Για τις (φοιτητικές) δάφνες ενός νεκρού παρελθόντος

panmioΦαντάζομαι πως είναι δύσκολο για οποιονδήποτε «ωρίμασε» πολιτικά στα αμφιθέατρα του Πανεπιστημίου, σε εποχές που η πολιτική αντιπαράθεση είχε και νόημα και περιεχόμενο, να αδιαφορήσει για τα όσα συμβαίνουν σήμερα εκεί.

Πολύ περισσότερο για όσους τους έφερε η τύχη ή η στιγμή, να συνδιαμορφώνουν απόψεις για το μέλλον του Πανεπιστημίου, για όσους έζησαν την μεγάλη προσπάθεια εκδημοκρατισμού στις αρχές της δεκαετίας του ’80, για όσους πίστεψαν στην έννοια της κοινωνικής δημοκρατίας, της συμμετοχής και της προοδευτικής κατεύθυνσης των προγραμμάτων σπουδών και της σύνδεσης τους με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Με αυτό το πρίσμα επιτρέψτε μου να γράψω τις παρακάτω γραμμές:

Τα όσα έγιναν το τελευταίο διάστημα σε πανεπιστημιακές σχολές της Αθήνας (συμπληρωματικά και στο ΑΠΘ) αποτελούν την αποτύπωση της εκ βάθρων ανασύνταξης των κοινωνικών και θεσμικών όρων λειτουργίας των ΑΕΙ.

Ο νόμος Διαμαντοπούλου» και οι (επί το αυταρχικότερο και συγκεντρωτικότερο) προσθήκες Αρβανιτόπουλου ολοκλήρωσαν τη μεταβατική περίοδο.

Το πανεπιστήμιο διαλύεται, σε μικρές και ευέλικτες μονάδες οι οποίες συνδέονται με μια γενικευμένη αγορά. Δίκτυα καθηγητικών συμφερόντων διαπλέκονται με επιχειρηματικά συμφέροντα, υπό τον μανδύα της προαγωγής της έρευνας και της αναζήτησης τεχνολογικών καινοτομιών.

Στο νέο σχήμα δεν υπάρχει περιθώριο για έννοιες προερχόμενες από τις καταστατικές αρχές των (δυτικών) πανεπιστημίων.

Το άσυλο, από προϋπόθεση ελευθερίας της σκέψης και προστασίας της από κρατικές και αγοραίες επιβουλές, μεταπίπτει σε συντελεστή «υπόθαλψης της ασυδοσίας».

Το νέο, ολιγαρχικό μοντέλο πανεπιστημιακής διοίκησης, ανταποκρίνεται στις αναγκαιότητες των καιρών.

Η κοινωνική δημοκρατία (απόβλητη και εξοστρακισμένη) δεν δικαιούται να κατοικοεδρεύει στους γνώριμους τόπους της.

Συνεπώς οι κριτικές απόψεις και η αμφισβήτηση των θέσφατων της αγοράς είναι ανεπιθύμητες στους ναούς του ακαδημαϊκού εμπορίου.

Αντί δημόσιας – κοινωνικά καθοδικής- παιδείας προσφέρεται η διαρκής κατάρτιση, άλλως πως «διά βίου εξάρτηση από τοξικές εκπαιδευτικές ουσίες».

Το αγοραίο (ανταγωνιστικό) πνεύμα διαλύει κάθε μορφής συλλογικότητα, πόσο μάλλον την φοιτητική που είχε σημαδέψει ιστορικά τον ακαδημαϊκό χώρο.

Άρα η κατοχύρωση ενός πρωτόγνωρου απολυταρχισμού, με κλειδωμένους εργαζομένους και φιμωμένους αντιφρονούντες –ο ρόλος των ΜΜΕ στη συσκότιση της πραγματικότητας ελάχιστους εκπλήσσει- αποτελούν τους υλικούς όρους εγκατάστασης και αναπαραγωγής του επιδιωκόμενου συστήματος σχέσεων εξουσίας εντός των ανώτατων ιδρυμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό οι «τέντυ μπόις» πάσης φύσεως θα τιμωρούνται παραδειγματικά, για σωφρονισμό των υπολοίπων και την εμπέδωση της «ευταξίας».

