Επετειακό;

Greek_artilery_Morava_Nov_1940Συμπληρώνονται 74 χρόνια από την 28/10/1940, ημέρα κήρυξης του πολέμου –από την Ιταλία στην Ελλάδα. Το φασιστικό καθεστώς των μελανοχιτώνων του Μουσολίνι, εμπνεόμενο από το “mare nostrum” για έξοδο στη Μεσόγειο επιτέθηκε στην χώρα μας.

Ο δικτάτορας Ι. Μεταξάς, ο οποίος είχε οργανώσει μιαν απομίμηση του μουσολινικού μοντέλου ως «τρίτο ελληνικό πολιτισμό» (μετά τον αρχαίο και τον βυζαντινό), απέρριψε το τελεσίγραφο παράδοσης.

Είναι δεδομένο πως ο αγγλόφιλος βασιλιάς Γεώργιος Β΄, ο οποίος είχε προετοιμάσει την έλευση του καθεστώτος της «4ης Αυγούστου», δεν θα επέτρεπε μια προσχώρηση της Ελλάδας στις δυνάμεις του «άξονα».

Ωστόσο ο βασικότερος λόγος του «όχι» υπήρξε η πολιτική εκτίμηση του διορισμένου πρωθυπουργού του. Ο οποίος είχε την πεποίθηση πως οι «σύμμαχοι» θα κέρδιζαν τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, λόγω της ναυτικής υπεροπλίας της Μ. Βρετανίας. Συνεπώς, ακόμα και αν η Ελλάδα είχε απωλέσει προσωρινά την κρατική της υπόσταση (πράγμα που συνέβη μετά τη γερμανική εισβολή, το 1941) στο τέλος θα βρισκόταν στο πλευρό των νικητών.

Μάλιστα ο ηγήτωρ του ελληνικού φασισμού υπερηφανευόταν πως ακολουθεί την στρατηγική του (ιστορικού του αντιπάλου) Ελ. Βενιζέλου, κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Όταν βγήκε στο πλευρό της «Αντάντ» και έλαβε ως ανταμοιβή την ζώνη της Ιωνίας, στη Μ. Ασία.

Οφείλουμε να παραδεχτούμε πως οι βασικές αρχές του συγκεκριμένου σκεπτικού επιβεβαιώθηκαν από τις μετέπειτα εξελίξεις. Έστω και αν ο Μεταξάς πρόβλεψε μια συμβολική αντίσταση του ελληνικού στρατού στις υπέρτερες δυνάμεις του ιταλικού, κάτι που κατέρρευσε εν τοις πράγμασι.

Ίσως επειδή ένα σημαντικό τμήμα των ιταλών φαντάρων, απηυδισμένο από την πολύχρονη τυραννία των φασιστών του «Ντούτσε», δεν επέδειξε ιδιαίτερο πολεμικό ζήλο.

Στην άλλη πλευρά δεν υπήρξαν αντίστοιχες ρωγμές. Δεδομένου ότι ακόμα και ο έγκλειστος στις φυλακές γραμματέας του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδης, με επιστολή του μέσα από το κελί, κάλεσε σε πάνδημη συστράτευση υπέρ της απόκρουσης της εχθρικής εισβολής.

Παρότι το εγχώριο φασιστικό καθεστώς αρνήθηκε να στείλει στο μέτωπο εθελοντές πολιτικούς κρατουμένους και προτίμησε –την ώρα της πτώσης του, σχεδόν έξι μήνες αργότερα – να τους παραδώσει στα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής.

Εδώ αποδείχθηκε η βαθύτερη ιδεολογική και πολιτική συγγένεια, την οποία είχαν διασαλεύσει τα αντιμαχόμενα κρατικά συμφέροντα.

 

25 χρόνια πριν…

oneΛίγοι θα θυμούνται πως, πριν 25 χρόνια, στις 2 Ιούλη 1989, συγκροτήθηκε η κυβέρνηση Τζαννετάκη.

Επρόκειτο για σχήμα συνεργασίας ανάμεσα στη ΝΔ και τον τότε ενιαίο «Συνασπισμό της αριστεράς και της προόδου» (με πυρήνες το ΚΚΕ και την ΕΑΡ). Διακηρυγμένος στόχος η εκκαθάριση του «σκανδάλου Κοσκωτά» και η δρομολόγηση της ποινικής διαδικασίας για τον πρωθυπουργό, ως τα μέσα του 1989, Ανδρ. Παπανδρέου.

Ανομολόγητος η διάσπαση και λαφυραγώγηση του ΠΑΣΟΚ –μεταξύ των δύο ευκαιριακών εταίρων.

Αφορμή για την συνεργασία αποτέλεσε η αποκάλυψη πως ο ιδιοκτήτης της «Τράπεζας Κρήτης» Γ. Κοσκωτάς χρησιμοποιούσε τα αποθεματικά της, για να χρηματοδοτεί περίεργες επενδύσεις, στον χώρο του τύπου και του αθλητισμού. Σύμφωνα με κάποιους,  ο Α. Παπανδρέου αξιοποίησε τον διάττοντα επιχειρηματικό αστέρα ως «σφήνα» στους παραδοσιακούς εκδότες, την δύναμη των οποίων φοβόταν.

Η γιγάντωση του τυπικού εκπροσώπου των «νέων τζακιών» προκάλεσε αντισυσπείρωση παραδοσιακών ομίλων. Με την έκρηξη του σκανδάλου επιχειρήθηκε να φορτωθούν και πράξεις δωροληψίας στον (τότε ασθενούντα) αρχηγό του ΠΑΣΟΚ.

Κλειδί των εξελίξεων αποτέλεσε ο πανίσχυρος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Μ. Κουτσόγιωργας, στον οποίο χρεώθηκε  η κατασκευή  νόμου,που σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες  «Αγγέλους της κάθαρσης» , ήταν  στα μέτρα του Γ. Κοσκωτά και  για τον οποίο κατηγορήθηκε ότι έλαβε ως αντίτιμο, το ποσό των δύο εκατομμυρίων δολαρίων.

Σύμφωνα με κάποιους άλλους,  ο Μ. Κουτσόγιωργας είχε πληροφορηθεί πως απέμενε λίγος χρόνος ζωής στον Α. Παπανδρέου και ετοιμαζόταν πυρετωδώς να τον διαδεχθεί.

Περίπου αυτονόητα ο αρχηγός της ΝΔ Κ. Μητσοτάκης μετέτρεψε –με την βοήθεια των εκδοτικών συγκροτημάτων – την προεκλογική περίοδο σε μια απέραντη σκανδαλολογία.

Την ίδια στιγμή που το δίδυμο Χ. Φλωράκη (ΚΚΕ) – Λ. Κύρκου (ΕΑΡ) πίστεψε πως η αριστερά εισερχόταν στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων.

Ο Κ. Μητσοτάκης, με τον συνήθη κυνισμό του, είχε πιο ρεαλιστικούς στόχους. Με τον Α. Παπανδρέου να εκλείπει (φυσικά) και τον Μ. Κουτσόγιωργα ζώσα «απόδειξη»  της διαφθοράς του ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να μακροημερεύσει στην εξουσία.

Η κυβέρνηση Τζανεττάκη ήταν (και έτσι συνέβη) μεταβατική προς μια αμιγή της ΝΔ, υπό την πρωθυπουργία του.

Μόνο που η ιστορία παίζει περίεργα παιχνίδια. Αντί του αναμενόμενου θανάτου του Α. Παπανδρέου (με το στίγμα να τον ακολουθεί αιώνια) είχαμε τον απροσδόκητο του Μ. Κουτσόγιωργα, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο στην αίθουσα του ειδικού δικαστηρίου το 1991.

Ουσιαστικά εκεί κατέρρευσε ο αρχικός σχεδιασμός. Όσο για την κυβέρνηση Τζαννετάκη ουδείς επιθυμούσε να θυμάται την ύπαρξή της.

 

Και όμως μήνυμα υπάρχει!

Τα αυτοδιοικητικά αποτελέσματα ανά την επικράτεια επιδέχονται περισσότερες της μιας ερμηνείας.

