Η σατανική συμμαχία Τραμπ-Πούτιν και η νέα μοιρασιά του κόσμου

putin_trump1Το συγκεκριμένο άρθρο υπογράφει ο Ισπανός ιστορικός Σάντος Χουλιά και δημοσιεύτηκε στην El Pais. Οφείλω να ομολογήσω ότι είναι, ότι καλύτερο και ότι πιο ενδιαφέρον διάβασα τελευταία για το πώς διαμορφώνονται οι νέες παγκόσμιες ισορροπίες:

Πόσο μακριά ακούγονται κι ας διατυπώθηκαν μόλις χθες οι προβλέψεις εκείνων των πολιτικών και κοινωνικών επιστημόνων, όταν έσβηνε ο 20ός αιώνας, για το τέλος του εθνικού κράτους και την επικείμενη αντικατάστασή του από μετα- και υπερ-εθνικά πολιτικά συστήματα!

 Δύο ήταν τα βασικά προγνωστικά αυτής της επιστημονικής λεγεώνας. Πρώτον, ότι το εθνικό κράτος θα κατέρρεε μπροστά στην παγκοσμιοποίηση. Δεύτερον, ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία θα αποκτούσε οικουμενικό χαρακτήρα μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και το τέλος της σοβιετοκομμουνιστικής δικτατορίας. Αντί γι’ αυτά, βλέπουμε τις δύο μεγάλες δυνάμεις που μοιράστηκαν τον κόσμο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να συγκροτούν σήμερα μια σατανική συμμαχία για να κάνουν μια νέα μοιρασιά, κτίζοντας τείχη στα σύνορά τους.

 Το ότι η μεγάλη συμμαχία του μέλλοντος θα έχει επικεφαλής το δίδυμο Πούτιν-Τραμπ, με την Κίνα να υπερασπίζεται το ελεύθερο εμπόριο, είναι κάτι που ούτε οι πιο ριζοσπάστες αντικαπιταλιστές δεν θα μπορούσαν να φανταστούν. Θα χρειαζόμασταν έναν Λένιν, ειδικό σε άλλου τύπου προβλέψεις, για να μας εξηγήσει ποιο στάδιο της εξέλιξης του καπιταλισμού είναι αυτό στο οποίο εισερχόμαστε με υπερηχητική ταχύτητα.

 Μια δεύτερη απόδειξη ότι το εθνικό κράτος κάθε άλλο παρά καταρρέει είναι η μανία που έχει καταλάβει όλο τον κόσμο να οικοδομήσει ο καθένας το δικό του κράτος. Ή, στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επρόκειτο να είναι ένα υπερεθνικό πολιτικό σύστημα, το πάθος με το οποίο τόσοι ή μάλλον τόσες πολιτικοί έχουν βαλθεί να μετατρέψουν αυτό το όνειρο σε εφιάλτη. Η Τερέζα Μέι στο άλλοτε Ηνωμένο Βασίλειο και η Μαρίν Λεπέν στην άλλοτε πατρίδα όλων των πατρίδων, πολύ εθνικίστριες, πολύ πατριώτισσες, είναι πεισμένες ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι τίποτα άλλο από ένα οικοδόμημα που πρέπει να γκρεμιστεί.

 Όσο για τον οικουμενικό χαρακτήρα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, διαψεύδεται κι αυτός. Το τρίτο κύμα του εκδημοκρατισμού, που σύμφωνα με τον Χάντινγκτον σάρωνε τον κόσμο στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, πέθανε στις παραλίες του 21ου αιώνα. Η ευφορία με την οποία το Journal of Democracy ανήγγελλε τον Ιανουάριο του 2000 ότι οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες ξεπέρασαν τις 100, έναντι μόλις 36 το 1974, και ότι κατόπιν αυτού ο Τοκβίλ είχε νικήσει τον Μαρξ τώρα είμαστε όλοι τοκβιλιστές, έγραψαν μετατράπηκε μέσα σε μια πενταετία σε αβεβαιότητα: αρκετές από τις ανακηρυχθείσες νέες δημοκρατίας αποδείχθηκε ότι ήταν ανελεύθερες, αφού συνδύαζαν τις εκλογές με δραστικές μειώσεις των ατομικών δικαιωμάτων. Κι έτσι αποδείχθηκε ότι η πραγματοποίηση εκλογών δεν συνιστά πάντα απόδειξη της ύπαρξης της δημοκρατίας αφού η τελευταία προϋποθέτει τη διάκριση και την ισορροπία των εξουσιών.