Εδώ οι (φοιτητικές) δάφνες ενός νεκρού παρελθόντος αποκαλύπτουν, απλώς, την αμηχανία μπροστά στο κενόηχο σήμερα.

Τα πρόσωπα διαλύονται σε θραύσματα, ακριβώς όπως τα πτυχία κονιορτοποιούνται σε αθροίσματα «μονάδων πιστοποίησης». Η μακρά πορεία στην ακαδημαϊκή έρημο μόλις ξεκίνησε και μέχρις στιγμής δεν διαφαίνεται ελπιδοφόρες οάσεις.

 

Advertisements

ΟΟΣΑ και «Μεταδευτεροβάθμια» Εκπαίδευση

oosaΔεν είναι μόνο το Δ.Ν.Τ και η Ε.Ε. που προσυπογράφουν, μέχρι κεραίας, τις πολιτικές των μνημονίων στην Ελλάδα. Ένας ακόμη θεσμός στην υπηρεσία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, ο ΟΟΣΑ, συμβουλεύει την απαρέγκλιτη εφαρμογή των όσων περιέχονται στις δανειακές συμβάσεις.

Μάλιστα, δίνοντας στρατηγικό βάθος στην αντιμεταρρύθμιση, συνιστά την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και την δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων, την ώρα που εισηγείται την επιβολή διδάκτρων στα (κατ’ επίφαση) δημόσια.

Η αλλαγή του συντάγματος θα σημάνει και το τυπικό τέλος αυτών των εκκρεμοτήτων. Μέχρι τότε η δημιουργία de facto καταστάσεων απλώς προετοιμάζει τις de jure.

Ήδη η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει την δημιουργία μόνιμων δομών κινητικότητας και διαθεσιμότητας στο δημόσιο, ώστε να προωθούνται οι κατά κύματα περικοπές προσωπικού. Ο κυνισμός του Θ. Πάγκαλου είχε προδιαγράψει τις εξελίξεις: δεν απολύονται οι υπάλληλοι αλλά καταργούνται οι θέσεις τους κι εκείνοι απλώς συμπαρασύρονται στην οδό της απωλείας.

Για τα ανώτατα ιδρύματα υπάρχει μια πιο σύνθετη διαδικασία. Δημιουργείται ήδη ένας χώρος «μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», όπου η αγορά συμπεριλαμβάνει κολέγια, ΙΕΚ και ποικίλα τέτοια μορφώματα.

Η πρόσφατη σύγκρουση που πυροδοτήθηκε στ’ ΑΕΙ με πρωτοβουλία του υπουργού παιδείας δεν ήταν μια εκτός προγράμματος ρήξη, ούτε επίδειξη άφρονος αδιαλλαξίας. Η εκκαθάριση των ιδρυμάτων απ’ όποια ομάδα δύναμης έχει απομείνει στο εσωτερικό τους, είτε πρόκειται γι’ «αναδομούμενους» διοικητικούς υπαλλήλους είτε για καθηγητικά κέντρα που επιδιώκουν επαγγελματική αυτονομία (συχνά στ’ όριο της αυθαιρεσίας και της αλαζονείας), αποτελεί προτεραιότητα. Η συντριβή των υπολειμμάτων μιας παρελθοντικής συγκρότησης των ΑΕΙ θα διευκολύνει τόσο την επιβολή διδάκτρων –το φοιτητικό σώμα δεν δείχνει σημάδια αντίδρασης– όσο και την εμφάνιση ιδιωτικών.

Συνεπώς οι υποδείξεις του ΟΟΣΑ, κοινές σε όλα τα κράτη και ειδικά σε όσα βρίσκονται στην δεινή οικονομική θέση του ελληνικού, έχουν αρχίσει να παίρνουν τον δρόμο τους.

Άλλωστε οι τοπικές όψεις ενός οικουμενικού μοντέλου δεν πρέπει να διαφέρουν από τα τεχνοκρατικά υποδείγματα που διαφημίζει ο οργανισμός οικονομικής συνεργασίας και ανάπτυξης.

Το μακρύ ταξίδι προς το λιμοκαθαρτήριο βρίσκεται μόλις στην αρχή του, έστω κι αν πολλοί πιστεύουν το αντίθετο.

