Δε φταίει ο Μίκης…

Δεν αντιλαμβάνομαι την απογοήτευση κάποιων για τη στάση και τα λεγόμενα του Μ. Θεοδωράκη.

Φαίνεται πως έπρεπε να έρθει η Κυριακή και η ομιλία του στο συλλαλητήριο, για να αντιληφθούν αυτό που ο ίδιος ποτέ, με τις πράξεις του και τα λεγόμενά του, δεν έκρυψε:

Τον έρωτα στις πολιτικές σβούρες, την τεράστια πολιτική του αδυναμία, τις πολιτικές οβιδιακές του μεταμορφώσεις.

Λες και δεν είχε δηλώσει το ’74 «Καραμανλής ή τανκς», λες και δεν ήταν Υπουργός του Μητσοτάκη το ’89, λες και δεν ήταν αγκαζέ με τον Τσίπρα στις διαδηλώσεις της «Σπίθας» με τον Πελεγρίνη.

Λες και δεν δεχόταν τον Τσίπρα παρέα με τις κάμερες το 2015, για τον διαβεβαιώσει ο Αλέξης, ότι δεν πρόκειται να κάνει κωλοτούμπα και βεβαίως να τον χρησιμοποιήσει – εν γνώσει του – προκειμένου να μετριάσει τις αντιδράσεις για τα μνημόνια που ήταν έτοιμος να υπογράψει.

Λες και δεν φωνάζανε μαζί πριν από τρία χρόνια τα περί κατοχής και γερμανοτσολιάδων…

Ο Μίκης δεν άλλαξε τώρα την ιστορία.

Έχει πολύ καιρό (από το 1989) που προσπαθεί να την αλλάξει έτσι ώστε τα περί «αριστερόστροφου φασισμού» να γκρεμίσουν ότι έχει απομείνει όρθιο – ελέω πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ – από την ιστορία της αριστεράς.

Δε φταίει ο Μίκης.

Όσοι θέλησαν να επενδύσουν επάνω του φταίνε…

Advertisements

Το σύνδρομο του πατροκτόνου «χτύπησε» τη δημοτική αρχή Λάρισας

Παλιά και επαναλαμβανόμενη πρακτική της εκάστοτε εξουσίας, σε όλες τις μορφές της.

Όταν το όποιο αφήγημά της αντιμετωπίζει προβλήματα, όταν θέλει να αποφύγει καθαρές εξηγήσεις για δικές της πρακτικές, όταν θέλει να πετάξει τη «μπάλα στην κερκίδα», δημιουργεί «εχθρούς», ανώνυμες απειλές και φανταστικές συνωμοσίες.

Τι πιο εύκολο  από ένα «δεχόμαστε πόλεμο», «μας πολεμούν συμφέροντα», «κάποιοι υπονομεύουν τις προσπάθειες μας»… Ανάλογα με την εφαρμογή μπορεί να είναι στόχοι η πορεία της οικονομίας, η πορεία της χώρας, η Κυβέρνηση, η Δημοτική Αρχή…

Αυτοί οι κάποιοι είναι πάντοτε ανώνυμοι.

Η καταγγελία είναι πάντοτε αόριστη έτσι ώστε να αφήνει να σέρνεται η υποψία αλλά ταυτόχρονα να ικανοποιεί και τις απαιτήσεις των υποστηρικτών της εξουσίας, για «εχθρούς και υπονομευτές» ώστε να δικαιολογεί πολλές φορές τα … αδικαιολόγητα.

Κυρίως  όμως να δημιουργεί τις συνθήκες της αναγκαίας υπεκφυγής από συγκεκριμένα προβλήματα. Το ζητούμενο για την εξουσία δεν είναι το να απαντήσει ξεκάθαρα στην κριτική για τις επιλογές της αλλά το να αποφύγει κάτι τέτοιο διά της «κλασσικής» μεθόδου…

Κάπως έτσι οδηγηθήκαμε στις δηλώσεις της Δημοτικής Αρχής ότι «με αφορμή το Πάρκο των ευχών, η Λάρισα δέχθηκε έναν ανηλεή πόλεμο από συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα»  και προχωρώντας ένα βήμα παραπάνω ότι «οι παρατάξεις της αντιπολίτευσης συντάχθηκαν με τα συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα». Βαριές καταγγελίες αλλά … αόριστες.

Και άδικες στο βαθμό που η κριτική της αντιπολίτευσης αφορούσε ένα συγκεκριμένο κομμάτι της διαδικασίας: Την απευθείας ανάθεση  του Λούνα Παρκ. Αυτό ήταν που προκάλεσε τις αντιπαραθέσεις αλλά και τις κοινές (για πρώτη φορά στα δημοτικά χρονικά ανακοινώσεις των παρατάξεων της αντιπολίτευσης).