Στην Αττική και στην Αθήνα αντίστοιχα οι υποψήφιοι του ΣΥΡΙΖΑ κατέγραψαν επιδόσεις ανώτερες των δημοσκοπικών προβλέψεων. Όχι όμως και ανώτερες των αποτελεσμάτων που είχε φέρει το κόμμα τους στις τελευταίες εκλογές του 2012.  Αν δεν είχανε δώσει καθαρά πολιτικό περιεχόμενο στις αυτοδιοικητικές εκλογές και αν δεν είχε μεσολαβήσει η εκλογική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ το 2012, τότε ναι θα μιλούσαμε για εντυπωσιακά αποτελέσματα. Σήμερα ποιος μπορεί να το υποστηρίξει;

Το εμφατικό στοιχείο στην Περιφέρεια Αττικής και στο Δήμο της Αθήνας,  ωστόσο ήταν η ηχηρή αποδοκιμασία των εκλεκτών της ΝΔ, οι οποίοι αποκλείσθηκαν από τον δεύτερο γύρο. Κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στα εκλογικά χρονικά και αποτελεί σαφέστατη αποδοκιμασία και των επιλογών του Σαμαρά και της ΝΔ.

Ταυτόχρονα οι Σγουρός και Καμίνης, οι οποίοι κινούνται στον χώρο της κεντροαριστεράς, θα δώσουν την δική τους μάχη την προσεχή Κυριακή, με πολλές πιθανότητες νίκης αλλά χωρίς καμία κομματική σημαία. Αυτή την έχουν αποποιηθεί εδώ και καιρό .

Στην Κεντρική Μακεδονία και στον δήμο Θεσσαλονίκης, προνομιακούς εκλογικούς χώρους της ΝΔ, οι επίσημοι υποψήφιοί της, κατέγραψαν απογοητευτικές επιδόσεις. Αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να ανεβάσει σημαντικά τα ποσοστά του εκεί.   Ενώ στον Πειραιά ο υποστηριζόμενος από τον Β. Μαρινάκη συνδυασμός κατέδειξε την κοινωνική διασπορά επιχειρηματικών μηχανισμών, οι οποίοι – μέσω των αθλητικών και εκκλησιαστικών τους στηριγμάτων– επιτυγχάνουν να ποδηγετούν τις τοπικές κοινωνίες.

Ανάλογη περίπτωση αυτή του Αχ. Μπέου στον δήμο Βόλου.

Το χαρακτηριστικό στοιχείο ωστόσο των αυτοδιοικητικών εκλογών, αποδεδειγμένα πια, είναι η δημόσια παρουσία των προσώπων –και δευτερευόντως των κομμάτων που τα υποστηρίζουν. Ειδικά σε μια σειρά περιφερειακών ενοτήτων γίνεται σαφές, με το σημαντικό προβάδισμα αυτοδιοικητικών στελεχών, κάποια εκ των οποίων δεν έχουν δεν έχουν κομματικό χρίσμα. Κραυγαλέο παράδειγμα το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό που συγκέντρωσε ο υποψήφιος του ΚΚΕ στον δήμο Πάτρας, το οποίο δεν αντανακλά (εννοείται) την τοπική επιρροή του κόμματος.

Καταλήγουμε λοιπόν σε μία εντελώς αντιφατική εικόνα που ανταποκρίνεται απόλυτα στην αποδιάρθρωση του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος, στις υπό διαμόρφωση ακόμη κοινωνικές διεργασίες αλλά και στην διεύρυνση της κρίσης αναξιοπιστίας των πολιτικών σχηματισμών.

Στον πυρήνα αυτών των ετερόκλητων συμπεριφορών υπάρχει ένα σαφές μήνυμα:

Αυτό σχετίζεται με την κραυγή αγωνίας της κοινωνίας, δείχνοντας πως οι πολίτες έχουν φθάσει στα όριά τους.

Ένα μήνυμα με πολλούς και όχι έναν αποδέκτη: Και την Κυβέρνηση στην οποία κατανέμουν ένα μεγάλο μέρος της αποδοκιμασίας αλλά και την αντιπολίτευση, στην οποία κοινοποιούν κάπως έτσι, την απογοήτευση τους για πολλές από τις κεντρικές της επιλογές.

Κάτι που δεν προδικάζει μεν την στάση τους στις ευρωεκλογές, δείχνει ωστόσο πως η οργή και η απελπισία διέσπασαν την πρώτη γραμμή άμυνας των φοβικών συνδρόμων – που καλλιεργούνται συστηματικά από τα Μ.Μ.Ε.

Σε τέτοιο κλίμα ρευστότητας θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένες οι προβλέψεις και οι εικασίες που αφορούν στο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών.

Έχω πάντως την αίσθηση ότι τις μεγάλες εκπλήξεις ακόμα δεν τις είδαμε!

Δημοτικές εκλογές στη Λάρισα: Η κατάρα των υποψηφίων του ΠΑΣΟΚ

Η ιστορία, τα αποτελέσματα και κάποια χρήσιμα συμπεράσματα.

(ΜΕΡΟΣ4o  )

Οι εκλογές του 1998. Το διασπαστικό ψηφοδέλτιο Σχοινά, η συνεργασία ΚΚΕ – ΝΔ και η αρχή της θητείας Τζανακούλη.

 

Η τετραετία Καφφέ στη Λάρισα χαρακτηρίστηκε από τη σκληρή αντιπαράθεση του με το μηχανισμό του ΚΚΕ στο Δήμο και με την εσωτερική σύγκρουση στη δημοτική του ομάδα.

Δεν υπάρχει μία και μόνη αλήθεια στα γεγονότα εκείνων των χρόνων. Και όσο αντικειμενικός και αν θελήσεις να είσαι , είναι αδύνατον να μην επηρεαστείς από τις προσωπικές σου εμπειρίες  αλλά και την παρακολούθηση των γεγονότων από την πλευρά του ενεργού δημοσιογράφου.

Η απόφαση του Καφφέ να συγκρουστεί με τον μηχανισμό του ΚΚΕ στο Δήμο οδήγησε σε μια τριετή μάχη με απολύσεις υπαλλήλων ορισμένου χρόνου, απεργίες με σκηνές έξω από το Δημαρχείο, καταλήψεις δημοτικών χώρων και άλλα πολλά. Ο Ριζοσπάστης είχε μονίμως αναφορές στα τεκταινόμενα στη Λάρισα. Από εκεί και τα κείμενα, που δίνουν την εικόνα του μεγέθους της σύγκρουσης.

Η απόφαση επίσης του Καφφέ να τελειώσει το καθεστώς του «Δήμου Επιχειρηματία»  με το «Μύλο» και τα δημοτικά αναψυκτήρια σε διάφορα μέρη (κάτι που μπορεί στις μέρες να ακούγεται λογικό, τότε όμως επικρατούσε μια άλλη λογική), οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη όξυνση τα πράγματα.

Η σύγκρουση ήταν μετωπική αλλά η πραγματικότητα κρυβότανε αλλού: Η αμφισβήτηση του ποιος διοικεί το Δήμο αλλά και των υπερβολικών «απολαβών» κάποιων κατηγοριών εργαζομένων σε λειτουργίες του Δήμου,  που δεν μπορούσε να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος.

Δείτε με χρονική σειρά δημοσιεύματα του  «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ» για τα γεγονότα, τους πρωταγωνιστές αλλά και το κλίμα εκείνων των χρόνων.

rizos 16.03.95rizos 21.03.95 arizos 21.03.95 brizos 16.03.96rizos 20.03.96rizos 23.03.96rizos 28.06.96rizos 18.09.97rizos 28.04.98

Ήταν σαφές ότι στις επόμενες εκλογές, του 1998, ο Καφφές για το ΚΚΕ θα ήταν εχθρός.

Και αυτό ήταν κάτι που θα είχε επιπτώσεις στην «στρατηγική»  της Β’  Κυριακής.

Ακόμα πιο σκληρή υπήρξε η σύγκρουση στο εσωτερικό της δημοτικής του ομάδας με τους Σχοινά, Τσουκνικά και Καρακάση. Οι λόγοι και οι αιτίες πολλές.

Κάποιοι υποστηρίζουν πως όλα οφείλονται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του Καφφέ και την συγκρουσιακή του λογική.

Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι περίσσεψαν οι φιλοδοξίες από την πλευρά των «διαφωνούντων» και θεώρησαν πως ήταν η κατάλληλη συγκυρία για να αναλάβουν τα ηνία.

Κάποιοι άλλοι εκτιμούν πως ένα συγκεκριμένο σύστημα εξουσίας διεκδίκησε τα πάντα για τον εαυτό του , τα έχασε όλα και στο τέλος… «άλλαξε» τους πρωταγωνιστές.

Ότι και αν πιστέψει κάποιος δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο ότι ίσχυσαν «τίποτα και όλα»!

