαξη του κύρους και της ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών, συνάρτηση της οποίας, ως θεσμικό και όχι ως οικονομικό ζήτημα, αποτελεί και το ύψος του μισθολογίου τους, ώστε να εξασφαλίζεται η αξιοπρεπής διαβίωσή τους, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα (άρθρ. 88)…»

Ξεχνώντας μόνο ότι δεν είναι συνδικαλιστικό όργανο, αλλά αντίθετα εκφράζουν το θεσμό της Δικαιοσύνης που οφείλει να είναι ανεξάρτητη, αχειραγώγητη και κυρίως να μπορεί να αντιληφθεί τις αντιδράσεις της κοινωνίας που παρακολουθεί τουλάχιστον αγανακτισμένη τα όσα συμβαίνουν.

Και για όσους ακόμα μιλούν για «υπερβολές» ας αναρωτηθούν γιατί ο αγωνιούντας Πρωθυπουργός δεν έχει απαντήσει ακόμη στο αίτημα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων για συνάντηση, που εκφράζει θεσμικά και συλλογικά το δικαστικό σώμα.

Η αντιμετώπιση της Δικαιοσύνης με το συγκεκριμένο τρόπο αλλά και η ανταπόκριση κάποιων δικαστικών λειτουργών στα κελεύσματα της εξουσίας, είναι χαρακτηριστικά καθεστωτικών λογικών. Δεν έχουν σχέση με το «νέο» που οι μεν υποσχέθηκαν και τον όρκο που οι δε οφείλουν να τιμούν.

Αν για τους Κυβερνώντες η «μπαχαλοποίηση» των θεσμών αποτελεί επιλογή ( Βουλή επί Ζωής, διάλυση Ανεξάρτητων Αρχών, έλεγχος ΜΜΕ και ενημέρωσης, ευτελισμός κοινοβουλευτικής διαδικασίας και τώρα καθοδήγηση δικαιοσύνης), για τον κόσμο , για τους πολλούς και πραγματικά δοκιμαζόμενους, για την υπό διάλυση κοινωνία, για τον βαριά χειμαζόμενο λαό, είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση των τελευταίων χρόνων.

Αν θεωρούσατε ότι τα είδατε όλα, ότι είδατε τον πάτο, πάρτε το απόφαση πως η με κάθε τρόπο διατήρηση του εναγκαλισμού με την εξουσία θα οδηγήσει και σε άλλες «εκτροπές».

Γιατί η κατηφόρα δεν έχει σταματημό. Η κατρακύλα δεν έχει τέλος!

 

 

Το «κατόρθωμα» της κυβέρνησης!

Δεν χρειάζεται καμία δημοσκόπηση για να καταγραφεί αυτό που είναι πλέον τόσο έντονο στην κοινωνία.

Δεν χρειάζονται μετρήσεις, σταθμίσεις δειγμάτων και αναγωγές για να καταλάβει κανείς ότι η φθορά αυτού του κυβερνητικού σχήματος είναι ραγδαία και συνεχώς εντεινόμενη.

Δεν φταίνε οι άλλοι για αυτό. Δεν υπάρχουν συνωμοσίες, παρά μόνο στα αρρωστημένα μυαλό των πιο θερμών εραστών της εξουσίας. Δεν υπάρχουν κακοί και μπαγαπόντηδες που τα βάζουν με μια Κυβέρνηση που θέλει να αλλάξει τα δεδομένα.

Υπάρχει μόνο μια αρρωστημένη πολιτική αντίληψη που απέτυχε σε όλα – κυριολεκτικά σε όλα – και που έρχεται η ώρα να κριθεί ακόμη και στη συνείδηση των πιο θερμών οπαδών της.

Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι μια πολιτική που οδηγεί σε αδιέξοδα. Αδιέξοδα πολιτικά, κοινωνικά, ηθικά. Είναι μια πολιτική που συγκρούεται με τις θέσεις του ίδιου του κόμματος (ΣΥΡΙΖΑ) με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ο δυισμός ανάμεσα σε προεκλογικές θέσεις και κυβερνητική πρακτική που μεγαλώνει ακόμη περισσότερο τη δυσπιστία και την αναξιοπιστία των κυβερνόντων.

Είναι μια πολιτική χωρίς καμία στόχευση, που απλά προσπαθεί να διαχειριστεί το ΤΩΡΑ, διαλύοντας ότι θετικό υπήρχε και αδιαφορώντας πλήρως για αυτό που δημιουργεί ,όχι στο μακρινό, αλλά στο πολύ κοντινό μέλλον.

