Ιταλία: Ο θρίαμβος των αγορών!

rentsiΕδώ και λίγες ημέρες η Ιταλία διαθέτει νέο πρωθυπουργό, τον Μ. Ρέντσι.

Ο νεόκοπος πολιτικός αστέρας μεσουράνησε μετά την διαδρομή του ως δήμαρχος Φλωρεντίας και εξελέγη επικεφαλής του κεντροαριστερού «δημοκρατικού κόμματος» εκπαραθυρώνοντας τον προκάτοχό του –στην πρωθυπουργία και την προεδρία της παράταξής του – Εν. Λέττα.

Είχαν προηγηθεί οι αποκαλύψεις που έδειχναν πως ο Ιταλός πρόεδρος Τζ. Ναπολιτάνο πρωταγωνίστησε σε επαφές για την απομάκρυνση του Σ. Μπερλουσκόνι από την πρωθυπουργία – όταν βρισκόταν, για ύστατη φορά, στο εν λόγω πόστο-, καθώς οι επιλογές του δεν εγκρίνονταν από το Βερολίνο.

Αυτό που κάνει δημοφιλή στους ηγετικούς κύκλους της Ε.Ε. τον νεοδιορισθέντα πρωθυπουργό είναι οι στενές σχέσεις του με τους τραπεζίτες και τα πολυεθνικά επιχειρηματικά λόμπυ.

Για τρίτη φορά στην πολιτική ζωή της γειτονικής χώρας, στο δεύτερο τη τάξει πολιτειακό αξίωμα, τοποθετείται ένα πρόσωπο που δεν εκτέθηκε στην βάσανο των εθνικών εκλογών –μάλιστα ουδέποτε υπήρξε βουλευτής. Πρόκειται για τον θρίαμβο των αγορών, οι οποίες έχουν αναλάβει την κηδεμονία κρατικών οντοτήτων ακόμα και του μεγέθους της Ιταλίας. Καθώς η εξουσία έχει μεταφερθεί σε παγκοσμιοποιημένα δίκτυα και τις κατά τόπους απολήξεις τους είναι λογικό να χλευάζονται ακόμα και τα τελευταία υπολείμματα της ημιθανούς αστικής δημοκρατίας.

Η ανάδυση ενός πολιτεύματος «κρατικού φασισμού» με κοινοβουλευτικό μανδύα συνεπάγεται την εκκαθάριση του δημοσίου χώρου (καλύτερα ότι  απέμεινε από την αγοραία υποσκαφή του) από ενοχλητικούς θεσμούς και συνταγματικές λεπτομέρειες.

Η ιταλική βουλή απλώς εκλέγει τους εκάστοτε εκλεκτούς των μεγάλων συμφερόντων, οι οποίοι οφείλουν να υπηρετούν προδιαγεγραμμένες πολιτικές –λειτουργώντας ως θεσμική τους βιτρίνα. Για να το πούμε διαφορετικά, τα πρόσωπα εναλλάσσονται, ως μάνατζερς στην ίδια εταιρεία.

Συνεπώς το μοντέλο δεν αφορά μόνο την ελληνική πραγματικότητα, ούτε μπορεί να αποδοθεί σε θεωρίες συνωμοσίας και σε έλλειμμα «εθνικής ανεξαρτησίας». Η οριστική μετάβαση στο καθεστώς των υπερεθνικών κρατών και της «οικουμενικής ολιγαρχίας» που τους δίνει το ταξικό τους περιεχόμενο έχει αναπόφευκτες συνέπειες σε κάθε τοπική διοίκηση.

Η νέα πραγματικότητα χτίζεται στα ερείπια εκείνης που σάρωσε, με την παραδειγματική σύνθλιψη κάθε έννοιας κοινωνικής δημοκρατίας

Advertisements

Διπλό το καθήκον…

dimokratiaΔεν προσυπογράφω την ανοησία περί «Χρυσαυγιάδας» που στοχεύει απλά και μόνο στην απόκρυψη των όσων άλλων συμβαίνουν στην Ελλάδα. Η εκτίμηση του ΣΥΡΙΖΑ μου προκάλεσε θλιβερή έκπληξη, γιατί στην ουσία επιβεβαιώνει τη λαϊκίστικη λογική της ηγεσίας του.