Η σύγκρουση με την Τσουκνικά παίρνει διαστάσεις. Η τότε αντιδήμαρχος φέρεται να έχει υποβάλει την παραίτηση της από το Μάρτιο και σαν αιτία τουλάχιστον προς τα έξω αναφέρεται η διαφωνία της με χειρισμούς κατά τη μεγάλη απεργία των εργαζομένων στο Δήμο. Η αιτία όμως είναι η απόφαση κάποιων να διαχωρίσουν τη θέση τους από τον τότε δήμαρχο.

Στις 21 Μαρτίου  του 1997, ο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» δημοσιεύει:

rizos 21.03.97 arizos 21.03.97 brizos 21.03.97 cΟ Σχοινάς αναλαμβάνει καθήκοντα συμβούλου στον τότε Υφυπουργό Εσωτερικών Λάμπρο Παπαδήμα.

Στη Λάρισα και σε διαφορετικά δικηγορικά γραφεία δημοτικοί σύμβουλοι πηγαινοέρχονται και καταστρώνουν τα σχέδια τους. Η ανακοίνωση της υποψηφιότητας Σχοινά και η στήριξη της από το ΔΗΚΚΙ, ξεκαθαρίζει το τοπίο και βάζει δύσκολα στον δήμαρχο Καφφέ και την παράταξη του. Ο Καφφές έχει ήδη «πάρει το χρίσμα» και προχωρά στις εκλογές, πληγωμένος μεν αλλά έχοντας κρατήσει κοντά του τη συντριπτική πλειοψηφία της τότε δημοτικής του ομάδας.

Η Νέα Δημοκρατία αναζητά υποψήφιο και καταλήγει μετά από κάποιες περιπέτειες στον Κώστα Τζανακούλη, που ήταν νομαρχιακός σύμβουλος και είχε ασχοληθεί με τον Γεωπονικό Σύλλογο τα προηγούμενα χρόνια. Μάλιστα για πρώτη φορά η επιλογή του υποψήφιου Δήμαρχου έγινε με εκλογές, από εκλεκτορικό σώμα περίπου 200 εκπροσώπων όλων των κοινωνικών ομάδων του Δήμου που πρόσκεινταν στο χώρο της ΝΔ και  ψηφίστηκε ο Κ. Τζανακούλης από τους 7 υποψηφίους.

Η ανακοίνωση της υποψηφιότητας του γίνεται δεκτή με ικανοποίηση από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, που υποτίμησε τον «αντίπαλο» του με τρόπο εμφαντικό!

Στο ΚΚΕ η εποχή Λαμπρούλη τελείωσε και υποψήφιος αναλαμβάνει ο Τάσος Σκυλλάκος, γνωστός γιατρός και στέλεχος του κόμματος.

Το κλίμα ήταν πραγματικά περίεργο.

Στις 11 Οκτωβρίου , την πρώτη Κυριακή ο Καφφές συγκεντρώνει το 36,1% (ποσοστό υψηλό για Α’ Κυριακή), ο Τζανακούλης 3ο,9% και ο Σκυλάκος το επίσης υψηλό 21,9%. Το ψηφοδέλτιο Σχοινά παίρνει 11,1 % και η εβδομάδα που ακολουθεί ξαναβάζει στην ατζέντα τις συμμαχίες για την επόμενη Κυριακή.

Δημόσια το ΚΚΕ τοποθετείται με αποχή και καταδίκη και των δύο υποψηφίων (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ). Στην πράξη όμως είναι η ώρα να «πληρωθεί» η σύγκρουση με τον Καφφέ και ο εκλογικός του μηχανισμός δουλεύει προς αυτή την κατεύθυνση.

Στη διάρκεια της εβδομάδας τα επικοινωνιακά λάθη συνεχίζονται με αποκορύφωμα την τηλεοπτική αντιπαράθεση Καφφέ – Τζανακούλη, σε δύο μάλιστα συνέχειες και παρά τις αντιρρήσεις και διαφωνίες πολλών τότε στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Η εικόνα αναδεικνύει νικητή τον Κ. Τζανακούλη.

Ταυτόχρονα η «επ’ αυτοφώρω σύλληψη», στελεχών της παράταξης Σχοινά, να διακινούν  ψηφοδέλτια του Τζανακούλη, οδηγεί σε νέες εντάσεις και καταγγελίες, που χρεώνονται αρνητικά στον εν ενεργεία Δήμαρχο.

Την Κυριακή 18 Οκτωβρίου ο Κ. Τζανακούλης κερδίζει τον Χρ. Καφφέ, με 51,5% έναντι 48,5%, παίρνοντας 7.500 επιπλέον ψήφους από αυτούς της πρώτης Κυριακής ενώ ο Καφφές συγκεντρώνει μόλις 4.000 επιπλέον ψηφοδέλτια. Έχει ενδιαφέρον να προσέξουμε ότι οι ψήφοι Σκυλάκου και Σχοινά την πρώτη Κυριακή ήταν περίπου 15.000!

1998Αντίστοιχα εκλογικά αποτελέσματα υπήρξαν σε πολλούς Δήμους της χώρας, όπου φάνηκε καθαρά η επιλογή του ΚΚΕ να στηρίξει τον υποψήφιο της ΝΔ. Ήταν στην πράξη η λογική « όσο το δυνατόν λιγότεροι κυβερνητικοί δήμαρχοι και νομάρχες», που μπορεί για κάποια φωτεινά μυαλά του Περισσού, να βόλευε κομματικά τους ίδιους αλλά στην πράξη αποδείχθηκε πέρα για πέρα αρνητική. Δεν είναι τυχαίο ότι από τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 1998, η δύναμη του ΚΚΕ , έβαινε μειούμενη.

Στη Νομαρχία ο Γιάννης Φλώρος κερδίζει για δεύτερη φορά τις εκλογές και ολοκληρώνει με εκείνη τη θητεία την προβλεπόμενη από το νόμο, νομαρχιακή του πορεία. Στο τέλος της θα επιλέξει, προφανώς επηρεασμένος από το περιβάλλον του, από την τιμητική αποστράτευση μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης με την πολιτική, είτε σε κεντρικό είτε σε τοπικό επίπεδο, να βρεθεί «αντάρτης» απέναντι στον επίσημο υποψήφιο του κόμματος που υπηρέτησε, στο Δήμο Λάρισας.

Και στις νομαρχιακές εκλογές είναι καθαρή η κίνηση των ψήφων του ΚΚΕ στη δεύτερη Κυριακή: Ο υποψήφιος της ΝΔ παίρνει 21.000 περισσότερους, έναντι του υποψηφίου του ΠΑΣΟΚ που παίρνει μόλις 7.000 παραπάνω ψήφους από την Α’ Κυριακή!

nom 1998Υ.Γ.

Έζησα την περίοδο αυτή και σαν εν ενεργεία δημοσιογράφος και σαν μέλος του ΠΑΣΟΚ στη Λάρισα. Μου δόθηκε έτσι οι δυνατότητα να έχω στη διάθεση μου ένα αρκετά πλούσιο αρχείο, που πέρα από τα δημοσιεύματα της εποχής, περιλαμβάνει και συνεντεύξεις υποψηφίων Δημάρχων αλλά και δημοτικών συμβούλων. Υπάρχουν βεβαίως και γεγονότα που έζησα και στιγμές με τεράστιο ενδιαφέρον. Θεωρώ όμως ότι οφείλουν, για τις λεπτομέρειες, κάποια στιγμή να μιλήσουν οι πρωταγωνιστές. Κάποιοι από αυτούς δεν βρίσκονται στη ζωή. Ο στοιχειώδης σεβασμός στη μνήμη τους με οδηγούν στο να αποφύγω να γράψω πολλά από αυτά που θα μπορούσα.

Πιστεύω όμως αληθινά πως εκείνη η εποχή, εκείνο το παρασκήνιο και εκείνα τα γεγονότα για όσους τα έζησαν, δεν θα ξεχαστούν ποτέ.

Δημοτικές εκλογές στη Λάρισα: Η κατάρα των υποψηφίων του ΠΑΣΟΚ

Η ιστορία, τα αποτελέσματα και κάποια χρήσιμα συμπεράσματα.

(ΜΕΡΟΣ 2ο )

Οι Δημοτικές εκλογές του 1990 και η συνεργασία ΠΑΣΟΚ – ΚΚΕ

Οι Δημοτικές και Κοινοτικές εκλογές του 1990 ήταν οι πέμπτες αυτοδιοικητικές εκλογές από την μεταπολίτευση και πραγματοποιήθηκαν στις 14 Οκτωβρίου 1990, ενώ ο δεύτερος γύρος όπου δεν συγκεντρώθηκε το απαιτούμενο ποσοστό εκλογής από κανέναν εκ των υποψηφίων, στις 21 Οκτωβρίου 1990.

