Ποιος χορεύει ποιον!

syrizaΗ «βελούδινη καρατόμηση» του Γ. Βαρουφάκη – εν είδει Ιφιγένειας ώστε να φυσήξει ο ούριος άνεμος της συμφωνίας με τους δανειστές – και η συνέντευξη του Αλ. Τσίπρα στον Ν. Χατζηνικολάου πιστοποιούν την κυβερνητική απόφαση.

Τουτέστι να υπάρξει άμεση αναδίπλωση ώστε να επιτευχθεί ο εξευμενισμός της Ε.Ε., της ΕΚΤ και του ΔΝΤ.

Ο ΕΝΦΙΑ θα συνεχίσει να υφίσταται και το 2015 (τουλάχιστον), το αφορολόγητο όριο και οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού παραπέμπονται σ’ ένα απροσδιόριστο μέλλον.

Ως προς τον ΦΠΑ επικρατεί μια νεφελώδης κατάσταση, ενώ και το θέμα των ομαδικών απολύσεων βρίσκεται στην ατζέντα των συζητήσεων.

Είναι σαφής η προτίμηση του πρωθυπουργού επιτελείου σε ταχύρρυθμο σενάριο συμφωνίας, μέσω της οποίας θα ξεκλειδωθεί η χρηματοδότηση.

Εν είδει απειλής ο Αλ.Τσίπρας μίλησε για δημοψήφισμα έτσι και δεν βρει κοινό πλαίσιο με τους θεσμούς, αλλά έσπευσε να διευκρινίσει ότι κάτι τέτοιο δεν θα χρειασθεί.

Μένει να φανεί αν οι (επικυρίαρχοι) συνομιλητές του θεωρήσουν ικανοποιητική τούτη την «ρεαλιστική στροφή» ή αν θελήσουν να τον πιέσουν αφόρητα.

Advertisements

Ορθές προβλέψεις

efremΞεχασμένη από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης η «υπόθεση Βατοπέδι» εκδικάζεται στο τριμελές εφετείο κακουργημάτων.

Προχθές είχαμε μια κρίσιμη εξέλιξη, που εν πολλοίς προδικάζει την ετυμηγορία του δικαστηρίου.

Με εισαγγελική πρόταση και ομόφωνη αποδοχή της το δημόσιο αποβλήθηκε από την δίκη, όπως ακριβώς είχαν ζητήσει ο ηγούμενος Εφραίμ και η συγκατηγορούμενη – γι’ άλλα αδικήματα- συμβολαιογράφος Αικ. Πελέκη.

Έτσι το δημόσιο δεν μπορεί να παρίσταται στην διαδικασία ως πολιτική αγωγή, κάτι που συνεπάγεται την διευκόλυνση της υπερασπιστικής τακτικής των κατηγορούμενων.

Η υπόθεση συρρικνώνεται εντυπωσιακά και οι διαστάσεις ενός σκανδάλου παύουν να υφίστανται.

Επιβεβαιώνοντας, με χρονοκαθυστέρηση, τις εκτιμήσεις προσώπων όπως ο Αδ. Γεωργιάδης και ο Τ. Μπαλτάκος, τα οποία διαδήλωναν την βεβαιότητά τους για την ευτυχή κατάληξη της δικαστικής περιπέτειας του ηγούμενου Εφραίμ.

Προφανώς η πίστη τους οδήγησε στην ορθή πρόβλεψη!

Συμβουλές…

barouΕίναι εμφανές πως η διοίκηση Ομπάμα στις ΗΠΑ αντιμετωπίζει την κυβέρνηση Τσίπρα μ’ ευνοϊκότερο τρόπο από τους τεχνογραφειοκράτες των Βρυξελλών – για το Βερολίνο δεν γίνεται, καν, λόγος.

Επομένως οι δημόσιες προτροπές του Αμερικανού προέδρου, επ’ αφορμή της πρόσφατης επίσκεψης Βαρουφάκη στην Ουάσιγκτον, έχουν αυτονόητο πολιτική αξία. Οι όροι – παροτρύνσεις ήταν τρεις: πρώτα η συλλογή φόρων, μετά η μείωση της γραφειοκρατίας και τέλος η ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις.

