Επικίνδυνες λογικές

Περίπου δύο μήνες μετά την ορκωμοσία της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η πρακτική της και κυρίως τα λεγόμενα της, έχουν προκαλέσει πλήθος (επι)κριτικών σχολιασμών, λόγω της αντιφατικότητας των δύο μερών που την απαρτίζουν.

Ένα κόμμα της αριστεράς από την μία, συμπλέει κυβερνητικά με μια εκδοχή της εθνικιστικής «λαϊκής δεξιάς». Ο γάμος δεν ήταν (ακριβώς) απ’ αυτούς που θεωρούμε «κοινού συμφέροντος».

Υπήρχαν και άλλες δυνατότητες κοινοβουλευτικής συνοδοιπορίας – όπως με το πρόθυμο «Ποτάμι» ή και το μπαρουτοκαπνισμένο από τέτοιες εμπειρίες ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο η συμφωνία Τσίπρα – Καμμένου, η οποία είχε σφυρηλατηθεί προεκλογικά κατέστη εφικτή, όταν οι ΑΝΕΛ υπερπήδησαν το εκλογικό φράγμα του 3%.

Η επιλογή είχε να κάνει με την  συγκρότηση μιας κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» – με δυνάμεις που εγγράφονται σ’ αμφότερους τους πόλους της σχηματικής διαίρεσης αριστερά / δεξιά – με στόχο την συγκρότηση ευρύτερου πολιτικού μετώπου στο εσωτερικό της χώρας.

Επικουρικά η παρουσία των ΑΝΕΛ (ειδικά του Π. Καμμένου στο ΥΠΕΘΑ) λειτουργεί (;),  ως εγγύηση της «συνέχειας του κράτους», καθησυχάζοντας τις ανησυχίες πυρήνων του «βαθέος κράτους» σε στρατό, αστυνομία, μυστικές υπηρεσίες.

Στην πραγματικότητα το άνοιγμα της «κυβερνώσας αριστεράς» προς την αντίπαλη παράταξη είναι ακόμα ευρύτερο. Η υπερψήφιση του Π.Παυλόπουλου, ως νέου ΠτΔ, αλλά και επιλογές προσώπων για την κάλυψη κυβερνητικών θέσεων,  αποτελούν το συμβολικό δώρο προς την καραμανλική πτέρυγα της ΝΔ. Αποδεικνύοντας πως ο Αλ. Τσίπρας σχεδιάζει την παραμονή του στην εξουσία μέσα από την ανάδειξη των αντιθέσεων των άλλων πολιτικών σχηματισμών. Προφανώς  και αυτό δείχνει πως έχει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό παραμονής στην πρωθυπουργία και δεν σκοπεύει να προσωποποιήσει το σενάριο της «αριστερής παρένθεσης».

Ακόμα κι αν χρειασθούν κινήσεις όπως δημοψήφισμα ή νέες εκλογές.

Ωστόσο ένα εξαιρετικά ανησυχητικό στοιχείο της συγκατοίκησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είναι η διασπορά θέσεων και απόψεων που ελάχιστα απέχουν από τον ωμό και απροκάλυπτο εθνικισμό.

Δεν είναι τόσο ο πόλεμος με το Βερολίνο, άλλωστε εκεί υπάρχουν οικονομικά και ιστορικά διακυβεύματα που επιζητούν διευθέτηση και δικαίωση.

Κυρίως εμφανίζονται στις δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών όπως ο ΥΠΕΞ Ν. Κοτζιάς και ο ΥΠΕΘΑ Π. Καμμένος.

Άλλωστε ο πρώτος έχει διατρέξει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα (από ΚΚΕ και ΠΑΣΟΚ ως υποστηρικτής του Αντ. Σαμαρά το 2012 )για να καταλήξει στην αγκαλιά του ηγετικού πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ.

Μ’ αυτή την πολιτική οικοσκευή μπορεί να εκτοξεύει ιδεολογικές κορώνες που αναμειγνύουν μετανάστες με τζιχαντιστές και μετατρέπουν τους πρόσφυγες από Αφρική και Ασία σε ανθρώπινες απειλές κατά του πυρήνα της ευρωζώνης. Μια εκδοχή που πρακτικά συντονίζεται με τις κραυγές ακροδεξιών κύκλων στην χώρα μας – απλά η «μεταναστευτική βόμβα» προορίζεται να εκραγεί στο εξωτερικό αντί του εσωτερικού.

Στο ίδιο μήκος κύματος εκπέμπει και ο Π. Καμμένος, ο οποίος προσθέτει και τις συμπληρωματικές δόσεις «εθνικά υπερήφανης» στάσης απέναντι σε Τουρκία, δανειστές και «μηδίζοντες» εντός των συνόρων.

Το επικίνδυνο της όλης ιστορίας είναι πως όλη αυτή η προπαγανδιστική εκστρατεία εξοικειώνει ευρύτερα ακροατήρια με εθνικιστικά και ξενοφοβικά στερεότυπα, ως επίσημη κρατική πολιτική πλέον. Όσο κι αν στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν έντονες αμφισβητήσεις και εμφανείς διαφωνίες, ο πρωθυπουργός εκτιμά πως αυτή η στρατηγική δεν χρειάζεται επιδιόρθωση.