Από τις 11 Απριλίου υπήρχε ήδη η Κυβέρνηση Μητσοτάκη. Για την ιστορία να θυμίσω πως στις πρόωρες εκλογές στις 8 Απριλίου η Νέα Δημοκρατία έλαβε 150 έδρες, το ΠΑΣΟΚ 123, ο Συνασπισμός 19 έδρες, ο Συνδυασμός ΠΑΣΟΚ – Συνασπισμού για τις μονοεδρικές 4 έδρες, οι Οικολόγοι Εναλλακτικοί 1 έδρα, η Εμπιστοσύνη/Πεπρωμένο (Μουσουλμάνοι Ξάνθης/Ροδόπης) 2 έδρες και η ΔΗΑΝΑ 1 έδρα.

Η κυβέρνηση  σχηματίστηκε ύστερα από συμφωνία του Κωστή Στεφανόπουλου, προέδρου της ΔΗΑΝΑ, με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη για παραχώρηση της μιας έδρας ώστε να σχηματιστεί αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ότι είχε γίνει λάθος στην κατανομή των εδρών της Νέας Δημοκρατίας και στερούνταν μιας έδρας, οπότε στην Νέα Δημοκρατία δόθηκε μια επιπλέον έδρα και πλέον η κυβέρνηση βρέθηκε με 152 έδρες στη Βουλή.

Στο πολιτικό τοπίο των αυτοδιοικητικών εκλογών, χαρακτηριστική υπήρξε η ευρεία συνεργασία σε πολλούς δήμους των δύο κύριων αντιπολιτευόμενων κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ και του Ενιαίου Συνασπισμού (στον οποίο μετείχε τότε και το ΚΚΕ), με στήριξη κοινών υποψηφίων σε μια σειρά από μεγάλους δήμους, ανάμεσα στους οποίους και αυτός της Λάρισας. Η κατανομή είχε ως εξής:

dhmoi

 

Σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές του 1986, ο αριθμός των δήμων αυξήθηκε κατά 56 (359 από 303) και οι νέοι δήμοι προέκυψαν είτε από συγχώνευση μικρών κοινοτήτων, είτε από ανακήρυξη μεγάλων κοινοτήτων σε δήμους. Παράλληλα επρόκειτο να γίνουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα και εκλογές για τον Β’ βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης (Νομαρχιακά Συμβούλια) σύμφωνα με νόμο που είχε ψηφίσει η Οικουμενική Κυβέρνηση Ζολώτα, όμως τελικά ματαιώθηκαν και έγιναν για πρώτη φορά το 1994.

Το εκλογικό σύστημα παρέμεινε το ίδιο με των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων, με τους υποψήφιους δημάρχους να πρέπει να συγκεντρώσουν το 50% + μία ψήφο σε σχέση με τα έγκυρα ψηφοδέλτια προκειμένου να εκλεγούν. Αλλιώς υπάρχει και ο δεύτερος γύρος

Η συμφωνία στο Δήμο της Λάρισας

Γραμματέας της Ν.Ε. του ΠΑΣΟΚ Λάρισας ήταν τότε ο Ζήσης Μπέκος και υπεύθυνος Τ.Α. ο Έκτορας Νασιώκας. Αυτοί οι δύο υπέγραψαν τη συμφωνία για την συνεργασία με το ΚΚΕ, ενώ από την πλευρά του τις υπογραφές έβαλαν οι Γ. Χώτος και Χ. Χαλκιάς. Σημαντικό ρόλο στην επίτευξη της συμφωνίας έπαιξαν επίσης από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ ο μετέπειτα Δήμαρχος Χριστόδουλος Καφφές και ο Βασίλης Έξαρχος.

Λίγες ημέρες πριν τις εκλογές, έγιναν και οι εκλογές για το γραμ. της Ν.Ε. και ο Έκτορας Νασιώκας εκλέχτηκε στη θέση του Ζ. Μπέκου.

Βασικό σημείο της συμφωνίας ήταν αφενός η υποψηφιότητα σαν δήμαρχος του Αριστείδη Λαμπρούλη και αφετέρου η αλλαγή στις θέσεις ευθύνης (αντιδήμαρχοι και πρόεδροι οργανισμών) στα δύο χρόνια.

Οι 38.543 ψηφοφόροι έδωσαν από την πρώτη Κυριακή τη νίκη στο σχήμα της συνεργασίας με ποσοστό 51,66% έναντι του βασικού αντιπάλου της ΝΔ, Γιάννη Σωτηρίου, που επίσης συγκέντρωσε υψηλό ποσοστό 40,46%. Στο 7,86 βρέθηκε ο ανεξάρτητος Κώστας Τσαντίλης.

Από τους 21 δημοτικούς συμβούλους που εξέλεξε το ψηφοδέλτιο συνεργασίας οι 13 ανήκαν στο χώρο του ΠΑΣΟΚ και οι 8 στο ΚΚΕ, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο ενδιαφέροντα δεδομένα στο Δήμο. Θυμάμαι εκτός του Χ. Καφφέ , ανάμεσα στους άλλους ότι είχαν εκλεγεί ο Εκ. Νασιώκας (παραιτήθηκε το 1993, όταν και ανέλαβε τη θέση του Νομάρχη), ο Ν. Σχοινάς, η Καίτη Τσουκνικά, η Πόπη Βακάλη, ο Θ. Καραϊσκος, η Λ. Γκολφινοπούλου κ.α.

1990

Οι τότε αντιδημαρχίες ήταν 4 και μοιράστηκαν σύμφωνα με τη συμφωνία ανά δύο.

Ο Χριστόδουλος Καφφές ανέλαβε αρχικά την αντιδημαρχία πολιτισμού και με την αλλαγή μετά τη διετία ανέλαβε την αντιδημαρχία Οικονομικών. Η ενασχόληση του με τα οικονομικά του Δήμου και η διάθεση του να «ψάξει» περισσότερο πράγματα και καταστάσεις τον οδήγησαν σε ευθεία σύγκρουση με τον δήμαρχο Λαμπρούλη, ο οποίος με απόφαση του αφαίρεσε τις αρμοδιότητες, τρείς περίπου μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του αντιδημάρχου, χωρίς να μπορεί να τον παύσει από τη θέση λόγω των συσχετισμών.

Ο Καφφές δέχεται πρόταση μετά τις εκλογές του 1993 για να γίνει Νομάρχης την οποία και δεν αποδέχεται και παραιτείται στο τέλος της χρονιάς από αντιδήμαρχος, διευκρινίζοντας πως η συνεργασία πρέπει να ολοκληρώσει τον κύκλο της.

Η σύγκρουση με το ΚΚΕ είναι δεδομένη και είναι φανερό πως στις επόμενες δημοτικές εκλογές το ΠΑΣΟΚ θα κατέβει μόνο του, ενώ κανείς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει την υποψηφιότητα Καφφέ για δήμαρχος της πόλης, όπως και έγινε.

Το πολιτικό κλίμα έχει και πάλι αλλάξει, με την επιστροφή του Α. Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, στο Δήμο τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ είτε σαν αντιδήμαρχοι είτε σαν πρόεδροι οργανισμών, είτε σαν απλοί δημοτικοί σύμβουλοι απέκτησαν την απαραίτητη αναγνωρισιμότητα αλλά δυνατότητες παρέμβασης στα διοικητικά του Δήμου για πρώτη φορά μετά το 1982. Ταυτόχρονα η κόντρα Καφφέ με τον δήμαρχο Λαμπρούλη αλλά και η φθορά από τη διοίκηση τόσων χρόνων, αδυνατίζανε τη λάμψη του τότε δημάρχου και  οδηγούσανε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η Λάρισα θα αλλάξει δήμαρχο, αν δεν συνέβαινε στο ενδιάμεσο διάστημα κάτι το περίεργο.

Και δεν έγινε.

Στο επόμενο: Οι εκλογές του 1994 και η δημαρχία Καφφέ

 

 

Δημοτικές εκλογές στη Λάρισα: Η κατάρα των υποψηφίων του ΠΑΣΟΚ

Η ιστορία, τα αποτελέσματα και κάποια χρήσιμα συμπεράσματα.