Μια στοιχειώδης ανάπτυξη του σκεπτικού του «πλανητάρχη» αποσαφηνίζει και το πλαίσιο εντός του οποίου οφείλει να κινηθεί η Αθήνα.

Η φοροσυλλεκτική δραστηριότητα του κράτους, μ’ έμφαση τα μεγάλα εισοδήματα, έχει διπλό στόχο. Από την μια την συγκρότηση ενός τυπικού κράτους, που θα λειτουργεί με βάση τους κανόνες εκείνων της καπιταλιστικής δύσης- καθώς το υφιστάμενο θυμίζει περισσότερο οθωμανικής κοπής κατασκεύασμα.

Από την άλλη, με τον περιορισμό της ισχύος των Ελλήνων ολιγαρχών θ’ανοίξει ο δρόμος (και οι αγορές) για την έλευση ξένων, σε κρίσιμους τομείς της ελληνικής οικονομίας.

Η απαίτηση για «μείωση της γραφειοκρατίας» συνδέεται, σ’ αυτό το σημείο, με τα προαναφερθέντα. Καθώς αυτό που συνεπάγεται είναι η απουσία δημόσιου ελέγχου στις ιδιωτικές επενδύσεις, οι οποίες πρέπει να προωθούνται δίχως προσκόμματα μισθολογικά, εργασιακά, οικολογικά, κοινωνικά. Στο «Κόσσοβο της Ε.Ε.» τέτοιου είδους ζητήματα πρέπει ν’ αποτελούν περιττές πολυτέλειες και αγκυλώσεις μιας άλλης εποχής.

Η ανάπτυξη μπορεί να βασίζεται στο μαύρο χρήμα, τον περιβαλλοντικό όλεθρο και τους μισθούς που φλερτάρουν με τ’ όριο των 300 ευρώ.

Κάπου εδώ συναρμολογείται ο ύστατος κρίκος αυτής της νοηματικής αλυσίδας. Πρόκειται για την περιβόητη «ευελιξία» των εργασιακών σχέσεων.

Από την ακαμψία (εντός κι εκτός εισαγωγικών) του φορντικού – ταιηλορικού μοντέλου έχουμε μεταβεί σ’ εκείνο που διαμεσολαβεί η ηλεκτρονική τεχνολογία.

Την κατάργηση της μονιμότητας, την «part time», την εργασιακή περιπλάνηση και τις άτυπες μορφές εργασίες («μαύρη»).

Αυτή η ταξική κινητικότητα είναι απαραίτητη για το κεφάλαιο, καθώς αυξάνει τον εσωτερικό ανταγωνισμό στους εργαζόμενους – ειδικά με την αξιοποίηση των μεταναστευτικών ροών – και μειώνει την αξία της εργατικής ικανότητας.

Κοντολογίς ο Μπ. Ομπάμα παρέθεσε στην αριστερή κυβέρνηση της Αθήνας τα διδάγματα της σύγχρονης βίβλου του οικουμενικού καπιταλισμού.

Οι πολυθρύλητες μεταρρυθμίσεις, όποια μορφή μέτρων και αν λάβουν, έχουν ένα αναπαλλοτρίωτο (οικονομικό και κοινωνικό) περιεχόμενο.

Την απρόσκοπτη αναπαραγωγή της κυριαρχίας του κεφαλαίου στην ζωντανή εργασία.

Τα υπόλοιπα μπορούν να είναι προς επικοινωνιακή χρήση, ενδεχομένως και τέρψη, δεν αναιρούν ωστόσο την ουσία των πραγμάτων.

Το τέλος ενός μεγάλου ψυχροπολεμικού κύκλου

obamaΈνας ιστορικός κύκλος – που άνοιξε εδώ και πάνω από μισό αιώνα – στις σχέσεις ΗΠΑ – Κούβας έκλεισε οριστικά.

Η πρόσφατη συνάντηση του Μπ. Ομπάμα με τον Ρ. Κάστρο επισφράγισε την αλλαγή πολιτικής από την υπερδύναμη απέναντι στον νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής.

Μια σύγκρουση που εκκίνησε λίγο μετά τη νίκη της κουβανέζικης επανάστασης και την ανάληψη των ηνίων της εξουσίας από τον Φ.Κάστρο.