Συν «Αθηνά» και ΔΝΤ… κίνει!

panepistiΗ αναμενόμενη από καιρό αναδιάρθρωση (χωροταξική και λειτουργική) της ανώτατης εκπαίδευσης δρομολογήθηκε επισήμως, με την ανακοίνωση του σχεδίου «Αθηνά» από τον υπουργό παιδείας Κ. Αρβανιτόπουλο.

Όπως αναμενόταν, τα βασικά κριτήρια ήταν η σύμπτυξη των περιφερειακών ΑΕΙ, μέσω της κατάργησης όλων όσων διέθεταν διοικούσες επιτροπές. Αυτά τα ιδρύματα απορροφήθηκαν από προϋπάρχοντα –και ακαδημαϊκά συγκροτημένα-, έστω κι αν ορισμένα τμήματα διατηρούνται στις έδρες των καταργούμενων ΑΕΙ.

Ταυτόχρονα υπάρχει μια διοικητική συγκέντρωση στα ιδρύματα της Αθήνας, με την δημιουργία του λεγόμενου «ομοσπονδιακού» πανεπιστήμιου. Το εντυπωσιακό στην περίπτωση αυτή αφορά την δημιουργία ενός κοινού διοικητικού συμβουλίου (σαν να πρόκειται περί κρατικού φορέα ή ανώνυμης εταιρίας) το οποίο θα συντονίζει τις διατηρούμενες πρυτανικές αρχές των ιδρυμάτων που συγχωνεύονται.

Οι συνταγματικές επιταγές περί αυτοδιοίκησης των ανώτατων ιδρυμάτων μπορούν να περιμένουν μιαν άλλη, καλύτερη εποχή.

Υπό μία άλλη έννοια δεν υπάρχει χώρος για την συντήρηση ανύπαρκτων σχέσεων –αυτών που κατέλυσε η αγοραία λειτουργία των ΑΕΙ και η οποία ολοκληρώνεται και θεσμικά. Το εκπαιδευτικό και διοικητικό προσωπικό των συγχωνευόμενων ιδρυμάτων μεταφέρεται στις έδρες των μητρικών ιδρυμάτων (πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων) ενώ και τα γνωστικά αντικείμενα προσαρμόζονται αναλόγως.

Έτσι κι αλλιώς η μετατροπή της δημόσιας παιδείας σε τριτοβάθμια κατάρτιση επιτρέπει αυτού του είδους την μετάβαση.

Όταν τα πτυχία καταγράφουν μιαν ορισμένη συγκέντρωση «μονάδων πιστοποίησης» θα ήταν ανεδαφικό να εγερθούν ερωτήματα γύρω από τα γνωστικά αντικείμενα και τα περιεχόμενα σπουδών. Ειδικά στα ΤΕΙ η μείωση του αριθμού εισακτέων εξαγγέλλεται μεγάλη, παρά το γεγονός πως δεν υπάρχει αναφορά στην «βάση του δέκα».

Κάτι (διοικητικά) ανάλογο συμβαίνει και στην περιοχή της τεχνολογικής εκπαίδευσης, καθώς κι εκεί προβλέπεται η δημιουργία «ομοσπονδιακού τεχνολογικού ιδρύματος».

Μια παρατήρηση ακόμη, σχετικά με τον αριθμό και την διασπορά των ανώτατων ιδρυμάτων ανά την χώρα. Από τις 63 πόλεις που φιλοξενούσαν ακαδημαϊκές δραστηριότητες ο αριθμός τους συρρικνώνεται σε 51. Η μείωση δεν είναι στατιστικά σημαντική, ανεξαρτήτως των ποιοτικών δεικτών που εμπερικλείονται σ’ αυτού του είδους τους μετασχηματισμούς.

Μπορούμε να πιθανολογήσουμε πως το σχέδιο «Αθηνά» δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή μιας διαδικασίας καταργήσεων και συγχωνεύσεων σχολών και τμημάτων. Καθώς οι περικοπές είναι μάλλον περιορισμένες για να ικανοποιήσουν τις ορέξεις των επιτηρητών του Δ.Ν.Τ. Το μέλλον θ’ αποδείξει, ή θα διαψεύσει, την βασιμότητα αυτής της υπόθεσης.