Δεν πρόκειται να αποδεχτώ την ξαφνική ευαισθητοποίηση απέναντι στο φαινόμενο της Χρυσής Αυγής, αυτών που μόλις μέχρι πριν από λίγο καιρό, έκλειναν τα μάτια τους στην αυταπόδεικτη πραγματικότητα μιας εγκληματικής οργάνωσης που απειλεί ευθέως τη Δημοκρατία μας.

Μιλάω για όσους έθαψαν το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, ένθεν κακείθεν, μιλώ για όσους έκαναν λόγο για «δύναμη αντίδρασης» ή άλλες ηλιθιότητες, μιλώ για αυτούς που κρυφοκοίταζαν για εκλογικούς λόγους προς την πλευρά των Χρυσαυγιτών.

Ούτε βέβαια θα αποδεχτώ τις κάθε τύπου ελαφρές και βολικές μικροκομματικές και εξωπραγματικές αναλύσεις, του τύπου πως υπεύθυνοι για την εκλογική άνοδο του νεοναζιστικού μορφώματος είναι όλοι οι άλλοι πλην των ιδίων!

Γιατί η αλήθεια είναι πως η Χρυσή Αυγή χρησιμοποιήθηκε ως δύναμη καταστολής κινητοποιήσεων και διαδηλώσεων, της έδωσαν το δικαίωμα να ασκήσει πολιτικές κρατικού τσαμπουκά οι ίδιοι που σήμερα απορούν για το μέγεθος της παρείσφρησης της σε Αστυνομία ή Στρατό, τη νομιμοποίησαν στο όνομα των αγανακτισμένων στις πλατείες της χώρας, μοιράζοντας και χωροταξικά το χώρο τους, τη βοήθησαν προκειμένου να καλύψουν την κρατική αδυναμία παρέμβασης σε συγκεκριμένα θέματα της καθημερινότητας και τέλος τη νομιμοποίησαν εκλογικά αφελείς λογικές που όμως καλλιεργήθηκαν συστηματικά, περί τιμωρίας, περί αντίδρασης, περί οργής!

Φυσικά και είναι ανάγκη να συγκροτηθεί κοινό μέτωπο κατά του ρατσισμού και του νεοναζισμού. Φυσικά και αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση όσων μπορούν να σκεφτούν καθαρά και έξω από μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Όσοι αναζητούν την αριστερή τους αυτοεπιβεβαίωση μέσα από λογικές ιδεολογικής καθαρότητας σε αυτή την περίπτωση προσφέρουν κακή υπηρεσία στον ίδιο το λαό.

Γιατί αριστερός δεν είναι κάποιος που το ανακοινώνει στον εαυτό του απλά και μόνο.

Αριστερός δεν είναι αυτός που διαδηλώνει χώρια από  τους άλλους προσπαθώντας να διαφυλάξει την κομματική του παρθενιά!

Αριστερός δεν είναι αυτός που δεν βλέπει την πραγματικότητα και φτιάχνει την υποτιθέμενη δικιά του, για να βολέψει απλά τα αδιέξοδα του!

Το καθήκον για κάθε δημοκράτη και προοδευτικό πολίτη της χώρας είναι διπλό:

Πρώτα απ’ όλα να κατανοήσει πως μόνο η εμβάθυνση της δημοκρατίας, η υπεράσπιση κάθε συμμετοχικού δημοκρατικού θεσμού και η επανάκτηση  της χαμένης αξιοπιστίας της πολιτικής  – με ότι αυτό συνεπάγεται – μπορεί να περιθωριοποιήσει οριστικά την ιδεολογία του ναζισμού και του ρατσισμού. Όσο η δημοκρατία θα προσαρμόζεται σε ανάγκες ενός προβληματικού και εχθρικού πολιτικού συστήματος τόσο η τιμωρητική διάθεση πολλών θα αναζητά διεξόδους ακόμη και σε τέτοια μορφώματα.