Δημιουργώντας εύλογα ερωτηματικά για το αν κατανοεί τις απολήξεις της, ή αν – ακόμα χειρότερα – απλά αυτές (δεν) τον ενδιαφέρουν…

Οι χοροί, το εθνικιστικό κιτς και η πατριωτική κατανάλωση

kammenos-dourourΦαίνεται πως η συναδέλφωση των αντιμνημονιακών αισθημάτων της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ με τις παραδόσεις της 25ης Μαρτίου αποτυπώνονται στις επικολυρικές εκδηλώσεις που ετοιμάζουν ο Π. Καμμένος με την Ρ. Δούρου.

Μάλιστα ο ΥΠΕΘΑ, σε παρατήρηση πως τα τσάμικα θυμίζουν τις χορευτικές εκδηλώσεις του Γ. Παπαδόπουλου και του Στ. Παττακού επί χούντας, εξανέστη.

Παρατηρώντας πως «η χούντα χόρευε μόνο τσάμικα, (…) Η αριστερά χόρευε μόνο βαλς;»!

Προφανώς οι χοροί δεν σηματοδοτούν μια συγκεκριμένη πολιτική ταυτότητα, ούτε όμως η σύνδεσή τους με συγκεκριμένα ιδεολογικά και αισθητικά πρότυπα είναι εντελώς αυθαίρετη.

Η αναβίωση ενός εθνικιστικού κιτς, που θυμίζει κάτι από τις γυμναστικές επιδείξεις άλκιμων νέων επί «εθνοσωτηρίου», δεν είναι σημερινό φαινόμενο.

Στα «εθνικά συλλαλητήρια» για την Μακεδονία και στις περίφημες «παρελάσεις του λαού» το 2011 διαπλέκονταν οι πιο αντιφατικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Μόνο που ο κοινός παρονομαστής ήταν (και είναι) δεδομένος: η πρωτοκαθεδρία του εθνικού συμφέροντος.

Τα υπόλοιπα είναι προς πατριωτική κατανάλωση, υπό τους μελωδικούς ήχους του «πρώτη φορά αριστερά».

Ενδιαφέρουσες διεργασίες

67712-ioannouΤο ελληνικό ζήτημα σχετίζεται, άρρηκτα, με τα όσα συντελούνται στα κράτη – μέλη της Ε.Ε.

Όσο κι αν η τεχνογραφειοκρατία των Βρυξελλών επιχειρεί ν’ αποκρύψει την αγωνία της για τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό του αρχιτεκτονήματος που διευθύνει, τα πράγματα παίρνουν συγκεκριμένη τροπή.

Ισχυροποιούνται οι δυνάμεις που αμφισβητούν – συχνά από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες – την ευρωενωσιακή πολιτική, ακόμα και την ίδια την αναγκαιότητα ύπαρξης της Ε.Ε.

Στην Πορτογαλία η κεντροδεξιά κυβέρνηση του Π. Κοέλιο κινδυνεύει να ηττηθεί από την σοσιαλδημοκρατικού χρωματισμού αντιπολίτευση, παρά την έξοδο στις αγορές.

Στην Ισπανία το διακύβευμα, λόγου του μεγέθους της χώρας και των οικονομικών επιπτώσεών τους στην ευρωζώνη, είναι πολύ μεγαλύτερο. Το «Λαϊκό Κόμμα» του Μ. Ραχόι θα παίξει τα ρέστα του, απέναντι στο αριστερό «Podemos», σε μία σύγκρουση που θα επηρεάσει ολόκληρη την Ευρώπη. Την ώρα που ο πρωθυπουργός εμπλέκεται πολιτικά στο σκάνδαλο των «μαύρων ταμείων» – μέσω των οποίων επιχειρηματίες δωροδοκούσαν υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος, ώστε να εξασφαλίζουν επικερδή συμβόλαια για δουλειές με το κράτος.

Αλλά και στις εμβληματικές χώρες του ευρωμεσογειακού νότου, την Γαλλία και την Ιταλία, οι εξελίξεις προμηνύονται καταιγιστικές.

Η κυβέρνηση του Φ. Ολάντ αποτελεί ήδη «άταφο νεκρό» και απλά περιμένει να ολοκληρωθεί ο χρόνος θεσμικής παραμονής της στο τιμόνι της γαλλικής δημοκρατίας.  Η επάνοδος του Σαρκοζί στο προσκήνιο της δεξιάς δεν φαίνεται να λειτουργεί προωθητικά, τόσο για τον ίδιο όσο και για την παράταξή του – όπου οι ανταγωνισμοί κορυφαίων παραγόντων εντείνονται. Το νεοφασιστικό «εθνικό μέτωπο» της Ζαν – Μαρί – Λεπέν, υιοθετώντας μια ρητορική κατά της Ε.Ε. και των μουσουλμάνων μεταναστών, διακηρύσσει πως αν κερδίσει τις εκλογές του 2017 θα προκηρύξει δημοψήφισμα σχετικά με την παραμονή ή όχι της Γαλλίας στην ζώνη του ευρώ. Κινούμενο (δημοσκοπικά) πέριξ του 25% εκφράζει αυθεντικά τον γαλλικό σωβινισμό, ο οποίος αισθάνεται ταπεινωμένος από τον ρόλο του κομπάρσου του Βερολίνου στην Ε.Ε.