 Φαίνεται τελικά πως το περίφημο τρίλημμα του Ντάνι Ρόντρικ ότι πρέπει να διαλέξουμε δύο από τα τρία: δημοκρατία, εθνικό κράτος, παγκοσμιοποίηση είναι κάτι παραπάνω από ένα κλισέ για τις αίθουσες διδασκαλίας των αγγλόφωνων πανεπιστημίων. Και ότι πρέπει πράγματι να κάνουμε αυτή την περίφημη επιλογή. Αυτό που δεν περιέλαβε ο Ρόντρικ στο τρίλημμά του είναι ότι η επιλογή του εθνικού κράτους στη σημερινή εποχή προϋποθέτει ένα ΟΧΙ στην παγκοσμιοποίηση και ταυτόχρονα ένα ΟΧΙ στη δημοκρατία. Για να το πούμε διαφορετικά: όπως συνέβη και τη δεκαετία του ’30, η άνοδος των εθνικισμών οδηγεί στο τέλος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως μορφής του εθνικού κράτους και στο τέλος της ελεύθερης αγοράς ως μορφής της καπιταλιστικής οικονομίας.

 Σε τελευταία ανάλυση, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι ήταν αυτό που αποκαλούμε σήμερα εκλεγμένοι μονάρχες. Κι αυτό που έκαναν στα κράτη τους ήταν να τα μετατρέψουν από φιλελεύθερες δημοκρατίες συστήματα που τους έφεραν στην εξουσία σε προστατευτικές μοναρχίες. Ενώ οι Βρετανοί υποστήριζαν μέχρι την τελευταία στιγμή ότι είναι δυνατές οι συμφωνίες μαζί τους για τις σφαίρες επιρροής, ότι είναι δυνατός ο «κατευνασμός» τους.

 Ο Πούτιν και ο Τραμπ δεν είναι Χίτλερ και Μουσολίνι, σύμφωνοι (αν και η Τερέζα Μέι έχει κάτι από Τσάμπερλεν). Ούτε η Ρωσία και οι ΗΠΑ είναι σήμερα αυτό που ήταν η Γερμανία και η Ιταλία τις δεκαετίες του ’20 και του ’30. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι το κύμα που οδήγησε δύο φορές την ανθρωπότητα στην καταστροφή των δύο μεγάλων πολέμων δεν είναι ανάλογο με το κύμα που έφερε στην εξουσία αυτούς τους δύο εκλεγμένους μονάρχες. Το κύμα αυτό έχει όνομα: λέγεται εθνικισμός, και κανείς δεν μπόρεσε να προβλέψει την τρομερή καταστροφική του δύναμη ως τη στιγμή που τέθηκε σε κίνηση.

 Πηγή: El Pais

 

 