(ΜΕΡΟΣ 1ο)

ypoΟι Δημοτικές εκλογές είχανε πάντοτε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ειδικότερα στη Λάρισα τα όσα κατά καιρούς συνέβησαν, ιδιαίτερα στο χώρο του ΠΑΣΟΚ και των υποψηφίων που στήριξε αποτελούν μια πολύ περίεργη και διδακτική ιστορία. Πολλοί οι πρωταγωνιστές, θετικά και αρνητικά που οδήγησαν σε ένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα: Από το 1982 μέχρι και σήμερα, σε διάρκεια δηλαδή 32 χρόνων να υπάρχει μόνο μια θητεία 4 χρόνων με εκλεγμένο δήμαρχο από το ΠΑΣΟΚ και μάλιστα στα χρόνια της πολιτικής του παντοδυναμίας. (Μιλάμε για την περίοδο 1994 – 1998, με δήμαρχο τον Χριστόδουλο Καφφέ).

Από το 1982 και μετά η ιστορία είναι γεμάτη από κόντρες εσωκομματικού χαρακτήρα, από δεύτερες υποψηφιότητες, από λάθη και υπονομεύσεις, από μικροκομματικές στάσεις και συμπεριφορές.

Θα αποφύγω «ανατριχιαστικές λεπτομέρειες» και παρασκήνια για λόγους ηθικής τάξης είτε γιατί κάποιοι από τους πρωταγωνιστές δεν είναι στη ζωή, είτε γιατί έχουν αποσυρθεί από τα κοινά είτε γιατί απλά δεν γράφονται.

Στις δημοτικές εκλογές της 17ης Οκτωβρίου 1982 επιβεβαιώθηκε ο θρίαμβος που είχε το ΠΑΣΟΚ στις βουλευτικές του 1981. Τόσο στην Αθήνα, όσο στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη, επικράτησαν υποψήφιοι που υποστήριξε. Ιδίως στην πρωτεύουσα και στο λιμάνι της εκλέχτηκαν στελέχη του κυβερνώντος κόμματος. Έτσι, αν και η επιρροή της Αριστεράς παρέμεινε ισχυρή, αποφεύχθηκε το παραδοσιακό φαινόμενο να αποτελούν οι δημοτικές εκλογές μία μεγάλη δοκιμασία για την κυβέρνηση, έστω και αν διέθετε πανίσχυρη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Στην Αθήνα αναβαπτίστηκε δήμαρχος ο Δημήτρης Μπέης, υπερισχύοντας του Τζαννή Τζαννετάκη, βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας και κατοπινού πρωθυπουργού στην κυβέρνηση του 1989. Στον Πειραιά τον Αριστείδη Σκυλίτση νίκησε αυτήν τη φορά ο Γιάννης Παπασπύρου. Στη Θεσσαλονίκη ο Θεοχάρης Μαναβής έφτασε το 55,10% από το 34,10% του πρώτου γύρου και υποσκέλισε το Σωτήρη Κούβελα της Νέας Δημοκρατίας που έμεινε στο 44,48%. Την προηγούμενη Κυριακή είχε συγκεντρώσει 40,86%.

Στη Λάρισα ο Απόστολος Βλιτσάκης που κατέβηκε με την υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ είχε να αντιμετωπίσει  τον από το 1980 Δήμαρχο της πόλης Αριστείδη Λαμπρούλη και τον υποψήφιο της ΝΔ Αν. Γέμπτο. Στη δεύτερη Κυριακή και παρά το καλό ποσοστό της πρώτης, ο Απ. Βλιτσάκης έχασε από τον Αρ. Λαμπρούλη, καθώς οι ψηφοφόροι της ΝΔ μετακινήθηκαν μαζικά προς την πλευρά του. Ένα αποτέλεσμα «μυστήριο» για τα πολιτικά δεδομένα της εποχής (δεξιός το 1982 να ψηφίζει κομμουνιστή). Ο υπόγειος πόλεμος της υποψηφιότητας Βλιτσάκη, πραγματικά πρωτοφανής για τα δεδομένα εκείνης της εποχής , με τους παλιότερους να θυμούνται τα χαρτάκια που είχανε γεμίσει το πρωί της β’ Κυριακής όλα τα κεντρικά  σημεία της πόλης!

Οι Δημοτικές και Κοινοτικές εκλογές του 1986 ήταν οι τέταρτες αυτοδιοικητικές εκλογές από την μεταπολίτευση και πραγματοποιήθηκαν στις 12 Οκτωβρίου 1986, ενώ ο δεύτερος γύρος όπου δεν συγκεντρώθηκε το απαιτούμενο ποσοστό εκλογής από κανέναν εκ των υποψηφίων, στις 19 Οκτωβρίου 1986. Ο αριθμός των δήμων στους οποίους διεξήχθησαν οι εκλογές ανήλθε στους 303, των κοινοτήτων στις 6.000 (από αυτές, οι 21 με πληθυσμό άνω των 5.000 κατοίκων), ενώ το σύνολο των εκλεγμένων δημάρχων, κοινοταρχών, δημοτικών, κοινοτικών και συνοικιακών συμβούλων ανήλθε στους 58.000.

Το πολιτικό κλίμα της εποχής μυστήριο : Το ΠΑΣΟΚ στην Κυβέρνηση για δεύτερη τετραετία, ο Καραμανλής εκτός Προεδρίας της Δημοκρατίας και σε εξέλιξη το σταθεροποιητικό πρόγραμμα Σημίτη με τη διάσπαση της ΠΑΣΚΕ αλλά και τη διαγραφή πολλών στελεχών του κόμματος, όπως ο Γεράσιμος Αρσένης.

Στη βάση αυτής της πολιτικής πραγματικότητας υπήρξε η άρνηση του ΚΚΕ να στηρίξει υποψηφίους του ΠΑΣΟΚ στο β’ γύρο αλλά και το φαινόμενο κοινών υποψηφίων ΚΚΕ και ΚΚΕ ες. , σε αρκετούς δήμους της Ελλάδας.

Το ΠΑΣΟΚ πέτυχε άλλη μια νίκη, κερδίζοντας 143 δήμους και τις περισσότερες πρωτεύουσες Νομών. Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε 87 δήμους, αλλά για πρώτη φορά μετά το 1981 μπόρεσε να αμφισβητήσει την πολιτική κυριαρχία του Ανδρέα Παπανδρέου, καθώς κατάφερε για πρώτη φορά από την μεταπολίτευση να κατακτήσει τους τρεις μεγαλύτερους δήμους της Ελλάδας, Αθηναίων, Θεσσαλονίκης και Πειραιά (με νικητές τα προβεβλημένα στελέχη της Μιλτιάδη Έβερτ, Σωτήρη Κούβελα και Ανδρέα Ανδριανόπουλο αντίστοιχα).

Στη Λάρισα των 45.565 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων υπήρξαν 5 υποψηφιότητες: ο Αθ. Παναγιωτακόπουλος από το ΠΑΣΟΚ,  ο Γιάννης Σωτηρίου από τη ΝΔ, ο εν ενεργεία δήμαρχος της πόλης Αρ. Λαμπρούλης από το ΚΚΕ, ο Κ. Τσαντίλης από το ΚΚΕ εσ. και ο υποψήφιος της ΕΠΕΝ, Χρ. Τσούμας.

Η υποψηφιότητα Παναγιωτακόπουλου υπονομεύτηκε από τις κόντρες με ένα κομμάτι της τότε Νομαρχιακής Επιτροπής ( τα όργανα του ΠΑΣΟΚ ήταν ακόμη ισχυρά) αλλά και την επιλογή του να αποκλείσει από το ψηφοδέλτιο τα μέλη της δημοτικής ομάδας Βλιτσάκη. Η κόντρα πήρε διαστάσεις τέτοιες, που οδήγησε το ψηφοδέλτιο εκτός του β’ γύρου, συγκεντρώνοντας ποσοστό την πρώτη Κυριακή 25,64% , πολύ μικρό για τα εκλογικά δεδομένα του ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής. Είναι σαφές πως ένα μεγάλο κομμάτι των ψηφοφόρων του οδηγήθηκαν στην επιλογή του Αρ. Λαμπρούλη που συγκέντρωσε το υπερβολικά μεγάλο 31,27% την πρώτη Κυριακή, πίσω από τον υποψήφιο της ΝΔ.

Τα αντιδεξιά αντανακλαστικά των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ οδήγησαν στην άνετη επικράτηση στο β’ γύρο του Αρ. Λαμπρούλη, ο οποίος ξεκίνησε τη δεύτερη του θητεία σαν δήμαρχος Λάρισας με ποσοστό 55,53%.

1986Για το ΠΑΣΟΚ η ήττα, ήταν μεγάλη και ταυτόχρονα χτύπησε το καμπανάκι για τα φαινόμενα εσωκομματικής ασθένειας, που θα κορυφωθούν το επόμενο διάστημα. Ταυτόχρονα όμως ήταν σαφές πως η «κατάληψη» του δημαρχιακού μεγάρου, δεν μπορούσε να γίνει με γιουρούσια ούτε με κινήσεις που δεν θα είχανε την ευρύτερη δυνατή στήριξη των δυνάμεων του στην πόλη!