Αλλά και στην Ιταλία του κεντροαριστερού Μ. Ρέντσι τα προγράμματα λιτότητας και η απελευθέρωση των (ομαδικών) απολύσεων έχουν προκαλέσει έντονες αμφισβητήσεις, εντός και εκτός του κόμματός του. Η κεντροδεξιά του Σ. Μπερλουσκόνι, αντιμετωπίζοντας τις εσωτερικές της διαιρέσεις, διατηρεί μια σημαντική επιρροή.

Το περιβόητο «κίνημα των πέντε αστέρων» του Μπ. Γκρίλο βρίσκεται σε τροχιά αποδυνάμωσης και πολλαπλών διασπάσεων, εξ’ αιτίας και της ιδιορρυθμίας (με τάσεις καισαρισμού) του δημιουργού του. Στον χώρο της εθνικιστικής δεξιάς και των κληρονόμων της μουσολινικής παράδοσης συντελούνται συγκολλητικές διεργασίες. Η κάποτε αποσχιστική και αείποτε ξενοφοβική «Λίγκα του Βορρά» εγκατέλειψε την προπαγάνδα για την «κλέφτρα Ρώμη» και συνασπίζεται με τους φασίστες της «Casa Pound» – οι οποίοι δημιούργησαν τον πολιτικό φορέα «εθνική κυριαρχία – πρώτοι οι Ιταλοί».

Γίνεται σαφές πως η ανάδυση «πατριωτικών πόλων» έχει λάβει μορφή επιδημίας (με τα κινήματα αριστερής αμφισβήτησης της Ε.Ε. ν’ αποτελούν μια εναλλακτική αλλά μειοψηφική εκδοχή).

Η εγκατάσταση ενός τέτοιου σκηνικού απειλεί ευθέως την γερμανική ηγεμονία και εξηγεί εν πολλοίς την αδυσώπητη στάση του διδύμου Μέρκελ – Σόιμπλε.

Η συνέχεια επιφυλάσσει εκπλήξεις και ανατροπές.

 

Του … ΟΟΣΑ το ανάγνωσμα!

Συμφωνία υπέγραψαν στο Παρίσι, , ο Αλ.Τσίπρας και ο επικεφαλής του ΟΟΣΑ Ανχ. Γκουρία. Σύμφωνα μ’ αυτήν ο οργανισμός – σύμβολο του οικουμενικού καπιταλισμού αναλαμβάνει την παροχή «τεχνογνωσίας» στην ελληνική κυβέρνηση, ώστε αυτή να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες έχει δεσμευθεί.

Οι οποίες, κατά τους δύο άνδρες, θα συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας και την αντιμετώπιση της «ανθρωπιστικής κρίσης».

Μάλιστα το δώρο του ΟΟΣΑ θα είναι μια «νέα εργαλειοθήκη», η οποία – κατά την διαφημιστική του προαναγγελία – δεν θα έχει σχέση με την νεοφιλελεύθερη επί ημερών Στουρνάρα και Χαρδούβελη. Υπενθυμίζουμε ότι οι ρυθμίσεις αφορούσαν την κατάργηση προστατευτικών φραγμών στις αγορές γάλακτος και ψωμιού, ενώ προτάθηκε η απεριόριστη εγκατάσταση ιδιωτικών ΑΕΙ στην χώρα.

Αναμένουμε τα «νέα εργαλεία», τα οποία (υποψιαζόμαστε) πως θα έχουν διαφορετική φιλοσοφία.

Το ερώτημα πάντως είναι αν  ο ΟΟΣΑ, από ανελέητος προωθητής υπερφιλελεύθερων μέτρων, μπορεί να προσαρμοστεί στις «ευαισθησίες μιας αριστερής διακυβέρνησης».

Εντάξει την απάντηση την ξέρουμε αλλά το συνολικό πακέτο δεν έχει ενδιαφέρον;

Επί «ξηρού ακμής» η Κυβέρνηση

tsipras-kammenosΗ επόμενη μέρα της κατ’ αρχήν συμφωνίας με τους εταίρους της βρίσκει την ελληνική κυβέρνηση σε αμήχανη στάση. Καθώς το πλαίσιο που την αποτυπώνει βρίσκεται πολύ μακριά από τις προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ (κυρίως) και των ΑΝΕΛ δευτερευόντως.

Η δήλωση του Μ. Γλέζου, που ως πολλαπλό σύμβολο (εθνικής εμβέλειας) κατήγγειλε την συμφωνία, τροφοδότησε μια σειρά αντιδράσεων εντός κι εκτός του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο οι πρώτες δυσαρέσκειες άρχισαν να εξωτερικεύονται, εστιάζοντας την κριτική τους στο πρόσωπο του Γ. Βαρουφάκη. Αφού είναι νωρίς για καταλογισμό ευθυνών στον Αλ. Τσίπρα, που σηκώνει προσωπικά το βάρος της έγκρισης της συμφωνίας.

Η εύηχη μετονομασία δύσπεπτων εννοιών – το μνημόνιο αναφέρεται ως πρόγραμμα και η τρόικα ως θεσμοί – δεν αρκεί ώστε ν’ αλλάξει την ουσία των πραγμάτων.

Η αξιολόγηση, που παραπέμπεται για τον Αύγουστο, απλώς υποκαθιστά εκείνη που δεν έγινε ως τον περασμένο Δεκέμβρη.