Advertisements

Τα θέλω μου…

photo_verybigΈγραψα πολλές φορές για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, για την Αποκέντρωση και τη καρδιά της, τη λαϊκή συμμετοχή.
Ο ρόλος της είναι ξεκάθαρος και πιστεύω πως μπορεί να συμβάλλει και στην ανάπτυξη του τόπου και στην εξυπηρέτηση των πολιτών.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να μπορεί να σχεδιάζει και να υλοποιεί – πάντα με διαδικασίες δημόσιου και λαϊκού ελέγχου – αυτά που αφορούν στους πολίτες.
Σημαίνει ικανότητα να αναπτύσσει όλες εκείνες τις λειτουργίες που αφορούν στον πολίτη.
Σημαίνει οικονομική αυτοδυναμία αλλά και δυνατότητα να ορίζει ότι αφορά τη λειτουργία της.
Σημαίνει διαφάνεια και κοινωνικές δομές αναπτυγμένες , ιδιαίτερα σήμερα που η κοινωνία μετρά τα θύματα της κρίσης.
Η μνημονιακή λογική περιγράφει μια αυτοδιοίκηση , διακοσμητικό στοιχείο χωρίς αρμοδιότητες και κυρίως χωρίς ουσιαστικές δυνατότητες, που θα συνεχίσει να εξαρτάται κατά απόλυτο τρόπο από το κεντρικό κράτος.
Θέλει πιστούς υλοποιητές των κεντρικών επιλογών, θέλει αντιλαϊκές πολιτικές και λογικές.
Με αυτές τις λογικές αλλά και τους φορείς αυτών των πολιτικών είμαι ριζικά αντίθετος.
Πιστεύω πως δεν επιλέγουμε στις ερχόμενες εκλογές έναν απλό διαχειριστή των τοπικών πραγμάτων.
Πιστεύω πως πρέπει μέσα από τις επιλογές μας να ξαναδυναμώσουμε τους δημοκρατικούς θεσμούς, να δώσουμε δυνατότητα να εκφραστεί και πάλι η συμμετοχική δημοκρατία, να μιλήσουμε για προώθηση και όχι μαρασμό της Αυτοδιοίκησης.
Άκουσα πολλά σε αυτή την προεκλογική περίοδο. Πολλά και αδιάφορα. Κενές κουβέντες, αοριστίες, υποσχέσεις που έρχονται σε ριζική σύγκρουση με την πραγματικότητα. Δεν με ενδιαφέρει η ωραιοποίηση μιας κατάστασης και η υπερβολή. Ούτε σχέδια καμένα από την αρχή. Για την ουσία ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΑΜΕ.
Θέλω να ξαναβάλουμε στο τραπέζι της συζήτησης την ουσιαστική Αποκέντρωση και Αποσυγκέντρωση του κράτους. Γιατί αυτό θα υπηρετήσουν οι Δήμαρχοι και οι Περιφερειάρχες. Το πιστεύουν; Το υποστηρίζουν;
Δεν θέλω Δημάρχους και Περιφερειάρχες υποταγμένους , αδύναμους και εξαρτώμενους. Θέλω ανθρώπους ικανούς, με προοδευτική αντίληψη για να προχωρήσουμε την επόμενη ημέρα σε ότι έχει πραγματικά ανάγκη η κάθε πόλη, ο νομός, η Περιφέρεια.
Θέλω ανθρώπους που να πιστεύουν στην διεύρυνση της δημοκρατίας, στη διαφάνεια, στη λογοδοσία, στην οικονομική ανεξαρτησία. Θέλω ανθρώπους που να υπηρετούν τη συνέργεια, τη συναπόφαση και την δημιουργία μαζί με τους πολίτες. Τα προβλήματα σήμερα δεν λύνονται με την ευθύνη ενός μόνο βαθμού της Τ.Α. Η ανεργία, η φτώχεια, η κοινωνική διάλυση ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΟΝΟ του Δημάρχου, του Περιφερειάρχη ή του αδύναμου κράτους. Αν δεν συνεργαστούν και αν δεν σχεδιάσουν, μαζί με αυτούς που έχουν ανάγκη η αποτυχία είναι δεδομένη. Θυμώνω όταν ακούω τα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» για κοινωνικές πολιτικές που «ΕΓΩ» θα εφαρμόσω. Δεν μπορείς μόνος σου…
Θέλω ανθρώπους προοδευτικούς που αποδεδειγμένα υπηρετούν τις ίδιες αρχές με εμάς. Αρχές που χαρακτήρισαν κάθε μεγάλη θεσμική αλλαγή στο χώρο της Τ.Α. όλα αυτά τα χρόνια.
Προοδευτικούς όχι στα λόγια. Χόρτασα από τέτοια. Η πράξη χαρακτηρίζει, όχι μόνο οι καταβολές. Η πράξη παράγει αποτελέσματα.
Λιμοκοντόροι της πολιτικής, προσωπικές εξασφαλίσεις και διευθετήσεις, αυτοδιοίκηση για εφαλτήριο πολιτικής καριέρας δεν με ενδιαφέρουν, δε με συγκινούν. Ότι και αν δηλώσουν.
Αυτούς και θα στηρίξω . Αυτούς θα ψηφίσω.

Φόβοι και αλήθειες

Εδώ και κάποιο διάστημα διαμορφώνονται (πολιτικά και ιδεολογικά) οι προϋποθέσεις για την απρόσκοπτη είσοδο επιχειρηματικών ομίλων στο σύνολο των λειτουργιών των Ο.Τ.Α.

Πολιτικά, καθώς η οικονομική συγκυρία λόγω κρίσης έχει φέρει τους δήμους και τις περιφέρειες στο όριο του λουκέτου. Συνεπώς η συγκυρία (για αποδοχή των όσων επιβάλει η τρόικα και αποδέχονται πολλοί από τους  αυτοδιοικητικούς άρχοντες ανά την χώρα) δεν θα μπορούσε να είναι ευνοϊκότερη.

Ιδεολογικά επειδή, στο πλαίσιο της διάλυσης του «κράτους-πρόνοιας» και των τοπικών του δομών, ο αγοραίος εποικισμός εμφανίζεται ως μονόδρομος και λύση ανάγκης.