Και δεύτερον να αρνηθεί την αντικατάσταση των «παλαιοφασιστών» και «παλαιοναζιστών» της Χρυσής Αυγής από έναν είδους «κρατικό φασισμό», που θα στοχεύει σε κάθε δικαίωμα, κάθε κατάκτηση , κάθε αντίδραση με λογική και κοινωνική βάση.

Και τα δύο αφορούν στη λειτουργία της Δημοκρατίας.

Και τα δύο αφορούν όλους μας!

Μέρα που είναι σήμερα…

dimokratiaΜια καλή ημέρα να σκεφτούμε όλοι για τη Δημοκρατία.

Αυτή που όλοι επικαλούνται , αυτή στην οποία πολλοί ορκίζονται, αυτή για την οποία πολλοί αγωνίζονται και αυτή που στο τέλος – τέλος γίνεται λάστιχο για να ικανοποιήσει απόψεις που επίσης πολλές φορές δεν έχουν σχέση με την ίδια…

Εκτός και ικανοποιούμαστε με την αυτάρεσκη διαταγή κάποιων του τύπου: «Από σήμερα έχουμε δημοκρατία», για να θυμηθούμε ότι σε αυτή τη χώρα υπήρξε υπουργός που κατάργησε – με το έτσι θέλω – την πάλη των τάξεων!

Δεν μπορεί η δημοκρατία να είναι μια λέξη που απλά πιπιλίζουμε από συνήθεια.

Ούτε μια λέξη χωρίς νόημα και χωρίς περιεχόμενο.

Είναι καιρός να μιλήσουμε για το περιεχόμενο της. Για αυτά που τη συνοδεύουν και για εκείνα που την ευνουχίζουν.

Τέτοιες μυστήριες εποχές ζούμε. Και όσο η δημοκρατία περιορίζεται σε αυτά που συμφέρουν ολίγους , όσο η δημοκρατία και οι θεσμοί της αγκομαχούν από δεκάδες περιορισμούς και εσφαλμένες  πρακτικές, τόσο οι εχθροί της – οι πραγματικοί εχθροί της – θα γίνονται πιο δυνατοί.

Αλλά πείτε μου αλήθεια δημοκρατία χωρίς την αίσθηση της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης μπορεί να υπάρξει;

Δημοκρατία χωρίς ισότητα, στις ευκαιρίες της ζωής υπάρχει;

Δημοκρατία χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, σε αυτούς που δρούνε στο όνομα της μπορεί να επιβιώσει;

Δημοκρατία με κόμματα που λειτουργούν με ολιγαρχικές και προσωποπαγείς λογικές μπορεί να υπάρξει;

Δημοκρατία όπου εκδοτικά και επιχειρηματικά συμφέρονται μπλέκονται με προκλητικό τρόπο και ο έλεγχος της κοινής γνώμης εξαγοράζεται με πακέτα δημοσίων έργων, υπάρχει πουθενά στον κόσμο;

Δημοκρατία στην οποία οι εκλογές και η ελεύθερη έκφραση των πολιτών διαμονοποιούνται και ταυτίζονται με το «μέγιστο κακό» , μπορεί να υπάρχει;

Και τελικά πόση δημοκρατία υπάρχει όταν λίγοι αποφασίζουν για τους πολλούς, κατά παράβαση των όσων υπόσχονται προεκλογικά αλλά και αλλάζοντας διαρκώς αυτά που λένε ανάλογα με τις πολιτικές και εκλογικές αναγκαιότητες τους;

Με λίγα λόγια, ναι είναι αλήθεια τριγυρνά στο μυαλό μου ένα ερώτημα:

Αν το 1974 – σαν σήμερα- αποκαταστάθηκε η δημοκρατία και αν μετά  το 1981 διευρύνθηκε και απέκτησε ουσιαστικό περιεχόμενο, σήμερα σε ποια φάση βρισκόμαστε;

Που στα αλήθεια γυρίζουμε με τη ολοένα και μεγαλύτερη συρρίκνωση της, με τους ολοένα και μεγαλύτερους περιορισμούς που ζούνε όσοι είναι αδύναμοι και ανίκανοι να επιβιώσουν σαν παράσιτα δίπλα στους ισχυρούς;

Θα μου πείτε: Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια.