Εν τώ μεταξύ το στέγνωμα των δημόσιων αποθεματικών, από την μη καταβολή δανειακών δόσεων, κινδυνεύει να μετατραπεί σε κυβερνητικό εφιάλτη. Είναι προφανές πως οι κυρίαρχοι κύκλοι της Ε.Ε. (προεξάρχουσας της Γερμανίας) πιέζουν ασφυκτικά, ώστε το σύνολο σχεδόν των αξιώσεών τους να γίνει αποδεκτό.

Όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο αποσαφηνίζουν τις επιδιώξεις τους, για ένα νέο μνημόνιο. Με το «μαρτύριο της σταγόνας» το ευρωενωσιακό κατεστημένο ευελπιστεί να επιβάλλει τους όρους του στην κυβέρνηση.

Από την πλευρά του ο συνεταιρισμός ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχει τις δικές του φιλοδοξίες. Κατ’ αρχήν την αίσθηση πως η βελτίωση των οικονομικών δεικτών – κάτι που συνέβη και επί πρωθυπουργίας Σαμαρά – θα στηρίξει το έργο του.

Επικουρικά, οι χαμηλές προσδοκίες της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος μπορούν να ικανοποιηθούν από μέτρα που είναι ρεαλιστικό να εφαρμοσθούν – όπως αυτά για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Επίσης η περίφημη «εθνική ανάταση» από το γεγονός πως τέθηκαν δημοσίως (προς τους δανειστές) οι καταστροφικές επιπτώσεις των μνημονιακών εφαρμογών και κατονομάσθηκαν οι υπεύθυνοι γι’ αυτό, παίζει ήδη τον ρόλο της.

Ωστόσο σ’ ένα σύστημα που διέπεται από τις αρχές της θεωρίας του χάους – όπου κάθε πιθανότητα μπορεί να υποκατασταθεί από την αντίθετή της, με μία μικρή μεταβολή των συνθηκών – δεν επιτρέπονται πολιτικές απολυτότητες και κοινωνικές αβεβαιότητες.

Συνεπώς η μοίρα της συγκυβέρνησης θα κινείται «επί ξυρού ακμής» για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα όρια μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας είναι, εκτός από υποκειμενικά, και πολύ κοντινά.

Και το χειρότερο απ’ όλα είναι πως κάθε αρνητική εξέλιξη χρεώνεται δυσανάλογα στις πλάτες του ελληνικού λαού που σύντομα θα κουραστεί από τα λόγια τα παχιά και τα μεγάλα, ειδικά όταν αυτά απέχουν έτη φωτός από τις πράξεις.

 

Ο νομικός επίλογος του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία.

Η ληξιαρχική πράξη θανάτου του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία εκδόθηκε πριν από μερικές εβδομάδες, στο δικαστήριο της Χάγης.

Οι μάχες και οι εκατόμβες θυμάτων ουσιαστικά άφησαν την θέση τους σε μία επισφαλή ειρήνευση, εδώ και σχεδόν δεκαπέντε χρόνια – μετά την τελευταία πράξη του δράματος στο Κόσσοβο. Ωστόσο το διεθνές δικαστήριο (θεσμός που θεμελιώθηκε από τους εμπνευστές της ΝΑΤΟϊκής παρέμβασης στην βαλκανική χώρα) έκλεισε το νομικό υπόλειμμα της υπόθεσης.

Αποφάνθηκε λοιπόν πως η Σερβία δεν διέπραξε γενοκτονία κατά αμάχων, Κροατών και Βόσνιων μουσουλμάνων. Συμμετρικά, ούτε η Κροατία κρίθηκε ένοχη διάπραξης αυτού του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας», επί σερβικών πληθυσμών.

Επανέρχεται λοιπόν αμείλικτο το ερώτημα, σχετικά με την ιδεολογική και πολιτική χειραγώγηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, μέσω της κατασκευής βολικών στερεοτύπων που προδιαγράφουν τις απαντήσεις.

Στον χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας υπήρξαν αποτρόπαιες σφαγές, μαζικές εκτοπίσεις, στρατόπεδα συγκέντρωσης – απ’ όλες τις πλευρές των εμπολέμων. Σέρβων εναντίων Κροατών και Βόσνιων μουσουλμάνων, Κροατών εναντίον Σέρβων, αλλά και Βόσνιων μουσουλμάνων. Όπως και Βόσνιων «μουτζαχεντίν» εναντίον Σέρβων και Κροάτων.

Το εθνικιστικό μίσος δηλητηρίασε τις ψυχές των ανθρώπων, όπλισε τα χέρια και όρισε νέα, αιμάσσοντα σύνορα. Αυτή ήταν η αναγκαία προϋπόθεση της διεθνούς επέμβασης. Ο όρος «γενοκτονία», τον οποίο διακινούσαν ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, οι ηγέτιδες χώρες της Ε.Ε. αλλά και οι ΗΠΑ, είχε συγκεκριμένη χρηστική αξία.

Στην εξίσωση Μιλόσεβιτς = Χίτλερ η απάντηση όφειλε να είναι, όπως και στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, αυτονόητη. Οι «σύμμαχοι», στ’ όνομα του «ανθρωπισμού», όφειλαν να σώσουν τους αθώους από τα νύχια ενός αιμοσταγούς δικτάτορα.