Και η διαχείριση του ΤΩΡΑ μπορεί να είναι προϋπόθεση για να σχεδιάσει κανείς το αύριο, αλλά τα αποτελέσματα της οδηγούν στον αποκλεισμό του αύριο από τα όνειρα της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων.

Τι χρειάζεται για  να δει κανείς την κατάσταση στην αγορά; Τι χρειάζεται για να δει κανείς τη διάλυση των επαγγελματιών και ειδικότερα των μικρών και μεσαίων που ασφυκτιούν σε ένα θανατηφόρο πλαίσιο υπερφορολόγησης (που αγγίζει τον παραλογισμό) και μηδενικής υποστήριξης από τράπεζες και κράτος.

Τι παραπάνω πρέπει να δουν για να κατανοήσουν ότι η φτώχεια απλώνεται, η ανεργία μεγαλώνει ( με μοναδική εξαίρεση ίσως τα κομματικά στελέχη που βαφτίζονται ειδικοί, πρόεδροι και σύμβουλοι), η υποανάπτυξη αποκτά ακόμη πιο γρήγορους ρυθμούς και η υποταγή στις απαιτήσεις των ξένων μετατρέπει το δημόσιο πλούτο σε είδος προς πώληση σε εξευτελιστικές τιμές;

Αν ειλικρινά αναζητήσεις έστω και ένα αποτέλεσμα σε αυτό το διάστημα της πειραματικής εξόντωσης της κοινωνίας από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ το μόνο που μπορείς να ανακαλύψεις είναι ο παραλογισμός, η προχειρότητα και η αναποτελεσματικότητα σε ότι και αν επιχειρούν!

Ακόμη ακόμη και σε αυτή την πολυδιαφημιζόμενη αδειοδότηση των τηλεοπτικών καναλιών – που έπρεπε εδώ και καιρό να γίνει – είναι εμφανής η προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας κάστας μεγαλοκαναλαρχών, που θα ρυθμίζουν την ενημέρωση κατά το δοκούν και που θα αποτελούν το ανάχωμα στην κοινωνική κριτική. Για αυτό η βιασύνη , για αυτό ο Καλογρίτσας , για αυτό η δανειοδότηση του από την Attica bank, για αυτό οι ηθικές ενστάσεις για τις κουμπαριές του με Υπουργούς της κυβέρνησης ξεπεράστηκαν με σφυρίγματα στον αέρα από τους εξουσιολάγνους Συριζαίους…

Η διαπλοκή όμως δεν χτυπιέται με τη δημιουργία νέας κάστας διαπλεκόμενων. Το ξέρουν. Όπως το ξέρουν ότι πλέον η ενημέρωση και η είδηση δεν είναι αποκλειστικότητα λίγων καναλιών και λίγων ραδιοφώνων και ακόμη πιο λίγων εφημερίδων. Αλλάξανε τα δεδομένα αλλά αυτοί … αγρόν ηγόραζαν…

Το μέγεθος της αποτυχίας των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ καταγράφεται στην δημοσκοπική κυριαρχία του Μητσοτάκη του νεώτερου! Γιατί μόνο η απόλυτη αποτυχία της κυβέρνησης της μεγάλης αυταπάτης και της τεράστιας απάτης, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτό το δρόμο.

Είναι πραγματικά μεγάλο κατόρθωμα και είναι ίσως το μοναδικό επίτευγμα τους.

Είναι το πολιτικό αποτέλεσμα της εξαπάτησης του κόσμου, της συσσωρευμένης απελπισίας και του παραλογισμού σε κάθε έκφανση της κυβερνητικής πολιτικής, που μπορεί να «απέλυσε» τον Βαρουφάκη, αρνείται όμως να απεγκλωβιστεί από τις «ιδέες του».

Και αυτές δυστυχώς πληρώνει η χώρα και ο λαός…

 

 

Η εξουσία που φοβάται την κριτική είναι … τελειωμένη!

Δεν είναι η πρώτη φορά και δεν θα είναι και η τελευταία που η κριτική στην εξουσία – καλή ή κακή – αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο των εξουσιαστών.

Μέσα ενημέρωσης στοχοποιούνται ανάλογα με το αν ασκούν ή όχι κριτική στην κυβέρνηση, δημοσιογράφοι μπαίνουν στο στόχαστρο ανάλογα με το βαθμό ενόχλησης προς τους κυβερνώντες και η αλήθεια αποτελεί είδος προς διαπραγμάτευση.

Το πρόβλημα για την Κυβέρνηση δεν είναι η ερώτηση της δημοσιογράφου προς τον Τσίπρα, ούτε η ζωντανή κάλυψη της συνάντησης κορυφής στην Αθήνα.