Η απόπειρα μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων συνάντησε την λυσσαλέα αντίδραση του αμερικανικού παράγοντα, ενώ η σύνδεση της μοίρας της Κούβας με την εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ σήμανε την συστηματική προσπάθεια αποσταθεροποίησης του καθεστώτος Κάστρο.

Η αποτυχημένη απόπειρα θαλάσσιας εισβολής (η επιχείρηση στον «κόλπο των χοίρων»), οι εκατοντάδες προσπάθειες δολοφονίας του Φ. Κάστρο, το εμπάργκο από την περίοδο της προεδρικής θητείας του Τζ. Κέννεντυ δεν απέδωσαν.

Ακόμα και μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ο (οικογενειακός) πατερναλισμός των δύο Κάστρο κατάφερε να επιβιώσει.

Λίγο πριν τον τερματισμό της προεδρικής του διαδρομής ο Μπ. Ομπάμα κατανόησε πως δεν έχει νόημα η ψυχροπολεμικού χαρακτήρα εμμονή σ’ ένα ακήρυκτο πόλεμο. Μέσω δημόσιας παραδοχής, πως η Κούβα δεν συνιστά (πλέον) απειλή για τα κρατικά συμφέροντα των ΗΠΑ, σηματοδότησε την πολιτική της επόμενης μέρας.

Οριοθετώντας, τρόπον τινά, την αντιμετώπιση του ιδιόμορφου σοσιαλιστικού πειράματος από τον διάδοχό του – σ’ ενάμιση χρόνο περίπου. Άλλωστε η Κούβα έχει προχωρήσει σε κρίσιμες μεταβολές των οικονομικών της δεδομένων. Η υιοθέτηση ενός διπλού νομισματικού συστήματος (μέσω της προσέλκυσης τουριστών), η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας μέσω δημιουργίας επαγγελμάτων ιδιωτικής μορφής, οι απολύσεις εκατοντάδων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων, έχουν αφήσει ένα ανεξίτηλο στίγμα στην σύγχρονη οικονομικοκοινωνική ζωή της χώρας.

Η διακυβέρνηση παραμένει μονοπώλιο του κομμουνιστικού κόμματος, έστω και μέσω ενός συστήματος εκλογικής τοπικών αντιπροσώπων απευθείας από τον λαό.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να σταθούμε, ώστε να κατανοήσουμε την αλλαγή στρατηγικής των ΗΠΑ.

Αν παρακάμψουμε το συμβολικό βάρος των αδελφών Κάστρο, οι οποίοι νοηματοδοτούν την σύνδεση της επανάστασης των «μπαρμπούδος» («γενειοφόρων»)

με το σήμερα, ελάχιστα πράγματα συνέχουν το τότε με το τώρα.

Στην πραγματικότητα ενηλικιώνεται η τρίτη γενιά στελεχών, από το 1959 και εντεύθεν.

Η πρώτη είναι αυτή που πραγματοποίησε την επανάσταση, η δεύτερη είναι εκείνη που κληρονόμησε βιώματα (των συγγενών) και εμπειρίες (διαχείρισης εν μέσω απομόνωσης). Η Τρίτη γενιά δεν διαθέτει κάτι από τα προηγούμενα, απλά διεκπεραιώνει γραφειοκρατικούς ρόλους και λοξοκοιτάζει προς αγοραία μοντέλα.

Προφανώς οι ΗΠΑ την θεωρούν ώριμη για πολιτική και οικονομική εξαγορά, μόλις εκλείψουν φυσικά οι (προχωρημένης ηλικίας) αδελφοί Φιντέλ και Ραούλ Κάστρο. Αφού υπάρξει (ειρηνική) επιχειρηματική απόβαση αμερικάνικων εταιρειών, ώστε να πετύχει εκεί όπου απέτυχε η στρατιωτική, κατά το παρελθόν.

Το παράδειγμα του Βιετνάμ φαίνεται πως έχει αξιολογηθεί δεόντως από την πολιτική ηγεσία και τις μυστικές υπηρεσίες της υπερδύναμης.

Το αν αυτή η επιλογή δικαιωθεί είναι κάτι που θα το αποδείξει η ιστορία, σχετικά σύντομα μάλιστα.

«Αριστερή» Καταστολή

Οι συνεχείς παρεμβάσεις (με άρθρα και δημόσιες δηλώσεις) του υπουργού «προστασίας του πολίτη» Γ. Πανούση δημιούργησαν αίσθηση.