Τ’ ότι οι ανταγωνιστές του Σέρβου προέδρου (Τούτζμαν και Ιζεμπέγκοβιτς τότε) έπρατταν ακριβώς τα ίδια, δεν απασχολούσε. Ούτε τ’ ότι η έννοια της γενοκτονίας συνδέεται με την εξολόθρευση ανθρώπων εξ’ αιτίας της εθνικής τους καταγωγής, ενώ η «εθνική εκκαθάριση» αποτελεί κύρια εκφοβιστική πρακτική με στόχο την πληθυσμιακή αλλοίωση κατειλημμένων περιοχών.

Αυτό φυσικά και δεν δικαιολογεί τα φρικτά εγκλήματα, συνιστά ωστόσο κάτι διαφορετικό από τις ναζιστικές μεθόδους. Η γενοκτονία ήταν το απαραίτητο άλλοθι για την ηγεμονική παρέμβαση, υπό τις ιαχές όλων εκείνων που φαντασιώνονταν (αφελώς ή σκοπίμως) το Βελιγράδι ως σύγχρονη απεικόνιση του χιτλερικού Βερολίνου.

Οι δίκες στο δικαστήριο της Χάγης, όπου σχεδόν αποκλειστικά (αλλά διόλου τυχαία) σύρθηκαν Σέρβοι και Σερβοβόσνιοι πολέμαρχοι, τους καταλόγισαν την υλοποίηση σχεδίων γενοκτονίας. Άλλωστε αφού την ιστορία την γράφουν οι νικητές η δικαιοσύνη αποδίδεται κατά τις βουλήσεις τους. Προφανώς όσοι καταδικάστηκαν ήταν ένοχοι – το πρόβλημα είναι πως εκείνοι που τους δίκασαν έφεραν αντίστοιχες ποινικές ευθύνες.

Γιατί οι βομβαρδισμοί αμάχων σε Σερβία και Βοσνία προκάλεσαν χιλιάδες νεκρούς και ανείπωτες καταστροφές, έστω κι αν τα βομβαρδιστικά είχαν μετονομασθεί «φτερά των αγγέλλων» – η «νέα γλώσσα» στην οργουελική εκδοχή της.

Τώρα που ο ενιαίος πολιτικός χώρος της πρώην Γιουγκοσλαβίας διαλύθηκε, αφήνοντας κράτη – στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στην θέση του, δεν χρειάζεται να συντηρούνται εκκρεμότητες μιας εποχής που έδυσε.

 Ήρθε η στιγμή να κατανοήσουν οι αξιότιμοι τηβεννοφόροι – ενός θεσμού τον οποίο γέννησε η απροκάλυπτη σκοπιμότητα – να γράψουν τον νομικό επίλογο μιας θλιβερής ιστορίας.

Προσανατολισμοί και σχέσεις στην Ε.Ε.

Πέραν της υπόθεσης με την αναδιευθέτηση των σχέσεων της Ελλάδας με τις υπόλοιπες δανείστριες χώρες της ευρωζώνης υπάρχει και το γενικό πλαίσιο των εξελίξεων στα ενδότερα της Ε.Ε.

Καθώς, με αδιαμφισβήτητη την γερμανική ηγεμονία, τα υπόλοιπα κράτη (ή κρατικά μπλοκ) αναζητούν τον δικό τους ρόλο.

Εκκινώντας από τον σκανδιναβικό βορρά οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως υπάρχει ένας ιδιαίτερος χώρος, βασισμένος στις προτεσταντικές αντιλήψεις της «ευλογημένης συσσώρευσης» κεφαλαίου και χρήματος. Οπότε η ευθύνη για την χρεοκοπία χωρών όπως η Ελλάδα αποτελεί πρόβλημα των «τεμπέληδων του νότου» – εξ’ού και η διπλωματική αποτύπωση αυτής της πολιτικής θεολογίας.

Οι ανατολικές χώρες της ευρωζώνης (πάλαι ποτέ μέλη της ΕΣΣΔ) έχουν συνδεθεί με την γερμανική μηχανή, αν και η στρατιωτική τους μοίρα έχει εκχωρηθεί στις ΗΠΑ. Άρα είναι εκ των προτέρων εχθρικές σε κάθε απόκλιση από τα νεοφιλελεύθερα δόγματα. Εδώ ας προστεθεί ο ειδικός ρόλος της Μ. Βρετανίας (ακόμα και σε νομισματικό επίπεδο) που αποτελεί «γέφυρα» της αμερικανικής επιρροής στην γηραιά ήπειρο.

Ο επόμενος πυρήνας, των κρατών της «κεντρευρώπης» (Αυστρία, Ολλανδία, Βέλγιο) κινείται δορυφορικά στις επιλογές του «μεγάλου αδελφού» στο Βερολίνο. Κάποιες αποκλίσεις τακτικής δεν αναιρούν την ουσία του πράγματος.

Όσον αφορά την Γαλλία, το στρατιωτικό κέντρο της Ε.Ε., η οικονομία της βρίσκεται επί ξυρού ακμής. Η ανάδυση του νεοφασιστικού – αντιευρωπαϊκού «εθνικού μετώπου» σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη προκαλεί ανησυχία εντός κι εκτός της χώρας. Έτσι οι αποστάσεις του Ολάντ από την Μέρκελ είναι μεν ευδιάκριτες, έχουν ωστόσο συνείδηση των αδήριτων συσχετισμών.

