Υπάρχει και η Τοπική Αυτοδιοίκηση

454Είναι φυσικό κι επόμενο η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να επιδιώξει μεταβολές και στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το θέμα είναι αν ξέρει τι θέλει, αν έχει κάποιο σχέδιο και τι θα κάνει τελικά στην πράξη!

Λογικό μοιάζει το νέο τοπίο να προκύψει από τις βασικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αποτελεί και τον ισχυρό εταίρο στο κυβερνητικό σχήμα. Αν δεχθούμε τα όσα εξαγγέλθηκαν θα υπάρξουν κάποιες ευδιάκριτες διοικητικές μετατοπίσεις.

Η κατάργηση του «Καλλικράτη» αποτελεί πάγια άποψη του ΣΥΡΙΖΑ, από την στιγμή της εγκατάστασής του στην αυτοδιοικητική πραγματικότητα της χώρας, το 2010. Το γιατί είναι μια ιστορία που σηκώνει αρκετή κουβέντα καθώς η επίσημη δικαιολογία ότι αποτελεί μνημονιακό νόμο, προφανώς δεν πείθει ούτε και τους ίδιους!

Επίσης κατάργηση προβλέπεται και για τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, οι οποίες ασκούν ελέγχους νομιμότητας στις πράξεις πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης – ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούν να κρατούν κρίσιμες αρμοδιότητες για λογαριασμό τους.

Το γιατί επίσης δεν έχει απαντηθεί πέρα από την άκρως προσβλητική και αφελή τοποθέτηση του νέου υπουργού Εσωτερικών ότι «δεν ασκούν έλεγχο νομιμότητας αλλά σκοπιμότητας!»

Η κατάργηση των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων αποτελεί το βασικό αίτημα των Περιφερειαρχών, καθώς έτσι απελευθερώνονται από τα δεσμά του ελέγχου του κεντρικού κράτους και μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς άλλους παίκτες στο γήπεδο!

Μια ακόμα υπόσχεση είναι η καθιέρωση της απλής αναλογικής ως σταθερού εκλογικού συστήματος – δεν γνωρίζουμε αν αυτό επεκταθεί και στις εθνικές εκλογές.  ( Προσωπικά πολύ αμφιβάλλω…)

Ενώ η επιπλέον θεσμική θωράκιση των ΟΤΑ και η οικονομική τους αυτοτέλεια ακούγονται ευχάριστα αλλά έχουν ν’ αντιμετωπίσουν την σκληρή αλήθεια.

Η εγκατάσταση του «Καλλικράτη» σήμανε και την διοικητική αναδιοργάνωση του ελληνικού κράτους. Οι αιρετές νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις αποτέλεσαν παρελθόν και στην θέση τους δημιουργήθηκαν οι (επίσης αιρετοί) περιφερειακοί θεσμοί. Υποθέτουμε πως αυτή η μεταβολή δεν πρόκειται να υποστεί κάποια τροποποίηση ή αλλοίωση.

Πιο πιθανό φαντάζει να ενισχυθούν οι περιφέρειες και με τις αρμοδιότητες των καταργούμενων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων (όσες επιτρέπονται από το Σύνταγμα). Το αν ο έλεγχος νομιμότητας των ΟΤΑ επανέλθει στο υπουργείο Εσωτερικών ή αν ιδρυθεί κάποια ειδική υπηρεσία είναι διαχειριστικά ανοικτό.

Για τους δήμους ωστόσο μένει να διαπιστώσουμε αν θα τους δοθεί η δυνατότητα είσπραξης και επιβολής φόρων. Κάτι που είχε καταγγελθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ, ως μια επέκταση φορομπηχτικών πολιτικών σε τοπική κλίμακα.

Την ίδια στιγμή δεν υπάρχει οποιαδήποτε παρέμβαση του κεντρικού κράτους στο θέμα της δημιουργίας ΦΟΔΣΑ (ανώνυμων εταιρειών) από τους δήμους, για την αποκομιδή των απορριμμάτων από εργολάβους. Κάτι εξαιρετικά σημαντικό τόσο πολιτικά όσο και θεσμικά.