Όχι! Θα σας πω πως αυτή είναι η ώρα.

Γιατί την ώρα που οι επίσημοι – έστω και υποτονικά – θα γιορτάζουν  τη σημερινή επέτειο, στους πίσω δρόμους του Προεδρικού Μεγάρου, τα φαντάσματα του παρελθόντος θα συνεχίζουν τους σχεδιασμούς τους για την κατάλυση της δημοκρατίας…

Γιατί όσο δεν καταλαβαίνουμε πως μόνο η διεύρυνση της δημοκρατίας, μόνο η απελευθέρωση των ιδανικών της, μόνο η λειτουργία των δημοκρατικών και συμμετοχικών θεσμών, μπορούν να αποδυναμώσουν τους νοσταλγούς των αυταρχικών καθεστώτων, τόσο θα προσπαθούμε να αναλύσουμε εκ των υστέρων, «φαινόμενα» Χρυσής Αυγής.

Και σε τελική ανάλυση άλλο δημοκρατία και άλλο δημοκρατία με «φράκο» που έγραψε κάποτε ο Φάτσης!

Δημοκρατία κατ’ αποκοπή!

«Δεν έχεις το δικαίωμα να ομιλείς»!

fimoΕίναι η μία λογική, πλήρως αντιδημοκρατική και προφανώς καθόλου προοδευτική.

Οπαδοί αυτής της αντίληψης τελευταία αυτοπροσδιορίζονται και ως «αριστεροί». Η διαφωνία τους μάλιστα με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, θεωρούν ότι δικαιολογεί την πρακτική της «καρφίτσας». Αντισυγκεντρώσεις, προσπάθειες διάλυσης άλλων πολιτικών εκδηλώσεων, εκκλήσεις περί «απαγόρευσης» ομιλιών και άλλα τέτοια … προοδευτικά!

 Η φασίζουσα λογική της απαγόρευσης της ελευθερίας της γνώμης.

Η ταύτιση όμως των αυτοαποκαλούμενων «αριστερών» με τους εκφραστές της άκρας δεξιάς, σε αυτές τις λογικές, οδηγούν στην νομιμοποίηση των απόψεων της δεύτερης.

Είναι η επανάληψη της «συγκατοίκησης» στην πλατεία Συντάγματος, των γενικώς αντιμνημονιακών, της συμβίωσης της κόκκινης σημαίας με αυτή του Βυζαντίου, της βόρειας και νότιας πλευράς της πλατείας (για να μη ξεχνάμε και την πρόσφατη παρουσία των «αγανακτισμένων»).

Είναι οι λογικές που δίνουν εύφορο έδαφος στη δικαιολόγηση της άποψης περί ταύτισης των δύο άκρων για όλες τις εκφράσεις της πολιτικής, που στοχεύει αλλού και έχει άλλες αφετηρίες.

Η μεγάλη αγκαλιά που άνοιξαν εκφραστές ακροδεξιών απόψεων, κυρίως μέσω διαδικτύου, στην «πρωτοβουλία» της ομάδας πολιτών διά της ιστοσελίδας real democracy now, να ζητηθεί η μη συμμετοχή του Γ. Παπανδρέου στο Συνέδριο του TED Global 2013, είναι ενδεικτική της πολιτικής τερατογέννησης, στη μήτρα της ελληνικής δημοκρατίας.

Η θέρμη με την οποία προβλήθηκε η είδηση από τα κεντρικά δελτία των γνωστών καναλιών στη χώρα μας, δε συνοδεύτηκε από παρεμβάσεις των επίσης «άτεγκτων» αναλυτών τους, για τη Δημοκρατία, για το δικαίωμα της έκφρασης, για το δικαίωμα της διαφωνίας!

Με πόση όμως ευκολία θα έλεγαν το αυτονόητο, ότι δηλαδή, όταν η διαφωνία μετατρέπεται σε απαγόρευση, η δημοκρατική λειτουργία δυναμιτίζεται, αν αντί του Παπανδρέου υπήρχε το όνομα του Σαμαρά;