Στο επόμενο: Οι εκλογές του 1990 και η είσοδος από την … πίσω πόρτα στο Δήμο.

 

Έβγαλε βρώμα η ιστορία…

apolΜέσα στην σκληρή οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας πέρασε σε δεύτερο πλάνο η βήμα-βήμα ανασύνταξη του κοινοβουλευτικού χάρτη. Δεν είναι μόνον οι απώλειες βουλευτών από τα κόμματα της συγκυβέρνησης και η οριακή πλειοψηφία που διαθέτουν.

Σε όλο το φάσμα (εξαιρούμενου του ΚΚΕ) υπάρχουν ρευστοποιήσεις και αυξημένη κινητικότητα.

Το παράδειγμα των ΑΝ.ΕΛ είναι το πλέον χαρακτηριστικό. Μια φυγόκεντρη ροή (χαμηλής έντασης) είναι πανταχού παρούσα, από την εγκατάσταση του αντιμνημονιακού μορφώματος της λαϊκής δεξιάς στην βουλή, από το 2012 κι εντεύθεν. Ορισμένοι αποχωρήσαντες συνέπηξαν στο εγχείρημα της «νέα ΜΕΡΑ», ο Κ. Μαρκόπουλος παλιννόστησε στην ΝΔ. Ενώ κι άλλα στελέχη της κοινοβουλευτικής ομάδας των ΑΝ.ΕΛ βρίσκονται ένα βήμα πριν το επίσημο διαζύγιο με την ηγεσία.

Στην ΔΗΜ.ΑΡ,  η γραμμή του Φ. Κουβέλη, όπως απέδειξε και η διαδικασία εκλογής του νέου γραμματέα του κόμματος, αντιμετωπίζει ζωηρές αμφισβητήσεις. Υπάρχουν αρκετά πρόσωπα που φλερτάρουν με την ιδέα επανόδου στην συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, ενδεχομένως υπό διαφορετικό πρωθυπουργό. Προς το παρόν η σύγκρουση έχει παγώσει, αλλά οι πιθανότητες μελλοντικής αναζωπύρωσης είναι σημαντικές.

Ακόμα και στον χώρο που καλύπτει η «Χρυσή Αυγή» εμφανίζονται ευδιάκριτες διαφοροποιήσεις, οι οποίες δεν σχετίζονται μόνο με την χωριστή αντιμετώπιση του κοινού πλαισίου ποινικών διώξεων βουλευτών της.

Ως προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι προς απόδειξη το αν η περίπτωση του Π. Τατσόπουλου αποτελεί μεμονωμένο κρούσμα ή αν αποτελεί προπομπό ευρύτερων εσωκομματικών ανακατατάξεων.

Ουσιαστικά το τοπίο εντός της βουλής εμφανίζει ορισμένους κομματικούς πυρήνες, πέριξ των οποίων αναπτύσσονται ευρείς χώροι οσμώσεων και πολιτικών παλινδρομήσεων. Επί της ουσίας δεν υφίστανται κόμματα, τουλάχιστον με τη μορφή που τα γνωρίσαμε μεταπολιτευτικά.

Προσωποπαγή δίκτυα εξουσίας: αφανείς ομάδες (δικομματικές συνήθως) που στηρίζονται από συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα και μονάδες διαθέσιμες για συμμετοχή σε πολυποίκιλα παίγνια έχουν πάρει το πάνω χέρι.

Εντός της βουλής οι συμβατικοί διαχωρισμοί (του τύπου κυβέρνηση-αντιπολίτευση, μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί) αποκτούν όλο και μικρότερη σημασία. Η φθορά της πολιτικής είναι βαθύτερη (και αξιολογικά ουσιαστικότερη) από την διαφθορά κάποιων εκπροσώπων της.

Η είσοδος σε μια νέα εποχή συνεπάγεται πως θ’ αμφισβητηθούν σφόδρα «τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες» που γνωρίζαμε μέχρι τώρα. Εν αναμονή των όσων θα την προϋπαντήσουν…

 

Πολιτικά κόμματα και … 2014

politicsΣε λίγες ώρες το 2013 θα είναι παρελθόν.

Το 2014 αποτελεί χρόνο εκλογικών αναμετρήσεων –ευρωεκλογών, αυτοδιοικητικών και υπό προϋποθέσεις εθνικών εκλογών. Συνεπώς τα κόμματα προετοιμάζονται για την προγραμματισμένη αντιπαράθεση, στην σκιά των μνημονίων και των όσων μέλλονται για να καλύψουν το «δημοσιονομικό κενό».

Η κυβέρνηση έχει απολέσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, την οποία σταθερά διατηρούσε ως και τον Σεπτέμβρη.

Υπό την επιρροή της μυθολογίας του «success story» και με τον φόβο των χειρότερων μέτρων κατόρθωσε να εξέλθει σχεδόν αλώβητη, ακόμα και μετά τον εκ θεμελίων κλονισμό της από το κλείσιμο της ΕΡΤ.

Ακόμα και με το κρεσέντο κρατικού αυταρχισμού και αστυνομικής βίας κατόρθωσε να επιβάλει το δόγμα «νόμος και τάξη». Οι ισχνές έως ανύπαρκτες κοινωνικές αντιδράσεις ουσιαστικά της πρόσφεραν πολύτιμες ανάσες οξυγόνου.

Η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται μόλις έγινε αντιληπτό πως η ανάκαμψη παραπέμπεται –εκ νέου- στις καλένδες. Η διάλυση των υπολειμμάτων της δημόσιας υγείας και της δημόσιας παιδείας, οι συνεχείς απολύσεις και διαθεσιμότητες δημοσίων υπαλλήλων δεν τροφοδοτούν πλέον τα ανακλαστικά του «κοινωνικού αυτοματισμού». Καταλυτικό γεγονός το θέμα με τους πλειστηριασμούς ακινήτων, το οποίο –με βάση την ευρύτατη κοινωνική διασπορά της ιδιοκτησίας κατοικιών- αφορά σχεδόν κάθε πολίτη της χώρας.

Ο πυλώνας της Κυβέρνησης, η ΝΔ, βρίσκεται σε σταθερά καθοδική πορεία –και όχι μόνο δημοσκοπικά. Οι συνεχόμενες αυτοδιαψεύσεις του Σαμαρά, η προκλητική στάση Στουρνάρα και η πρωτοφανής αναποτελεσματικότητα σε όλα τα επίπεδα την οδηγούν στο δρόμο του ΠΑΣΟΚ του 2011.

Όσο για το ΠΑΣΟΚ, με το βλέμμα στραμμένο στην πρωτοβουλία των «58» και τον μεταμορφισμό του σε «ελιά», απλά συνειδητοποιεί την έλευση του πολιτικά μοιραίου. Κλειδί στις εξελίξεις στον πόλο της συγκυβέρνησης η σταθερή παρουσία της «Χ.Α» που, όπως αναμενόταν, ελάχιστα την έπληξαν οι καταιγιστικές εξελίξεις μετά την δολοφονία του Π. Φύσσα. Οι οπαδοί της γνωρίζουν πολύ καλά τις πρακτικές του κόμματος και τις εγκρίνουν δίχως αναστολές. Οι ίδιες οι κυβερνητικές επιλογές αλλά και οι αποκαλύψεις ενός διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος, που εξακολουθεί να θέλει ρόλους, ρίχνουν νερό στο μύλο του ακραίου λαϊκισμού.

Στον αντίποδα ο ΣΥΡΙΖΑ σημειώνει μια ελαφρά άνοδο, παρά την πλήρη αποτυχία των κινηματικών πρωτοβουλιών του που θα έριχναν την κυβέρνηση. Επωφελείται κυρίως από την εντεινόμενη πεποίθηση πως οι πολιτικές των μνημονίων είναι αδιέξοδες και τον τρόμο για ραγδαία χειροτέρευση της καθημερινότητας των πολλών. Ωστόσο δεν έχει πετύχει να δημιουργήσει ένα αμετάκλητο προβάδισμα, πράγμα που σημαίνει πως τα πάντα είναι ανοιχτά.

Για τα λοιπά κόμματα το ΚΚΕ έχει σταθεροποιηθεί σε επίπεδα ολίγο μεγαλύτερο των εκλογικών επιδόσεων του 2012, παρά την φθορά από την διαχείριση των εσωκομματικών διαφωνιών, την πώληση του «902 TV» και τις απολύσεις στον «Ριζοσπάστη».