Η επέλαση του κεφαλαίου στον χώρο όπου απομένουν αναμνηστικά υπολείμματα του δημοσίου (κοινωνικά καθολικού) είναι η αυτονόητη συνέπεια.

Στην νεοδημιουργούμενη αγορά υπάρχουν χρυσοφόροι τομείς, όπως η διαχείριση των απορριμμάτων, οι οποίοι αποδίδονται στις καραδοκούσες ιδιωτικές εταιρείες. Ταυτόχρονα μια σειρά υπηρεσιών, μέσω των περιβόητων «κοινωνικών συνεταιρισμών», αφαιρούνται από την δημόσια ευθύνη της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης. Η ανασύνταξη των εργασιακών σχέσεων, οι απολύσεις και η εναλλαγή περιόδων εργασίας με αντίστοιχες ανεργίας είναι ενδιάμεσα προϊόντα αυτής της διεργασίας.

Τελικός στόχος είναι  ο πλήρης έλεγχος των κρίσιμων λειτουργιών των Ο.Τ.Α. από το ιδιωτικό κεφάλαιο;

Ημερίδες, συναντήσεις, διαλέξεις που εκλαϊκεύουν τη νέα πραγματικότητα πυκνώνουν διαρκώς. Η κρατική χρηματοδότηση, πολύ περισσότερο εν μέσω μνημονίων, υποχωρεί προς όφελος των «συμπράξεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα».

Το κράτος αναλαμβάνει να εγγυηθεί την στήριξη και την κερδοφορία των επιχειρήσεων που ενεργοποιούνται στις συγκεκριμένες επενδυτικές περιοχές.

Ο ιστορικός κύκλος έκλεισε, το κεϋνσιανό κράτος που οριοθετούσε την αγορά μετατρέπεται σε τμήμα της, εγγυάται, ρυθμιστικά, τις αρχές λειτουργίας της.

Η αυτοδιοίκηση φαίνεται πως θα πορευθεί σε ένα εντελώς αλλαγμένο τοπίο, με θεσμικά όργανα τα οποία καλούνται να υφίστανται ως νομιμοποιητικές βιτρίνες της καινούριας πραγματικότητας.

Η επόμενη (πενταετής) θητεία των αιρετών στους Ο.Τ.Α. πολύ πιθανόν, αν  συνεχιστεί αυτή η εισβολή, να αποτελέσει το κύκνειο άσμα της δημόσιας ύπαρξής τους.

Όλα τούτα ερήμην των πολιτών, οι οποίοι αποδέχτηκαν, σχεδόν σιωπηλά, την εκχώρηση των κοινωνικών τους δικαιωμάτων στις εργολαβικές βουλήσεις και τις τοπικές τους διασυνδέσεις.

 

Αποσυγκέντρωση και αποκέντρωση (Μέρος 2ο)

2Έγραφα στο πρώτο κείμενο για την αναγκαιότητα ουσιαστικής αποσυγκέντρωσης του κεντρικού κράτους και την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να το κάνει, σαν προϋπόθεση της πραγματικής αποκέντρωσης.

Λεπτομέρειες ΕΔΩ!

Η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση του κεντρικού κράτους είναι λάθος να περιοριστεί στην ανάγκη για μείωση του κόστους λειτουργίας του ή στο θέμα της μείωσης του προσωπικού και μάλιστα με τον οριζόντιο , άδικο και ισοπεδωτικό τρόπο που επιχειρείται σήμερα.

Το άρθρο 101 του Συντάγματος προβλέπει ρητά ότι η διοίκηση του κράτους οργανώνεται σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα. Προβλέπει επίσης ρητά, την ύπαρξη περιφερειακών κρατικών οργάνων.

Ο Καλλικράτης δεν έλυσε το ζήτημα του κατακερματισμού που εξακολουθεί να υπάρχει στη διοίκηση των αποκεντρωμένων κρατικών λειτουργιών και των αρμοδιοτήτων.

Η συζήτηση έγινε πολλές φορές, πολλοί συμφώνησαν με την αναγκαιότητα δημιουργίας ενός ΕΠΙΤΕΛΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, αλλά στην πράξη αυτό παρέμεινε ζητούμενο. Να ξαναβάλουμε στη συζήτηση το … ζητούμενο:

Το σύγχρονο κράτος πρέπει να είναι ΕΠΙΤΕΛΙΚΟ στην κορυφή του με ενδυνάμωση των επιτελικών προγραμματικών λειτουργιών του, ώστε ΝΑ ΕΓΓΥΑΤΑΙ την ισχυρή διεθνή παρουσία της χώρας και την αποτελεσματική διεύθυνση των εσωτερικών υποθέσεων.