Είναι σαφές πως δεν υπάρχει καμία εξειδικευμένη στρατηγική για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Όμως η μεγαλύτερη δυσκολία που έχει ν’ αντιμετωπίσει η κυβέρνηση είναι η ουσιαστική ανυπαρξία πόρων. Τα μειωμένα κονδύλια του «συμφώνου εταιρικής σχέσης» (νέου ΕΣΠΑ) και η παντελής έλλειψη εθνικών πόρων καθιστούν την επιβίωση των ΟΤΑ εξαιρετικά αμφίβολης έκβασης εγχείρημα. Κάτι που συνεπάγεται την αναπτυξιακή ασφυξία τους, αφού νέα έργα θα παραπεμφθούν στις καλένδες και παλιότερα κινδυνεύουν να εμπλακούν στα γρανάζια της χρονοκαθυστέρησης και εν τέλει της απένταξης.

Ήδη η ΚΕΔΕ (κατά κύριο λόγο) αντιλαμβάνεται πως επίκεινται δραστικές περικοπές καθώς οι δήμαρχοι πλήττονται κατά μείζονα λόγο. Μιας και οι περιφέρειες, λόγω του μεγέθους και της μεγαλύτερης κοινωνικής ετερογένειας, εισπράττουν μικρότερο πολιτικό κόστος.

Έτσι κι αλλιώς η καμπάνα χτυπά για όλους….

 

Ηγεμονικός κιτρινισμός

Πριν από καιρό είχα διαβάσει το  μυθιστόρημα του Γερμανού νομπελίστα Χ. Μπέλ «η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλούμ».

Πρόκειται για μια ιστορία όπου η ομώνυμη ηρωίδα περνά μία ερωτική βραδιά μ’ έναν άνδρα που οι αρχές θεωρούν ύποπτο για τρομοκρατία. Στην επιχείρηση σύλληψής του εμπλέκεται ακουσίως και η ίδια, η οποία διαπομπεύεται μέσω χυδαιοτήτων και ψευδών ενός δημοσιογράφου – συνεργάτη των μυστικών υπηρεσιών. Όταν – τσακισμένη και αηδιασμένη- αφήνεται ελεύθερη, εκτελεί το υποκείμενο της «αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας».

Η αλληγορία του Χ. Μπέλ είναι σαφής και αφορά την εφημερίδα “Bild”.

Τα χρόνια της ένοπλης δράσης της RAF στην Γερμανία η εφημερίδα αυτή – υπό την ιδιοκτησία, τότε, του γερμανοεβραίου Α. Σπρίνγκερ – είχε αναλάβει την εκλαΐκευση της αντιτρομοκρατικής προπαγάνδας του γερμανικού κράτους και την διαφήμιση του σωφρονισμού των «λευκών κελιών».

Έστω και υπό νέα διεύθυνση η“Bild”συνεχίζει απτόητη τον δρόμο του κιτρινισμού και της διεκπεραίωσης των συμφερόντων της Γερμανίας, μ’ αιχμή το «νόμος και τάξη».

Τελευταίο υπόδειγμα προσήλωσης στα εθνικά ιδεώδη ήταν το πρωτοσέλιδο“Nein”, με τ’ οποίο ζητούσε από τους αναγνώστες να μεταλαμπαδεύσουν το μήνυμα για την μη χρηματοδότηση των «άπληστων Ελλήνων» από τους καλοκάγαθους και φιλήσυχους γερμανούς πολίτες.

Είναι σημαντικό ότι πολλοί άνθρωποι αντέδρασαν σ’ αυτή την αθλιότητα – και μέσα στην χώρα – ατμομηχανή της Ε.Ε. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα σοσιαλδημοκράτη βουλευτή, ο οποίος στηλίτευσε την “Bild” από το βήμα του κοινοβουλίου.

Άλλωστε η εν λόγω κιτρινοφυλλάδα δεν περιορίζει την ιοβόλο κριτική της στους «εξωτερικούς εχθρούς», αλλά στοχεύει εξ’ ίσου και προς τον «εσωτερικό κίνδυνο». Το κόμμα της αριστεράς «Die Linke» καθώς και η προσφάτως εκλεγείσα τοπική κυβέρνηση του κρατιδίου της Θουριγγίας αποτελούν κραυγαλέες περιπτώσεις αυτής της (επι)στρατευμένης δημοσιογραφίας.

Τα φαντάσματα του μπολσεβικισμού (αγαπημένη νεύρωση του Α. Χίτλερ) και η μετεμψύχωσή τους στην εικόνα του (αποθανόντα) Τσάβες έχουν την τιμητική τους, στην διαπαιδαγώγηση της κοινής γνώμης. Για να μην νομισθεί πως αυτά συμβαίνουν μόνο στην Εσπερία και την Κεντρική Ευρώπη καλό είναι να ρίξουμε μια ματιά και στην χώρα μας.