Αφήνω στην άκρη το ότι για να επιλεγεί η συγκεκριμένη μέθοδος ανάθεσης βαφτίστηκε το Λούνα Παρκ … «πολιτιστική εκδήλωση» κάτι που θα έκανε τον αείμνηστο Βαγγέλη Γιαννόπουλο να χαμογελάσει για τις δικές του δηλώσεις περί σκυλάδικων και πολιτιστικών κέντρων.

Αφήνω στην άκρη τα περί «νομιμότητας» στο βαθμό που σε αυτή τη χώρα, πολλές φορές έχει αποδειχθεί ότι «το νόμιμο δεν είναι ντε και καλά και ηθικό».

Αφήνω στην άκρη τις αναφορές όλο αυτό το διάστημα ότι  «έχει συμβεί και αλλού» γιατί απ’ ότι γνωρίζω, αντίστοιχες επιλογές έγιναν από τη Δημοτική Αρχή του Μπέου στη γειτονική μας πόλη και είμαι σίγουρος ότι κανένας δεν θα ήθελε να ταυτίσει πρακτικές διοίκησης.

Απλά αναρωτιέμαι πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν δεν είχε γίνει η συγκεκριμένη επιλογή με τον συγκεκριμένο τρόπο. Αν στη χειρότερη των περιπτώσεων είχε εξηγηθεί ο λόγος που οδήγησε σε αυτόν τον τρόπο ανάθεσης. Αν είχε ζητηθεί η κατανόηση της αντιπολίτευσης αλλά και των πολιτών.

Αντ’ αυτού πολεμικές κραυγές και συνωμοσιολογικές  αφηγήσεις, αναμφίβολα ενδιαφέρουσες για τον Γάλλο φιλόσοφο, πολιτικό επιστήμονα και ιστορικό των ιδεών, Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ  που έχει ασχοληθεί συστηματικά με την έρευνα της συνωμοσιολογικής σκέψης και των θεωριών συνωμοσίας, όχι όμως για τους συμπολίτες μας.

Το τραγικότερο όλων είναι η προσπάθεια χρέωσης στην αντιπολίτευση της ταύτισης με συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που κανένας δεν κατονομάζει. Αυτό οδηγεί σε ευθεία υπονόμευση της δημοκρατικής διαδικασίας αλλά και σε μια αντίληψη περί των ρόλων στα δημοτικά πράγματα που δεν μπορεί να έχει σχέση με καμία προοδευτική σκέψη.

Αν δηλαδή η αντιπολίτευση, οι παρατάξεις που εκφράζουν ένα ποσοστό ψηφοφόρων μεγαλύτερο  της παράταξης που βρίσκεται στη δημοτική αρχή, συντάσσεται και εξυπηρετεί οικονομικά συμφέροντα που επιτίθενται στην πόλη, τότε μιλάμε για μια αντιπολίτευση εχθρική με την πόλη,  που απεργάζεται το κακό της… Οι εχθροί που λέγαμε….

Όσοι υποστηρίζουν αυτές τις λογικές, στα αλήθεια, τι θα έκαναν  αν οι ρόλοι ήταν διαφορετικοί; Αν βρισκόταν  στην αντιπολίτευση και αντιμετώπιζαν αυτό το σκηνικό μιας απευθείας ανάθεσης με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά δεν θα αντιδρούσαν; Θα σιωπούσαν; Δεν θα ζητούσαν εξηγήσεις; Θα χειροκροτούσαν; Και αν μιλούσαν θα ήταν υπονομευτές και εχθροί της πόλης; Θα ήταν συνοδοιπόροι οικονομικών συμφερόντων;

Και όσοι μιλούν για «χυδαιότητες» στην κριτική της αντιπολίτευσης δεν προβληματίζονται για τη χυδαιότητα αυτών των καταγγελιών;

Για αυτό έκανα λόγο για το σύνδρομο του πατροκτόνου, όταν η ίδια η δημοτική αρχή δημιουργεί από κακούς χειρισμούς το πρόβλημα και προσπαθεί να πείσει στη συνέχεια ότι φταίνε αυτοί που της κάνουν κριτική. Όλοι… Μηδενός εξαιρουμένου… Όπως δηλαδή ο πατροκτόνος εκλιπαρεί και ζητά την κατανόηση του εισαγγελέα λέγοντας ότι είναι ορφανός!

Υ.Γ.

Οι μέχρι τώρα ιστορικές καταγραφές στην αυτοδιοίκηση, αποδεικνύουν ότι καμία Δημοτική Αρχή δεν κρίθηκε επαρκής ή μη, με βάση την πραγματοποίηση τέτοιων γιορταστικών γεγονότων. Καμία δεν επανεκλέχτηκε ή καταψηφίστηκε στη βάση των εκδηλώσεων που πραγματοποίησε στη διάρκεια της θητείας της. Αντίθετα το ύφος και το ήθος της εξουσίας, έχει οδηγήσει στην επιβράβευση ή την καταδίκη της, πολλές φορές.