Ακόμα δυσκολότερη είναι η θέση της Ιταλίας, η οποία μάχεται ν’ αποφύγει την οικονομική πανωλεθρία. Ο πολλαπλός υποβιβασμός της επιρροής της στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο δύσκολα συγκαλύπτεται.

Οπότε η διαφωνία με την στρατηγική της Γερμανίας διατυπώνεται σ’ επίπεδο πολιτικών ψιθυρισμών. Στην προσπάθεια των άλλοτε «PIGS» ν’ αποφύγουν την μοίρα τους οι χειρισμοί αποτυπώνουν την υπαρξιακή τους αγωνία.

Οι πάλαι ποτέ παγκόσμιες αυτοκρατορίες της Ιβηρικής χερσονήσου περιφέρουν την πολιτικοοικονομική τους κατάπτωση.

Η Ισπανία, που λόγω ιστορικής εμβέλειας, μεγέθους και εθνολογικών ετεροτήτων απέφυγε τον εξευτελισμό της τρόικα, έχει συνδέσει (με την κυβέρνηση Ραχόι, που αισθάνεται ριγηλά την πίεση των“Podermos”) το μέλλον της με τους δανειστές και τα προγράμματά τους. Η Πορτογαλία, με μειωμένη διαπραγματευτική δύναμη, υποχρεώθηκε να βιώσει τα δικά της «τροϊκανά δίκρανα».

Μια ειδική αναφορά μπορούμε να κάνουμε και στην περίπτωση της Ιρλανδίας. Όχι μόνο επειδή εκεί εντοπίσθηκε η έναρξη της οικονομικής κρίσης το 2008-2009, με την εξαγωγή της αντίστοιχης των ΗΠΑ μέσω των τραπεζικών διασυνδέσεων της υπερατλαντικής υπερδύναμης και της πολυδιαφημισθείσας «κέλτικης τίγρης».

Ως τελευταίο συμπέρασμα ας κατατεθεί τ’ ότι, καθώς βρισκόμαστε στο κατώφλι της εξόδου από την οικονομική κρίση, οι κυρίαρχοι κύκλοι ετοιμάζονται για την διαχείριση του επόμενου κύκλου. Ο οποίος, εννοείται, θα φέρει τα γενετικά χαρακτηριστικά των σχέσεων από την γονιμοποίηση των οποίων γεννιούνται.

Τα όποια συμπεράσματα … δικά σας!

Υπάρχει και η Τοπική Αυτοδιοίκηση

454Είναι φυσικό κι επόμενο η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να επιδιώξει μεταβολές και στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το θέμα είναι αν ξέρει τι θέλει, αν έχει κάποιο σχέδιο και τι θα κάνει τελικά στην πράξη!

Λογικό μοιάζει το νέο τοπίο να προκύψει από τις βασικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αποτελεί και τον ισχυρό εταίρο στο κυβερνητικό σχήμα. Αν δεχθούμε τα όσα εξαγγέλθηκαν θα υπάρξουν κάποιες ευδιάκριτες διοικητικές μετατοπίσεις.

Η κατάργηση του «Καλλικράτη» αποτελεί πάγια άποψη του ΣΥΡΙΖΑ, από την στιγμή της εγκατάστασής του στην αυτοδιοικητική πραγματικότητα της χώρας, το 2010. Το γιατί είναι μια ιστορία που σηκώνει αρκετή κουβέντα καθώς η επίσημη δικαιολογία ότι αποτελεί μνημονιακό νόμο, προφανώς δεν πείθει ούτε και τους ίδιους!

Επίσης κατάργηση προβλέπεται και για τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, οι οποίες ασκούν ελέγχους νομιμότητας στις πράξεις πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης – ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούν να κρατούν κρίσιμες αρμοδιότητες για λογαριασμό τους.

Το γιατί επίσης δεν έχει απαντηθεί πέρα από την άκρως προσβλητική και αφελή τοποθέτηση του νέου υπουργού Εσωτερικών ότι «δεν ασκούν έλεγχο νομιμότητας αλλά σκοπιμότητας!»

Η κατάργηση των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων αποτελεί το βασικό αίτημα των Περιφερειαρχών, καθώς έτσι απελευθερώνονται από τα δεσμά του ελέγχου του κεντρικού κράτους και μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς άλλους παίκτες στο γήπεδο!

Μια ακόμα υπόσχεση είναι η καθιέρωση της απλής αναλογικής ως σταθερού εκλογικού συστήματος – δεν γνωρίζουμε αν αυτό επεκταθεί και στις εθνικές εκλογές.  ( Προσωπικά πολύ αμφιβάλλω…)

Ενώ η επιπλέον θεσμική θωράκιση των ΟΤΑ και η οικονομική τους αυτοτέλεια ακούγονται ευχάριστα αλλά έχουν ν’ αντιμετωπίσουν την σκληρή αλήθεια.

Η εγκατάσταση του «Καλλικράτη» σήμανε και την διοικητική αναδιοργάνωση του ελληνικού κράτους. Οι αιρετές νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις αποτέλεσαν παρελθόν και στην θέση τους δημιουργήθηκαν οι (επίσης αιρετοί) περιφερειακοί θεσμοί. Υποθέτουμε πως αυτή η μεταβολή δεν πρόκειται να υποστεί κάποια τροποποίηση ή αλλοίωση.