Οι ΑΝ.ΕΛ, παρά τα συχνά παιδαριώδη σφάλματα του αρχηγού τους και της παντοειδείς επιθέσεις της ΝΔ και φιλικών προς το Μαξίμου Μ.Μ.Ε, εμφανίζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Όσο για την ΔΗΜ.ΑΡ, παρά την προσπάθεια επούλωσης των εσωτερικών της τραυμάτων, το μέλλον δεν δείχνει ευοίωνο…

Καταλύτης στο πολιτικό σκηνικό θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι διεργασίες και κυρίως η κατάληξη τους, στο χώρο της πραγματικής κεντροαριστεράς. Οι πολυδιασπασμένες πρώην δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, που δεν εκφράζονται από το σημερινό πολιτικό μόρφωμα, αλλά και ούτε από την συντηρητική στο περιεχόμενο και ήδη γερασμένη πρωτοβουλία των 58, συνεχίζουν να αναζητούν διέξοδο σε προοδευτική κατεύθυνση.

Το να θα το πετύχουν εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και κυρίως από τη θέληση εκείνων που μπορούν να κινητοποιήσουν, να οργανώσουν και να εμπνεύσουν ένα μεγάλο κομμάτι των λεγόμενων «πολιτικά άστεγων». Ο χρόνος όμως και για αυτούς τελειώνει και πιέζει αφόρητα!

Το μόνο σίγουρο είναι ότι πολιτικά τουλάχιστον δεν πρόκειται να πλήξουμε το 2014!

ΚΚΕ: Διορθώσεις στην πολιτική Φλωράκη

flopapaΜέσα στον ορυμαγδό των πολιτικών εξελίξεων πέρασε σε δεύτερη μοίρα ένα κείμενο του Π.Γ. του ΚΚΕ, σχετικά με την περίοδο 1968-1991. Αφετηρία είναι η διάσπαση στα χρόνια της δικτατορίας και τερματισμός η σύγκρουση εντός του ενιαίου ΣΥΝ και η αποχώρηση του ΚΚΕ απ’ αυτόν.

Επί της ουσίας πρόκειται (από το 1972 κι εντεύθεν) για την περίοδο της ηγετικής παρουσίας του Χ. Φλωράκη, η οποία βάλλεται πανταχόθεν.

Κομβική αναφορά η αυτοκριτική εκτίμηση πως «δεν είχε εκτιμηθεί αντικειμενικά η πείρα της ΕΔΑ και πάνω σ’ αυτήν την αδυναμία έγινε παρέκκλιση με την ίδρυση του «Συνασπισμού της αριστεράς και της προόδου».

Είναι γνωστό πως, από το 1992 και ύστερα, το ΚΚΕ χάραξε πορεία εντελώς διαφορετική με την αμέσως προηγούμενη.

Όπως επίσης και το ότι η Αλ. Παπαρήγα (και ο Δ. Κουτσούμπας) είχαν εμφανείς διαφωνίες με τις επιλογές του Χ. Φλωράκη στα στερνά του βίου του. Οκτώ χρόνια μετά την τιμητική κηδεία και παρά την δημιουργία αρχείου που φέρει το ονοματεπώνυμό του κρίθηκε πως ήρθε η ώρα των διορθώσεων.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα σ’ αυτή την αναδρομική διευθέτηση. Το σύνολο των κορυφαίων στελεχών του ΚΚΕ που βρίσκονταν την περίοδο 1989-1990 στο κόμμα είχαν εγκρίνει την δημιουργία του «Συνασπισμού».

Ασφαλώς δεν επιθυμούσαν «να μετατραπεί το ΚΚΕ σε συνιστώσα της οπορτουνιστικής και ρεφορμιστικής αριστεράς», εκ των πραγμάτων ωστόσο συνέπραξαν σε αυτή την πιθανότητα. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα πώς νομιμοποίησαν, τότε, μια επιλογή που εκ των υστέρων αποδείχθηκε ολέθρια.

Με αναφορά στις περιόδους Τζαννετάκη και Ζολώτα επισημαίνεται πως «η συμμετοχή και στήριξη των δύο κυβερνήσεων του 1989-1990 από τυπική πλευρά δεν αποτελεί παραβίαση του προγράμματος του κόμματος δεδομένου ότι, στην γενικότητά της, ήταν ενταγμένη στην λογική της συνεργασίας και με αστικές πολιτικές δυνάμεις». Ο παρελθοντικός χρόνος (επί των αρχών του προγράμματος του ΚΚΕ) πιστοποιεί πως το σημερινό κόμμα προχώρησε σ’ ένα βελούδινο διαζύγιο με το πρόσφατο ιστορικό του παρελθόν.

Αφού σήμερα, τόσο στην γενικότητα όσο και στο ειδικό των περιστάσεων, συνεργασία με αστικές πολιτικές δυνάμεις θεωρείται αδύνατη. Το σημερινό ΚΚΕ (ανα)συγκροτείται και μάχεται να κατοχυρώσει τον πολιτικό του χώρο και τον ρόλο που αντιστοιχεί σε μια τέτοια επιδίωξη.

Αποδεικνύοντας πως οι ιστορικές ασυνέχειες εκδικούνται τις αφηγήσεις που αναλώνονται σε μια ευθύγραμμη (επαναστατική) περιγραφή.

 

Η επιστολή ενός διαγραφέντος στελέχους του ΚΚΕ

Η διαγραφή του Βασίλη Ζωγράφου, γνωστού στελέχους του ΚΚΕ στη Λάρισα, συζητείται αρκετά.

zografos-570-570x427Χρόνια συνδικαλιστής στους δασκάλους, πολλές φορές εκλεγμένος στα συνδικαλιστικά τους όργανα, γνωστός από τη λειτουργία του στην Επιτροπή Ειρήνης και εκλεγμένος ( και στη συνέχεια παραιτημένος) Δημοτικός Σύμβουλος.

Η επιστολή του, που δημοσιεύω, είναι νομίζω ενδεικτική του κλίματος αλλά και της λογικής που επικρατεί στο ΚΚΕ.

Αν κανείς αναλογιστεί ότι ως αιτία αναφέρεται η διαφορετική θέση του διαγραφέντος από την επίσημη θέση του κόμματος, σχετικά με το αν μπορούν και πρέπει να αναλαμβάνουν θέση Διευθυντή Σχολείου τα μέλη του κόμματος, φοβάμαι ότι το κλίμα που δημιουργείται είναι αντίστοιχο του Μεσαίωνα!

Χωρίς άλλο σχόλιο η επιστολή του Β. Ζωγράφου:

«Μετά από βασανιστική περισυλλογή και ανάμικτα συναισθήματα, οδηγούμαι πιστεύω στο νηφάλιο συμπέρασμα να αναφερθώ στο γεγονός της διαγραφής μου από το ΚΚΕ. Και αυτό γιατί θεωρώ ότι η έκθεση των γεγονότων και η συνακόλουθη λειτουργία και πρακτική της κομματικής καθοδήγησης, αποκαλύπτουν παραπέρα τον ολισθηρό δρόμο που επέλεξε αυτή η καθοδήγηση, έναν δρόμο που με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί το κόμμα στη συρρίκνωσή του. Επειδή δεν θέλησα ποτέ τον τίτλο του κομμουνιστή «κατ’ απονομή» όπως κάνει η κομματική ηγεσία την τελευταία δεκαετία, αλλά για μένα αυτός ο τίτλος ήταν και είναι προς κατάκτηση, όπως πιστεύω είναι και για τη συντριπτική πλειονότητα των κομματικών μελών, για αυτό, με τούτο μου το σημείωμα θέλω να κρούσω, για άλλη μια φορά ακόμα, τον κώδωνα του κινδύνου.

Είχα αντίρρηση για τη θέση της ηγεσίας του ΚΚΕ στο θέμα των διευθυντών των σχολείων. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι ο κομμουνιστής δεν πρέπει να διεκδικεί να γίνει διευθυντής στο σχολείο του γιατί, ως διευθυντής, μπορεί να γίνει μηχανισμός του αστικού κράτους, όπως λέει το κόμμα. Αντίθετα από τη δική μου εμπειρία αλλά και από τις εμπειρίες των συντρόφων διευθυντών, ακριβώς συμβαίνουν τα αντίθετα. Δηλαδή το κύρος τους στην τοπική κοινωνία είναι μεγάλο καθώς και η αποδοχή από τους συλλόγους διδασκόντων. Εξ αιτίας αυτής της θέσης μου, η Νομαρχιακή Επιτροπή Λάρισας του ΚΚΕ, πρότεινε «μομφή» ενάντιά μου και μου ζήτησε να παραιτηθώ από δημοτικός σύμβουλος (στο δημοτικό συμβούλιο Λάρισας), όπου είχα εκλεγεί στις τελευταίες Δημοτικές Εκλογές.