Όπου αφθονούν οι ελληνικές εκδοχές της“Bild”, με την ίδια διεισδυτικότητα (της ματιάς στις κλειδαρότρυπες της κρεβατοκάμαρας επωνύμων ή και ανωνύμων) αντίστοιχης φαντασίας ψευδολογίες και πλήρη απαξίωση της προσωπικής ζωής των ανθρώπων.

Στην πολιτική σφαίρα ο αγοραίος εθνικισμός και ο απροκάλυπτος φασισμός – όποιο μανδύα και αν ενδύονται – αποτελούν το σήμα κατατεθέν τέτοιων εντύπων. Συνεπώς είναι μάταιο ν’ αγανακτούν ορισμένοι για το “Nein”της“Bild”, όταν καθημερινά εγείρουν το δικό τους «όχι» στην στοιχειωδέστερη δημοσιογραφική δεοντολογία. Αυτά τα συμπτώματα, που αφορούν όλο τον κόσμο – είτε τους αλαζόνες δανειστές είτε τους ταπεινωμένους δανειζόμενους- απαιτούν μια οικουμενική αντίσταση.

 

Κίνδυνος συντριβής στις συμπληγάδες…

Τα όσα διαμείβονται με την Ελλάδα και το κρατικό της χρέος εγγράφονται σε ευρύτερους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.

Αυτή την ιστορική περίοδο υπάρχουν τρία κρατικά συγκροτήματα που συγκρούονται για την παγκόσμια κυριαρχία: οι ΗΠΑ (που ηγεμονεύουν), η ανακάμπτουσα Ρωσία και η ανατέλλουσα Κίνα. Ειδικά στον χώρο της Ευρώπης επιχειρείται η ανάδυση ενός τέταρτου, υπό την γερμανική κυριαρχία.

Οι πιθανότητες να ολοκληρωθεί αυτό το εγχείρημα είναι από πεπερασμένες έως ανύπαρκτες. Καθώς, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο και το ξήλωμα των αποικιοκρατικών δυνάμεων της «γηραιάς ηπείρου», ο χώρος της Ευρώπης αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Η κρίση της Ουκρανίας αποτελεί (μετά το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού) μια υπόμνηση του ότι ο πόλεμος «χαμηλής έντασης» συνεχίζεται.

Αυτό που συντελείται τούτη την ώρα είναι η έξοδος των ΗΠΑ από την οικονομική κρίση που τις είχε ταλανίσει.

Αυτό το γεγονός συνοδεύεται από την δυναμική επάνοδο στον ευαίσθητο χώρο της Μεσογείου και της Μ. Ανατολής.

Από την δική της πλευρά η Ρωσία, μετά την απώλεια των οικονομικών της προγεφυρωμάτων στην Κύπρο, καλοβλέπει μία συνεργασία με την Ελλάδα – ειδικά τώρα που βρίσκεται σε ψυχροπολεμικές σχέσεις με την Ε.Ε., και την Γερμανία κατά πολιτική προτεραιότητα.

Παρά τους ανοιχτούς λογαριασμούς που έχουν μεταξύ τους ΗΠΑ και Ρωσία εν τούτοις συμπίπτουν τακτικά σ’ ένα ζήτημα: ότι αμφότερες κινούνται σ’ αντίθετη κατεύθυνση με την Μέρκελ και τους συμμάχους της. Αυτή είναι άλλωστε και η διαφορά ανάμεσα στα (υπερεθνικά) κρατικά συγκροτήματα, που έχουν ωστόσο πολιτικοστρατιωτικά κέντρα, από τα εθνικά κράτη του πρόσφατου παρελθόντος. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο προσπαθεί να κινηθεί η νέα ελληνική κυβέρνηση.

Είναι προφανές πως, καθώς πλήττεται (όπως και η χώρα) από τις συνέπειες της γερμανικής λιτότητας προτιμά την συμπόρευση με την αμερικανικής κοπής ανάπτυξη. Ενώ, λόγω των προνομιακών δεσμών Ελλάδας – Ρωσίας, θα ήθελε να αξιοποιήσει  και αυτή την δυνατότητα. Πρόκειται για ένα παιχνίδι υψηλού ρίσκου, αφού η κυβέρνηση Τσίπρα είναι καταδικασμένη να χρησιμοποιηθεί από υπέρτερες (των ορίων δικού της ελέγχου) δυνάμεις.

Κινδυνεύοντας να συντριβεί στις συμπληγάδες των ανταγωνισμών.