Πιο πιθανό φαντάζει να ενισχυθούν οι περιφέρειες και με τις αρμοδιότητες των καταργούμενων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων (όσες επιτρέπονται από το Σύνταγμα). Το αν ο έλεγχος νομιμότητας των ΟΤΑ επανέλθει στο υπουργείο Εσωτερικών ή αν ιδρυθεί κάποια ειδική υπηρεσία είναι διαχειριστικά ανοικτό.

Για τους δήμους ωστόσο μένει να διαπιστώσουμε αν θα τους δοθεί η δυνατότητα είσπραξης και επιβολής φόρων. Κάτι που είχε καταγγελθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ, ως μια επέκταση φορομπηχτικών πολιτικών σε τοπική κλίμακα.

Την ίδια στιγμή δεν υπάρχει οποιαδήποτε παρέμβαση του κεντρικού κράτους στο θέμα της δημιουργίας ΦΟΔΣΑ (ανώνυμων εταιρειών) από τους δήμους, για την αποκομιδή των απορριμμάτων από εργολάβους. Κάτι εξαιρετικά σημαντικό τόσο πολιτικά όσο και θεσμικά.

Είναι σαφές πως δεν υπάρχει καμία εξειδικευμένη στρατηγική για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Όμως η μεγαλύτερη δυσκολία που έχει ν’ αντιμετωπίσει η κυβέρνηση είναι η ουσιαστική ανυπαρξία πόρων. Τα μειωμένα κονδύλια του «συμφώνου εταιρικής σχέσης» (νέου ΕΣΠΑ) και η παντελής έλλειψη εθνικών πόρων καθιστούν την επιβίωση των ΟΤΑ εξαιρετικά αμφίβολης έκβασης εγχείρημα. Κάτι που συνεπάγεται την αναπτυξιακή ασφυξία τους, αφού νέα έργα θα παραπεμφθούν στις καλένδες και παλιότερα κινδυνεύουν να εμπλακούν στα γρανάζια της χρονοκαθυστέρησης και εν τέλει της απένταξης.

Ήδη η ΚΕΔΕ (κατά κύριο λόγο) αντιλαμβάνεται πως επίκεινται δραστικές περικοπές καθώς οι δήμαρχοι πλήττονται κατά μείζονα λόγο. Μιας και οι περιφέρειες, λόγω του μεγέθους και της μεγαλύτερης κοινωνικής ετερογένειας, εισπράττουν μικρότερο πολιτικό κόστος.

Έτσι κι αλλιώς η καμπάνα χτυπά για όλους….

 

Ηγεμονικός κιτρινισμός

Πριν από καιρό είχα διαβάσει το  μυθιστόρημα του Γερμανού νομπελίστα Χ. Μπέλ «η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλούμ».

Πρόκειται για μια ιστορία όπου η ομώνυμη ηρωίδα περνά μία ερωτική βραδιά μ’ έναν άνδρα που οι αρχές θεωρούν ύποπτο για τρομοκρατία. Στην επιχείρηση σύλληψής του εμπλέκεται ακουσίως και η ίδια, η οποία διαπομπεύεται μέσω χυδαιοτήτων και ψευδών ενός δημοσιογράφου – συνεργάτη των μυστικών υπηρεσιών. Όταν – τσακισμένη και αηδιασμένη- αφήνεται ελεύθερη, εκτελεί το υποκείμενο της «αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας».

Η αλληγορία του Χ. Μπέλ είναι σαφής και αφορά την εφημερίδα “Bild”.

Τα χρόνια της ένοπλης δράσης της RAF στην Γερμανία η εφημερίδα αυτή – υπό την ιδιοκτησία, τότε, του γερμανοεβραίου Α. Σπρίνγκερ – είχε αναλάβει την εκλαΐκευση της αντιτρομοκρατικής προπαγάνδας του γερμανικού κράτους και την διαφήμιση του σωφρονισμού των «λευκών κελιών».

Έστω και υπό νέα διεύθυνση η“Bild”συνεχίζει απτόητη τον δρόμο του κιτρινισμού και της διεκπεραίωσης των συμφερόντων της Γερμανίας, μ’ αιχμή το «νόμος και τάξη».

Τελευταίο υπόδειγμα προσήλωσης στα εθνικά ιδεώδη ήταν το πρωτοσέλιδο“Nein”, με τ’ οποίο ζητούσε από τους αναγνώστες να μεταλαμπαδεύσουν το μήνυμα για την μη χρηματοδότηση των «άπληστων Ελλήνων» από τους καλοκάγαθους και φιλήσυχους γερμανούς πολίτες.

Είναι σημαντικό ότι πολλοί άνθρωποι αντέδρασαν σ’ αυτή την αθλιότητα – και μέσα στην χώρα – ατμομηχανή της Ε.Ε. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα σοσιαλδημοκράτη βουλευτή, ο οποίος στηλίτευσε την “Bild” από το βήμα του κοινοβουλίου.