Το πρόβλημα είναι ότι απέναντι σε μια παντελώς αλλοπρόσαλλη πολιτική που η ίδια ασκεί απαιτούνται αντιπερισπασμοί και διαφορετικοί προσανατολισμοί της κοινής γνώμης. Για να είμαι πιο ακριβής απαιτείται αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης και απασχόληση της όχι με τα τεκταινόμενα σε καθημερινή βάση αλλά με αυτά που μπορούν να αντιμετωπιστούν πιο εύκολα.

Η αλήθεια σήμερα είναι πολύ σκληρή για τους κυβερνώντες. Πιο σκληρή και από τα πιο άσχημα όνειρά τους. Μνημόνια, λιτότητα, φορολογική επιδρομή, υποανάπτυξη και απόλυτη διάσταση υποσχέσεων και πράξης συντρίβουν καθημερινά την εικόνα τους. Μια εικόνα πλασματική που είχε διαμορφωθεί σε αυταπάτες, συνειδητά ψέματα και εξαπάτηση ενός απογοητευμένου λαού.

Η υπόσχεση του διαφορετικού μετατρέπεται σε μονιμοποίηση της χειρότερης εκδοχής του παλιού.

Η αποτυχία δημιουργεί ανασφάλεια. Η ανασφάλεια εκνευρισμό. Ο εκνευρισμός οδηγεί σε παρεκτροπές, που αποδεικνύουν ,σε πολλές περιπτώσεις και έλλειψη ηθικής. Το ηθικό πλεονέκτημα συντρίβεται από την αναβίωση του παλαιοκομματισμού, της κομματοκρατίας, του αυταρχισμού και της ανικανότητας.

Τα προεκλογικά επιχειρήματα καταρρέουν, οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια πραγματικότητα καθόλου ευχάριστη για τους κυβερνώντες και η πίεση που μεταφέρεται καθημερινά αναζητά διέξοδο.

Για να δημιουργηθεί η εικονική πραγματικότητα μιας άλλης κατάστασης από αυτή που βιώνουμε, απαιτείται πολλή δουλειά από ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης και διαθέσιμους για χειραγώγηση δημοσιογράφους. Οι υπόλοιποι μπορούν να χαρακτηριστούν πανεύκολα εχθροί ( εχθροί μιας πραγματικότητας) και να τιμωρηθούν είτε με κλείσιμο είτε με προσωπικές επιθέσεις, όταν οι απειλές και οι κουτσαβακισμοί δεν έχουν αποτέλεσμα.

Είναι η κλασσική αντίδραση κάθε καταρρέουσας εξουσίας.

Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση όσοι βρεθήκανε σε αυτή, στο όνομα της «Αριστεράς», οφείλουν να θυμούνται πως αυτές τις τακτικές  τις αντιμετώπισε η ίδια για πολλά χρόνια. Και τις κατήγγειλε. Και τις αντιπάλευε.

Δεν είναι η ερώτηση της δημοσιογράφου στον Πρωθυπουργό το πρόβλημα, που οδηγεί τον ίδιο σε μια απάντηση μνημείο αθλιότητας και τον περί πολλού Πολάκη σε προσωπική αήθη επίθεση σε μια  γυναίκα δημοσιογράφο!

Δεν είναι η κριτική που οδηγεί σε μήνυση κατά διευθυντή εφημερίδας της συμπρωτεύουσας τον πολύ… βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Τριανταφυλλίδη!

Δεν είναι η ανάγκη της σωστής  ενημέρωσης που οδηγεί την κυβερνητική εκπρόσωπο σε συστάσεις περί του τρόπου κάλυψης των γεγονότων.

Δεν είναι τα 264 εκ ευρώ που θα εισπράξει σε βάθος χρόνων το κράτος από τους καναλάρχες, που οδηγούν στην αλλαγή του τηλεοπτικού τοπίου στη χώρα.

Δεν είναι οι συστάσεις αρχικά, οι απειλές στη συνέχεια τοπικών εκπροσώπων της κυβέρνησης (!) προς ΜΜΕ και ιδιοκτήτες blog, προς συμμόρφωση.

Είναι η αναγκαιότητα επιβίωσης του συστήματος ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στην εξουσία, που απαιτεί μηδενική κριτική, σιωπηλή αποδοχή των πάντων ακόμη και της προφανούς παραποίησης της πραγματικότητας.