Καθώς, επί της ουσίας, ζήτησε ριζική αναθεώρηση της μέχρι τώρα ασκούμενης πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ στον χώρο της δημόσιας τάξης.

Οι πρόσφατοι μελοδραματικοί τόνοι πως αν δεν γίνουν δεκτές οι εισηγήσεις του ίσως επιλέξει τον δρόμο της παραίτησης, στόχευαν στην (ανοιχτή) εκμαίευση στήριξης από το μέγαρο Μαξίμου.

Ωστόσο η σιωπή της κυβερνητικής ηγεσίας δεν σημαίνει την έμμεση αποδοκιμασία του Γ. Πανούση – κάθε άλλο μάλιστα.

Προφανώς αποτελεί τακτική κίνηση, ώστε να εξοικειωθεί η κοινή γνώμη με την ιδέα μιας σκλήρυνσης της κυβερνητικής στάσης, πριν αυτή εμφανιζόταν επιχειρησιακά.

Είναι σαφές πως μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ του 4% και εκείνου του 36% (και της κυβερνητικής ευθύνης) υπάρχει μεγάλη διαφορά.

Όχι μόνο αριθμητική, κυρίως ποιοτική.

Όση χωρίζει την «αριστερά του τίποτα» (κατά τον χαρακτηρισμό του υπουργού) από την «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας».

Οι προτεραιότητες της τελευταίας αφορούν την εμπέδωση της «κοινωνικής ειρήνης», εν μέσω οξύτατης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Συνεπώς το μέγεθος της καταστολής που πρέπει ν’ ασκηθεί είναι τεράστιο, ακόμα και σε βάρος ομάδων του πληθυσμού που διάκεινται ευνοϊκά στην κυβέρνηση – η περίπτωση των αστυνομικών βιαιοπραγιών κατά των κατοίκων στις Σκουριές Χαλκιδικής είναι ενδεικτική.

Όσο και το γεγονός ότι ο Γ. Πανούσης κάλυψε απόλυτα την (εκεί) ηγεσία της ΕΛΑΣ παρά τις καταγγελίες της τοπικής βουλευτίνας του ΣΥΡΙΖΑ.

Οφείλουμε να γνωρίζουμε πως στις ιστορικές κοινωνίες (και στην σύγχρονη αστική) δεν νοείται κενό καταστολής.

Αν απουσιάζει η κρατική βία αναπληρώνεται από την (συμμετρικά αντίθετη) κοινωνική, η οποία κάνει συμβολική παρέλαση σε δρόμους και κτίρια των μεγάλων πόλεων της χώρας αυτό το διάστημα.

Η απλοϊκή προσέγγιση (και όχι μόνο του ΣΥΡΙΖΑ) πως η απόσυρση των αστυνομικών δυνάμεων θ’ αποκλιμακώσει την σφοδρότητα των κοινωνικών αντιδράσεων αποδεικνύεται, και πρακτικά, έωλη.

Το κρίσιμο θέμα αφορά τον σεβασμό των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων όλων ανεξαιρέτως των κατοίκων της χώρας. Αυτή η προτεραιότητα επιμερίζεται διαφορετικά στις διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες – μ’ ευδιάκριτο το ταξικό πρόσημο των εκάστοτε κρατικών επιλογών.

Εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνήσει όπως αντιστοιχεί σ’ ένα δίκτυο εξουσίας σε μια γωνιά της ευρωζώνης οφείλει να εγκαταλείψει όχι μόνο ιδεολογικές αγκυλώσεις αλλά (το πλέον οδυνηρό) συγκεκριμένες αρχές δικαίου. Οι πιέσεις που υφίσταται, ώστε να προσαρμοσθεί στις οικουμενικές συντεταγμένες της κρατικής καταστολής, υποβοηθούν μια τέτοια στροφή.

Υπό μία έννοια τα γνωστά άρθρα του Γ. Πανούση ν’ αποτέλεσαν την επίσημη έναρξη της νέας περιόδου, στην δημόσια τάξη. Χθες προχωρήσαμε ένα βήμα παραπάνω…

Αδιαφορία στα όρια της απάθειας

frape.gr_Καθώς ο καιρός περνάει και η συμφωνία της Ελλάδας με τους δανειστές συνεχίζει να σφυρηλατείται (;) – χωρίς ωστόσο να επισφραγίζεται- ανακυκλώνονται σενάρια που είχαν ανθίσει και κατά το παρελθόν.