Άλλωστε η εν λόγω κιτρινοφυλλάδα δεν περιορίζει την ιοβόλο κριτική της στους «εξωτερικούς εχθρούς», αλλά στοχεύει εξ’ ίσου και προς τον «εσωτερικό κίνδυνο». Το κόμμα της αριστεράς «Die Linke» καθώς και η προσφάτως εκλεγείσα τοπική κυβέρνηση του κρατιδίου της Θουριγγίας αποτελούν κραυγαλέες περιπτώσεις αυτής της (επι)στρατευμένης δημοσιογραφίας.

Τα φαντάσματα του μπολσεβικισμού (αγαπημένη νεύρωση του Α. Χίτλερ) και η μετεμψύχωσή τους στην εικόνα του (αποθανόντα) Τσάβες έχουν την τιμητική τους, στην διαπαιδαγώγηση της κοινής γνώμης. Για να μην νομισθεί πως αυτά συμβαίνουν μόνο στην Εσπερία και την Κεντρική Ευρώπη καλό είναι να ρίξουμε μια ματιά και στην χώρα μας.

Όπου αφθονούν οι ελληνικές εκδοχές της“Bild”, με την ίδια διεισδυτικότητα (της ματιάς στις κλειδαρότρυπες της κρεβατοκάμαρας επωνύμων ή και ανωνύμων) αντίστοιχης φαντασίας ψευδολογίες και πλήρη απαξίωση της προσωπικής ζωής των ανθρώπων.

Στην πολιτική σφαίρα ο αγοραίος εθνικισμός και ο απροκάλυπτος φασισμός – όποιο μανδύα και αν ενδύονται – αποτελούν το σήμα κατατεθέν τέτοιων εντύπων. Συνεπώς είναι μάταιο ν’ αγανακτούν ορισμένοι για το “Nein”της“Bild”, όταν καθημερινά εγείρουν το δικό τους «όχι» στην στοιχειωδέστερη δημοσιογραφική δεοντολογία. Αυτά τα συμπτώματα, που αφορούν όλο τον κόσμο – είτε τους αλαζόνες δανειστές είτε τους ταπεινωμένους δανειζόμενους- απαιτούν μια οικουμενική αντίσταση.

 

Κίνδυνος συντριβής στις συμπληγάδες…

Τα όσα διαμείβονται με την Ελλάδα και το κρατικό της χρέος εγγράφονται σε ευρύτερους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.

Αυτή την ιστορική περίοδο υπάρχουν τρία κρατικά συγκροτήματα που συγκρούονται για την παγκόσμια κυριαρχία: οι ΗΠΑ (που ηγεμονεύουν), η ανακάμπτουσα Ρωσία και η ανατέλλουσα Κίνα. Ειδικά στον χώρο της Ευρώπης επιχειρείται η ανάδυση ενός τέταρτου, υπό την γερμανική κυριαρχία.

Οι πιθανότητες να ολοκληρωθεί αυτό το εγχείρημα είναι από πεπερασμένες έως ανύπαρκτες. Καθώς, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο και το ξήλωμα των αποικιοκρατικών δυνάμεων της «γηραιάς ηπείρου», ο χώρος της Ευρώπης αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Η κρίση της Ουκρανίας αποτελεί (μετά το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού) μια υπόμνηση του ότι ο πόλεμος «χαμηλής έντασης» συνεχίζεται.

Αυτό που συντελείται τούτη την ώρα είναι η έξοδος των ΗΠΑ από την οικονομική κρίση που τις είχε ταλανίσει.

Αυτό το γεγονός συνοδεύεται από την δυναμική επάνοδο στον ευαίσθητο χώρο της Μεσογείου και της Μ. Ανατολής.

Από την δική της πλευρά η Ρωσία, μετά την απώλεια των οικονομικών της προγεφυρωμάτων στην Κύπρο, καλοβλέπει μία συνεργασία με την Ελλάδα – ειδικά τώρα που βρίσκεται σε ψυχροπολεμικές σχέσεις με την Ε.Ε., και την Γερμανία κατά πολιτική προτεραιότητα.

Παρά τους ανοιχτούς λογαριασμούς που έχουν μεταξύ τους ΗΠΑ και Ρωσία εν τούτοις συμπίπτουν τακτικά σ’ ένα ζήτημα: ότι αμφότερες κινούνται σ’ αντίθετη κατεύθυνση με την Μέρκελ και τους συμμάχους της. Αυτή είναι άλλωστε και η διαφορά ανάμεσα στα (υπερεθνικά) κρατικά συγκροτήματα, που έχουν ωστόσο πολιτικοστρατιωτικά κέντρα, από τα εθνικά κράτη του πρόσφατου παρελθόντος. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο προσπαθεί να κινηθεί η νέα ελληνική κυβέρνηση.

Είναι προφανές πως, καθώς πλήττεται (όπως και η χώρα) από τις συνέπειες της γερμανικής λιτότητας προτιμά την συμπόρευση με την αμερικανικής κοπής ανάπτυξη. Ενώ, λόγω των προνομιακών δεσμών Ελλάδας – Ρωσίας, θα ήθελε να αξιοποιήσει  και αυτή την δυνατότητα. Πρόκειται για ένα παιχνίδι υψηλού ρίσκου, αφού η κυβέρνηση Τσίπρα είναι καταδικασμένη να χρησιμοποιηθεί από υπέρτερες (των ορίων δικού της ελέγχου) δυνάμεις.

Κινδυνεύοντας να συντριβεί στις συμπληγάδες των ανταγωνισμών.