Όσο θα αυξάνεται  η αίσθηση του πολιτικού τέλους τόσο θα γιγαντώνεται και ο αυταρχισμός που οδηγεί στη στοχοποίηση όσων δεν συμφωνούν με τα κλειστά στόματα.

Κράτος δημιουργικής Ασάφειας

BossLecturingΠολλά έχουν δει τα μάτια μου, που λέει και ο μέγας Καββαδίας, αλλά το θέμα της επιβολής ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση με ξεπερνά.

Αρχικά, και καθ’ υπέρβαση των όσων ισχύουν στον πολιτισμένο κόσμο, η κυβέρνηση της πρώτης φοράς αριστερά, αποφάσισε να μην επιβαρύνει το βοδινό κρέας με 23% ΦΠΑ, αλλά αντ’ αυτού τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες.

Όταν κατάλαβαν ότι τα πάσης φύσεως εκπαιδευτήρια, τα ΜΜΕ, τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με εξαίρεση τα προοδευτικά αριστερά κόμματα που θεωρούν ότι η εκμάθηση των ξένων γλωσσών πλην της «ξύλινης» είναι πολυτέλεια, και οι ψηφοφόροι – πελάτες δεν ήταν διατεθειμένοι να πέσουν αναίμακτα, φρόντισαν να το φορτώσουν στην Κομισιόν.

Κάτι τέτοια έκαναν ανερυθρίαστα και οι προκάτοχοί τους σε κάθε δυσάρεστη περίπτωση, όταν έκριναν ότι έπρεπε να προβάλουν το αντιστασιακό προφίλ τους. Όταν η Κομισιόν δια του Επιτρόπου Μοσκοβισί τους διέψευσε, η κυβέρνηση με διορθωτική δήλωση μας πληροφόρησε, ότι δεν ήταν η Κομισιόν αλλά οι ανάλγητοι θεσμοί που για μια φορά ακόμα εξεβίασαν και πειθανάγκασαν την αριστερή κυβέρνηση να επιβάλει – με πόνο ψυχής – το παράλογο μέτρο.

Διαπιστώνοντας όμως ότι το όλο θέμα θα μπορούσε να τους κοστίσει τις εκλογές, όπως ο ΕΝΦΙΑ στον Σαμαρά, άρχισαν να διαρρέουν σενάρια περί αναστολής του μέτρου, σενάρια που οδήγησαν τον κ. Αλεξιάδη σε επίσημη δήλωση, προς ανακούφιση γονέων και υπευθύνων των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων.

Επειδή σ’ αυτή τη χώρα του άρπα-κόλα η ευτυχία διαρκεί λίγες στιγμές, το απόγευμα της ίδιας ημέρας η κ. Σαββαΐδου πληροφόρησε το πανελλήνιο ότι η απόφαση για την αναστολή του 23% ανεστάλη και αυτή, και το μέτρο θα εφαρμοζόταν κανονικότατα. Προειδοποίησε κιόλας ότι όσοι από τους υπόχρεους επιχειρηματίες δεν έσπευδαν στις εφορίες να ενταχθούν στο καθεστώς ΦΠΑ, θα αντιμετώπιζαν τις συνέπειες του νόμου.

Dura lex sed lex, που έλεγαν και οι αρχαίοι Ρωμαίοι, ο νόμος όμως εδώ είναι αλληλένδετος με το πολιτικό κόστος, και κάπως έτσι φτάσαμε στο δεύτερο πάγωμα, που διήρκεσε μέχρι ν’ αρχίσουν οι αρμόδιοι εγκέφαλοι του υπουργείου να στέλνουν εγκυκλίους για το τι μέλει γενέσθαι.

Οι εγκύκλιοι ξεκαθαρίζουν ότι το μέτρο δεν καταργείται, αλλά μετατίθεται η εφαρμογή του στην επόμενη κυβέρνηση.

Οι επαγγελματίες όμως, αντί της έκδοσης ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΛΙΑΝΙΚΗΣ, (ΠΡΩΗΝ ΑΠΟΔ.ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ), έχουν την επιλογή να εκδίδουν αποδείξεις ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ, και να εκδώσουν Αποδείξεις Λιανικής με τον ΦΠΑ κανονικά αφού το ζήτημα διευθετηθεί οριστικά.

Νεότερη όμως εγκύκλιος διευκρινίζει, ότι οι επαγγελματίες δεν είναι υποχρεωμένοι να σπεύσουν στις εφορίες να υπαχθούν στο καθεστώς ΦΠΑ, το οποίο όμως πρέπει να το εισπράττουν αλλά όχι και να το αποδίδουν, αφού από ότι φαίνεται τόσο η επιβολή του μέτρου όσο και η απόδοση του ΦΠΑ θα γίνουν μετά τις εκλογές και ανάλογα με το ποιος θα έχει εκλεγεί.