Το κεντρικό κράτος διαχειρίζεται ΤΙΣ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, όπως είναι η άμυνα, η εξωτερική πολιτική, η δημόσια τάξη και ασφάλεια, η δικαιοσύνη, η γενική δημοσιονομική πολιτική. Τα υπουργεία συνεπώς λειτουργούν ως ΕΠΙΤΕΛΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ του κράτους, όπου διαμορφώνεται το πλαίσιο άσκησης των εκάστοτε δημόσιων πολιτικών, έχουν δε , μόνα αυτά, την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής και της αξιολόγησης των αποτελεσμάτων τους.

ΑΡΑ:

– Επιβάλλεται ο προσεκτικός καθορισμός των αρμοδιοτήτων που θα παραμείνουν στα Υπουργεία, προκειμένου αυτά  να καταστούν επιτελικά.

– Η αποκέντρωση είτε καθ’ ύλη είτε κατά τόπο, των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων τους.

– Ο επιμερισμός των αποκεντρωμένων αρμοδιοτήτων είτε στα περιφερειακά κρατικά όργανα, είτε στα αυτοδιοικητικά όργανα των δύο βαθμίδων. Αναπόφευκτα και μέχρι τη συνταγματική μεταρρύθμιση (εάν και εφόσον αυτή γίνει), οι αρμοδιότητες που έχουν κριθεί από το ΣτΕ ως μη μεταβιβαστές στην Αυτοδιοίκηση , με βάση το ισχύον Σύνταγμα, θα ασκούνται από τα αποκεντρωμένα όργανα.

Οποιαδήποτε προσπάθεια μεταρρύθμισης του κράτους θα πρέπει να έχει τους εξής στόχους:

Α) Δημιουργία κράτους των πολιτών και όχι των πελατών, χωρίς ο πολίτης να γίνεται κάθε φορά όμηρος γραφειοκρατικών αγκυλώσεων και της σύγχυσης αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα της διοίκησης και της αυτοδιοίκησης. Στο πλαίσιο αυτό και με βάση την αρχή της συγκέντρωσης του διοικητικού  έργου, αρμοδιότητες και λειτουργίες που σχετίζονται με την άμεση εξυπηρέτηση του πολίτη, π.χ. αδειοδοτήσεις, κοινωνικές παροχές κ.λ.π., θα πρέπει να συγκεντρώνονται στο εγγύτερο δυνατό επίπεδο , ασχέτως του ποιος αποφασίζει την παροχή τους. Στις περιπτώσεις αυτές οι ΟΤΑ λειτουργούν και ως αποκεντρωμένες μονάδες της κεντρικής διοίκησης ( αναβάθμιση ΚΕΠ, αξιοποίηση νέων τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνίας κ.λ.π.)

Β) Αποφασιστικό χτύπημα της κακοδιαχείρισης και της διαφθοράς , η απαλλαγή της ΔΔ από την κομματικο – συνδικαλιστική χειραγώγηση και τον συντεχνιασμό, η απαρέγκλιτη τήρηση της αρχής της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος ως θεμελιακής αρχής για την οργάνωση και λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης.

Γ) Διαφάνεια και λογοδοσία , ιδίως σε κρίσιμες περιοχές της διοίκησης , όπου λαμβάνονται αποφάσεις μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος.

Δ) Σχεδιασμός και εφαρμογή δημοσίων πολιτικών σε συνδυασμό με την ορθολογική χρήση και διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, καθώς και αξιολόγηση, με αξιοκρατικούς και διαφανείς μηχανισμούς του προσωπικού και των υπηρεσιών στη βάση  ΜΕΤΡΗΣΙΜΩΝ ΣΤΟΧΩΝ. Επιδίωξη η εξάλειψη των παραγόντων που ευθύνονται για τη χαμηλή αποδοτικότητα – παραγωγικότητα, στο ελληνικό δημόσιο  αλλά και ενός συστήματος που παγιώνει ανισότητες αντί να τις θεραπεύει.