Η κομματική Οργάνωση των δασκάλων που ανήκα, απέρριψε την απόφαση της Ν.Ε. Παρόλα αυτά, καθαιρέθηκα από δημοτικός σύμβουλος. Επίσης μου απαγόρευσαν να είμαι υποψήφιος στις εκλογές αιρετών εκπροσώπων του κλάδου στα υπηρεσιακά συμβούλια, καθώς και στο σύλλογο δασκάλων, όπου ανελλιπώς εκλεγόμουν πάνω από 25 χρόνια. Αυτήν την αντιμετώπιση που είχα εγώ, δεν την είχαν άλλοι σύντροφοι που στο θέμα αυτό είχαν την ίδια στάση με εμένα. Απλά επισημαίνω τον καιροσκοπισμό και την επιλεκτική κομματική λειτουργία ενός κόμματος «αρχών».

Πρόσφατα, τηρώντας την κομματική διαδικασία, έγραψα την άποψή μου μέσα στα πλαίσια του προσυνεδριακού διαλόγου για το 19ο συνέδριο του ΚΚΕ. Αυτά που έγραψα ήταν μια κατάθεση ψυχής και κραυγή αγωνίας για την περιθωριοποίηση που οδηγείται το κόμμα, με ευθύνη μιας ηγεσίας που παραμέρισε αυθαίρετα το αποφασισμένο από το 15ο συνέδριο, πρόγραμμα του κόμματος. Λειτουργώντας έτσι ως φράξια, στις κρισιμότατες στιγμές της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, αντί να κάνει πράξη το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο που προέβλεπε αυτό το πρόγραμμα, ουσιαστικά άφησε το πεδίο ελεύθερο και στον καπιταλισμό να διαχειρίζεται με βάρβαρα αντιλαϊκά μέτρα την κρίση του, αλλά και στον ΣΥΡΙΖΑ να γίνεται επίδοξος «μεσσίας». Ειδικότερα ανέφερα ότι η πτώση μας στις συνδικαλιστικές εκλογές στους εκπαιδευτικούς της Λάρισας, όπου από 700 ψήφους κατεβήκαμε στις 300 αλλά και μια σειρά άλλα παραδείγματα, αντανακλούν τη δικαιολογημένη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων μας για τη στάση και τη γραμμή της ηγεσίας του κόμματος.

Λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση αυτών των απόψεων μου στο «Ριζοσπάστη», που αναδημοσιεύτηκαν και σε άλλα έντυπα, κλήθηκα από την καθοδήγηση σε απολογία. Στη συνεδρίαση της Κομματικής μου οργάνωσης, επειδή τυπικά δεν μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν κατηγορία για τα γραφόμενά μου, με θεώρησαν υπεύθυνο για τη δημοσίευση του άρθρου μου στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» και ζήτησαν τη διαγραφή μου από το κόμμα. Βέβαια ότι το αναδημοσίευσε από το «Ριζοσπάστη» (και συγκεκριμένα από την ιστοσελίδα http://www.902.gr – «Ριζοσπάστης» – 19ο Συνέδριο ΚΚΕ – Προσυνεδριακός Διάλογος) μιας και ήταν εύκολο να μεταφερθεί, δεν το έλαβαν καθόλου υπόψη. Η δημοσίευση στην «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» δεν προηγήθηκε της δημοσίευσης του «Ριζοσπάστη», αλλά ακολούθησε τρεις μέρες μετά. Στον «Ρ» δημοσιεύθηκε στις 29/3 και στην «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» στις 31/3. Όμως για να με ενοχοποιήσουν επικαλέστηκαν κάποιες φραστικές αλλαγές ανάμεσα στις δυο δημοσιεύσεις για τις οποίες δεν φέρω ευθύνη. Σημασία έχει, όσα έγραψε η ««ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»» τα είχαν γράψει πριν τρεις μέρες η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» και η ιστοσελίδα του http://www.902.gr («Ριζοσπάστης», 19ο Συνέδριο, Προσυνεδριακός Διάλογος. Ο καθένας μας κρίνεται και ο κόσμος ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

Τα τελευταία χρόνια τρεις φορές διέλυσαν την οργάνωση των εκπαιδευτικών με αποτέλεσμα να τη συρρικνώσουν, να στείλουν τους περισσότερους συντρόφους στα σπίτια τους για να υπάρξει ο απόλυτος έλεγχος. Ψήφισαν τη διαγραφή μου εκπαιδευτικοί λιγότεροι από τα δάχτυλα του ενός χεριού, και παρόλα αυτά χωρίς ομοφωνία. Δεν δέχτηκαν μάλιστα ούτε τη δήλωση της ίδιας της εφημερίδας, ότι αναδημοσίευσε το κείμενο από το «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ». Η άτεγκτη καθοδήγηση είπε ότι δεν δέχεται την αστική αλήθεια. Δυστυχώς όμως γι’ αυτή την έχει δεχτεί πάρα πολλές φορές, φυσικά όπου την εξυπηρετούσε.

Ίσως κούρασα με την αναλυτική έκθεση των γεγονότων και ζητώ και συγνώμη και για τον προσωπικό τόνο που έδωσα. Εκείνο όμως που ήθελα να αναδείξω είναι τα ανέντιμα μέσα με τα οποία ενοχοποιείται η άποψη που ενοχλεί. Και αυτό γιατί προσκρούει σε μια ηγεσία που ενώ έχει τεράστιες ευθύνες για την εκλογική ήττα και την οργανωτική, ιδεολογική, οικονομική και πολιτική συρρίκνωση του κόμματος, επιμένει να είναι γαντζωμένη στις καρέκλες της. Για χρόνια κινείται με το εκκρεμές του οπορτουνισμού, από το ένα άκρο στο άλλο άκρο, από το άκρο του δεξιού οπορτουνισμού με τον Συνασπισμό, στο σημερινό άκρο του αριστερού οπορτουνισμού, χαντακώνοντας το κόμμα.

Η ίδια ηγεσία αυτοπροσδιορίζεται ως αλάθητη. Όταν υμνούσε τον Γκορμπατσώφ είχε δίκιο και όταν τον κατηγορούσε πάλι είχε δίκιο. Όταν υπέγραφε τα κοινά πορίσματα για τον Συνασπισμό είχε δίκιο και όταν εναντιώθηκε σ’ αυτήν την επιλογή πάλι είχε δίκιο. Όταν ψήφιζε το πρόγραμμα στο 15ο συνέδριο του κόμματος είχε δίκιο και όταν το τσαλαπατούσε πάλι είχε δίκιο. Αλλά ας μην επεκταθώ περισσότερο σε τέτοια παραδείγματα γιατί θα χρειάζονταν πολλές σελίδες. Απλά να αναφερθώ σε ένα πρόσφατο παράδειγμα που σχετίζεται με την απεργία των καθηγητών. Αλήθεια, η δήλωση του μέλους του Πολιτικού Γραφείου ότι οι κομμουνιστές αντιτίθενται στην απεργία των καθηγητών κατά τις πανελλαδικές εξετάσεις, ποιον αβαντάρει; Αυτή η θέση αντικειμενικά δεν νομιμοποίησε την κυβέρνηση να προχωρήσει στην επιστράτευση των καθηγητών;

Η σημερινή ηγεσία, έχοντας έναν μηχανισμό από επαγγελματικά στελέχη που έχουν και προσωπικούς λόγους να μην εναντιώνονται ποτέ στην ηγεσία, αναλαμβάνουν να μεταφέρουν άκριτα και να επιβάλλουν πάντα την άποψη της ηγεσίας, στην κομματική βάση. Όποιοι όμως δεν είμαστε επιδεκτικοί στην επιβολή και στην άκριτη αποδοχή αλλά και στο αποφασίζομεν και διατάσσομεν, τότε πάλι αυτός ο μηχανισμός αναλαμβάνει το έργο της διαγραφής. Μπορεί όμως μια τέτοια ηγεσία να καθοδηγήσει το κόμμα που θα ηγηθεί της επανάστασης και θα αλλάξει την κοινωνία; Παρόλα αυτά, η γνώμη μου παραμένει ότι η ελπίδα μας είναι τα κομμουνιστικά ιδανικά. Έχουμε χρέος αυτά τα ιδανικά να τα αποκαταστήσουμε από τον διασυρμό που υφίστανται από όπου και αν προέρχεται αυτός».