Δηλαδή, τι δεν κατάλαβες;
Άρης Δ. Μαζαράκης

Για τη δίκη της Χρυσής Αυγής

dikastesΜετ’ εμποδίων ξεκίνησε, διακόπηκε, ξαναξεκίνησε ξαναδιακόπηκε και ξανασυνεχίζεται, η δίκη της «Χρυσής αυγής».

Πρόκειται για μία μείζονος σημασία υπόθεση, οι δικαστικές συνέπειες της οποίας εξαπλώνονται πέραν της νεοναζιστικής οργάνωσης.

Καθώς τα στοιχεία ενοχής, τουλάχιστον για τον ηγετικό – και καθοδηγητικό – πυρήνα της «Χ.Α.» είναι τόσο συντριπτικά, που σχεδόν δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.

Μόνο που η ποινική διάσταση της όλης ιστορίας δεν μπορεί ν’ αποκρύψει την πολιτική πλευρά του ζητήματος.

Ότι η «Χρυσή Αυγή» ακόμα και μετά την δημοσιοποίηση των τεκμηρίων για την κακουργηματική της δράση – η σύλληψη Ρουπακιά για την δολοφονία του Π. Φύσσα είναι ο τελευταίος αιματοβαμμένος κρίκος της σχετικής αλυσίδας – εξακολουθεί ν’ απολαμβάνει της αποδοχής ενός διόλου ευκαταφρόνητου τμήματος της κοινής γνώμης.

Η επαναβεβαίωση της κοινοβουλευτικής της παρουσίας επιτρέπει στους κατηγορούμενους να επιμένουν στα σενάρια περί «σκευωρίας» και να επιμένουν στην εκδοχή της «δικαίωσης»!

Η επιλογή των κορυφαίων στελεχών της οργάνωσης, να μην προσέλθουν στην δικαστική αίθουσα, έχει προφανείς πολιτικές και επικοινωνιακές στοχεύσεις.

Πρώτα – πρώτα αμφισβητεί (έμμεσα, αλλά εύληπτα στο μεγάλο κοινό) την νομιμότητα της διαδικασίας. Πιστά στην λογική της «κρυπτείας» τα κορυφαία στελέχη της «Χ.Α.» αρνούνται ν’ αντιμετωπίσουν το κατηγορητήριο. Θεωρώντας χαλκευμένες τις εναντίον του μομφές, ακόμα κι όταν στοιχειοθετούνται με ακλόνητα τεκμήρια. Επιμένοντας στο ιδεολόγημα της πολιτικής δίωξης, την οποία δρομολόγησαν εγχώρια και αλλοδαπά κέντρα.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, εγκαταλείποντας τις αναφορές στον νεοναζιστικό χαρακτήρα της οργάνωσης, επιδιώκουν να εμφανισθούν ως «εθνικιστές μάρτυρες».

Σ’ αυτό τους διευκόλυνε και ο τρόπος με τον οποίο το βαθύ κράτος μεταχειρίσθηκε τους (επί χρόνια) στενούς του συνεργάτες. Όταν δικαστικά κέντρα, τα οποία κατακρατούσαν δικογραφίες στα συρτάρια για χρόνια και απέδιδαν τον Κασιδιάρη «λευκό στην κοινωνία», εν μία νυκτί – με τις μεσολαβήσεις Σαμαρά και άλλων πρώην «κατανοούντων» – τους έκλεισαν στην φυλακή.

Επίσης η απουσία των πρωτοκλασάτων της «Χ.Α.» υποβαθμίζει και την σημασία της δίκης, άρα και την κάλυψή της από τα ΜΜΕ. Αφού θα περιορίσει τις αντιμαχίες στο αυστηρά δικανικό τους σκέλος. Είναι επίσης εμφανές πως, τουλάχιστο σε μία μερίδα στελεχών της «Χ.Α.», επικρατεί η αίσθηση (πιθανόν ευσεβής πόθος) πως κάποια τμήματα της κρατικής εξουσίας θα τους χρειασθούν, ενόψει γενικότερων αποσταθεροποιητικών εγχειρημάτων.

Συνεπώς μπορεί να πέσουν στα μαλακά, αρκεί βέβαια να μην εκτεθούν με την συμπεριφορά τους στην δικαστική αίθουσα.

Οι διαρκείς καθυστερήσεις της δίκης, πάντως, δεν αποτελούν ενθαρρυντικά σημάδια.