Υπάρχει και ένας επιπλέον λόγος, για τον οποίο θεωρώ πως η αλλαγή του κεντρικού κράτους είναι βασική προϋπόθεση μιας ουσιαστικά αποκεντρωμένης διοικητικής οργάνωσης:

Η κοινωνία είναι δυναμική και όχι στατική. Το διοικητικό σύστημα πρέπει να ανταποκρίνεται με ταχύτητα και επάρκεια στις ανάγκες της κοινωνίας.

Τα συστήματα διοικητικής οργάνωσης συνδέονται με τα συστήματα πολιτικής οργάνωσης. Οι σημαντικές αλλαγές στη διοικητικο-πολιτικο- νομιμοποιητική διαδικασία και στη χώρα μας και στην υπόλοιπη Ευρώπη, θα αφορούν τόσο στο σύστημα διοίκησης και εκπροσώπησης , όσο και στη γεωγραφία της πολιτικής εξουσίας, δηλαδή την κατανομή της στις περιφέρειες, τους νομούς, τους δήμους και τις κοινότητες.

Οι παράγοντες που θα επηρεάσουν τις επερχόμενες μεταβολές προκύπτουν τόσο από τον τρόπο λειτουργίας του διοικητικού συστήματος, όσο και από τις πιέσεις που ασκούνται από το εξωτερικό περιβάλλον.

Οι εξωτερικές πιέσεις αφορούν καταρχήν την υιοθέτηση του μοντέλου της διακυβέρνησης (governance) ως νέου συστήματος άσκησης δημόσιας πολιτικής, το οποίο έχει προταθεί ήδη από το 2001 από την Ε.Ε. Το μοντέλο αυτό πέρα από την θεωρητικά αμφισβητούμενη βάση στην οποία στηρίζεται ( την υπόθεση δηλαδή ότι το κράτος έχει αποδυναμωθεί και κατά συνέπεια αδυνατεί να ασκήσει όλες τις πολιτικές που παραδοσιακά ασκούσε), παρουσιάζει και πρακτικές δυσκολίες εφαρμογής.

Πολύ περισσότερο όταν δεν έχουν λυθεί βασικά προβλήματα λειτουργικότητας του διοικητικού συστήματος , ειδικά στην Ελλάδα. Αυτή η συνολική διοικητική μεταρρύθμιση δεν μπορεί παρά να ενσωματώσει και την ελληνική εκδοχή της συμμετοχικής διακυβέρνησης.

Κάτω από τις σημερινές συνθήκες (κυρίως οικονομικές και κοινωνικές), που διαμορφώθηκαν στη χώρα, είναι προφανές πως κρίσιμα προβλήματα της εποχής μας, όπως η ανεργία, το περιβάλλον, η ανάπτυξη της υπαίθρου, η υγεία και η εκπαίδευση, η κοινωνική μέριμνα δεν αντιμετωπίζονται ούτε με εντολές «των πάνω προς τους κάτω», ούτε μόνο από ένα επίπεδο διοίκησης.

Απαιτείται αντίθετα η συνεργασία και η σύμπραξη όλων των επιπέδων διοίκησης, με διακριτούς φυσικά ρόλους και οριοθετημένες αρμοδιότητες, ώστε να απαντάται ταυτόχρονα με σαφήνεια το ερώτημα «ποιος κάνει τι;»

Με απλά λόγια, όπως και αν διαμορφωθούν τα διάφορα επίπεδα διοίκησης και αποκέντρωσης, το ζητούμενο αλλά και ο μεγάλος στόχος δεν μπορεί να είναι άλλος από την συνέργεια, την ανάγκη δηλαδή ισότιμης και οριζόντιας σύμπραξης των διαφόρων επιπέδων διακυβέρνησης.

Για το λόγο αυτό είναι αναγκαίο να προβλέπονται τρόποι συνάρθρωσης των αρμοδιοτήτων, είτε μεταξύ των διαφόρων επιπέδων διοίκησης, είτε εντός του ιδίου επιπέδου, που θα βελτιώνουν τη λειτουργία των υπηρεσιών και την εξυπηρέτηση του πολίτη.

Η πράξη δείχνει πως η αυστηρή τυποποίηση των αρμοδιοτήτων και ο αυστηρός λειτουργικός διαχωρισμός και η εξειδίκευση ανά επίπεδα διοίκησης (Κεντρικό Κράτος, Αποκεντρωμένες Κρατικές Υπηρεσίες , Περιφέρειες και Δήμοι), δεν αρκούν, προκειμένου να μην προκύψουν προβλήματα συγχύσεων , αλληλοεπικαλύψεων και θεσμικών ανταγωνισμών.