Το “Grexit” παραμένει στην λίστα των κινδύνων που απειλούν την χώρα, ενώ προβάλλονται εκτιμήσεις για «πτώχευση εντός του ευρώ» και ύπαρξη «διπλού νομίσματος».

Οι δηλώσεις των κυβερνητικών παραγόντων εντείνουν τις ανησυχίες ( τι Κούγκι, τι δεν πληρώνουμε, τι το ένα τι το άλλο), παρόλο που όλοι καταλαβαίνουν πως το μέγα πρόβλημα είναι η επικοινωνιακή διαχείριση μιας συμφωνίας παρά τόσο η ουσία της.

Η γερμανική πλευρά εκτιμά πως στο Eurogroup της 24/4 δεν πρόκειται να προκύψει κοινός τόπος, ώστε να ξεκλειδώσει την πολυπόθητη δόση.

Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε ακόμη πιο δύσκολες καταστάσεις την οικονομία της χώρας καθώς τελειώνουν τα διαθέσιμα, στεγνώνουν τα πάντα και τελειώνουν και οι όποιες επιλογές τύπου συγκέντρωσης διαθέσιμων δημοσίου στην Εθνική! Επιλογές που αν γινότανε σε άλλη εποχή, λίγα χρόνια πριν, θα δημιουργούσε … επαναστατικές συνθήκες στη χώρα.

Η κατάσταση χειροτερεύει και το ενδιαφέρον στοιχείο στην όλη (ελαφρά αλλοπρόσαλλη) ατμόσφαιρα είναι η προϊούσα αδιαφορία της κοινής γνώμης στην Ελλάδα.

Η οποία τείνει να λάβει διαστάσεις απάθειας, αφού έχει χαθεί η εμπιστοσύνη – σχεδόν προς κάθε κατεύθυνση. Ακόμη και προς τη νέα Κυβέρνηση.

Αυτό σηματοδοτεί ιδιαίτερα αρνητικές εξελίξεις για την επόμενη ημέρα αλλά κυρίως υποβοηθά μόνο ακραίες πολιτικές  τοποθετήσεις και λογικές που εκπορεύονται και από το έναν συνεταίρο της σημερινής Κυβέρνησης.

Εκτός και αν… αυτή η στάση προφυλάσσει τους ανθρώπους από το διαρκές άγχος και την ψυχική οδύνη που πυροδοτούν οι φοβίες για το αύριο.

Πιθανόν, μετά πέντε χρόνια ακροβασίας μεταξύ σωτηρίας και καταστροφής, να έγινε σαφές ότι δεν υπάρχουν αυτές οι καθαρές μορφές.

Δυστυχώς η πολιτική ουσία χάνεται στα ρούχα και τις συνεχόμενες δηλώσεις των αρνητικών πρωταγωνιστών και η αλήθεια κρύβεται για άλλη μια φορά στις στενά κομματικές σκοπιμότητες.

Πάντως στις πλατείες ο φραπές ρέει άφθονος…

Σενάρια και «συμμαχίες»

europeΗ εγκατάσταση της μνημονιακής (καταθλιπτικής) κανονικότητας στην Ελλάδα συνοδεύτηκε από την ανάπτυξη θεωριών, σχετικά με τις δυνατότητες αποφυγής μιας σκληρής μοίρας. Δηλαδή του κατά πόσο υπήρξε τρόπος να ξεφύγει η χώρα από τις δαγκάνες του ΔΝΤ και τις «εξυγιαντικές» παρεμβάσεις της ευρωπαϊκής ένωσης.

Εν αρχή ήν η εμμονή σε συνομωσιολογικά σενάρια, τα οποία δαιμονοποίησαν τον Γ. Παπανδρέου και τις επιλογές του, το 2010. Κατά την προσφιλή ρητορική των συνήθων πατριωτικών κύκλων οικιοθελώς έστειλε την Ελλάδα στο ΔΝΤ- καθότι φίλα προσκείμενος στις ΗΠΑ- ενώ (υποτίθεται πως) δεν υπήρχε χρηματοδοτική ασφυξία. Υπό το φως νεότερων στοιχείων και μαρτυριών αυτή η ερμηνεία αποδυναμώθηκε αισθητά, καθώς αρκετοί κατανόησαν πως η φυγή του Κ. Καραμανλή από την πρωθυπουργία το 2009 αποτέλεσε έμμεση πρόβλεψη του τι θα επακολουθούσε.

 Εν συνεχεία διακινήθηκαν οι εκτιμήσεις πως, αντί να προσφύγει στο ΔΝΤ, θα μπορούσε η Ελλάδα να δανεισθεί από την Ρωσία και την Κίνα.

Έστω κι αν ο τότε πρόεδρος Μεντβέντιεφ υπέδειξε (με δημόσιες δηλώσεις του) στην χώρα να κατευθυνθεί στο ΔΝΤ. Ενώ η Κίνα εξέφρασε επανειλημμένα την δυσφορία της για το «χαλαρό πρόγραμμα» που εφάρμοσε το νομισματικό ταμείο στην ελληνική περίπτωση.

 Η πιο πρόσφατη περίπτωση ματαιωμένων προσδοκιών αφορά τις προεκλογικές προσεγγίσεις του Αλ. Τσίπρα.

Σύμφωνα μ’ αυτές οι χώρες του ευρωμεσογειακού νότου, οι οποίες επίσης στενάζουν από το βάρος των δικών τους μνημονίων, θα ενεργοποιούνταν θετικά μόλις η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κατέλυε – με την πολιτική της – τις χημικές αντιδράσεις στο εσωτερικό της ευρωζώνης.

Πλέον το αποτέλεσμα είναι πασιφανές.

Οι κεντροδεξιές κυβερνήσεις, σε Ισπανία και Πορτογαλία, φοβούμενες ένα εκλογικό «ντόμινο», στάθηκαν απόλυτα εχθρικές στις ελληνικές διεκδικήσεις. Φροντίζοντας να το καταστήσουν, ποικιλοτρόπως, απολύτως σαφές. Η ιταλική κυβέρνηση (της κεντροαριστεράς) κράτησε καλύτερη στάση, χωρίς ωστόσο ν’ αποτολμήσει ανοιχτή αντιπαράθεση με την τεχνογραφειοκρατία των Βρυξελλών.

Ίσως η μεγαλύτερη απογοήτευση να προήλθε από την στάση της Γαλλίας. Αφού οι σοσιαλιστές του Ολάντ, είχαν διακηρύξει πως θα συγκρούονταν με τα νεοφιλελεύθερα θέσφατα του Βερολίνου. Μόνο που η οικονομική κατάσταση της δεύτερης δύναμης της ευρωζώνης δεν επιτρέπει τέτοια ρίσκα.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, που εξηγεί αυτή την στάση. Ως μοναδικός στρατός εντός της Ε.Ε. (οικουμενικού μεγέθους εννοούμε) είναι απαραίτητο συμπλήρωμα στο «θησαυροφυλάκιό» της, που αποτελεί η Γερμανία. Συνεπώς εξασφαλίζει μια σημαντική – έστω όχι πρωτεύουσα- δυνατότητα συμμετοχής στο ευρωενωσιακό γίγνεσθαι. Αντίθετα αν συντονισθεί με τον, ανταγωνιστικό, αγγλοσαξωνικό πόλο θα ιεραρχηθεί πίσω από τις ΗΠΑ και τον ευρωπαϊκό τους βραχίονα, την Μ. Βρετανία.

Οπότε το κρατικό της συμφέρον είναι να συμπλέει με την γερμανική ηγεμονία.

Το διαπίστωσε (από πρώτο χέρι) ο Αλ. Τσίπρας στο πρόσφατο ταξίδι στο Παρίσι.

Αποδεικνύεται λοιπόν πως οι ψευδαισθήσεις, περί εναλλακτικής πολιτικής εντός της Ε.Ε., είναι καταδικασμένες να διαψεύδονται. Μπορεί η διαρκής επιβεβαίωση αυτής της ωμής πραγματικότητας να καταστρέφει ελπιδοφόρα οράματα και συνειρμούς δραπέτευσης απ’ αυτήν.

Δεν είναι φρόνιμο να αποκρύπτεται ωστόσο.