Μετά την απομάκρυνση εκ της κάλπης…

alhueΌλο το προεκλογικό διάστημα η κοινή γνώμη βομβαρδιζόταν από μια μονότονη προπαγάνδα. Ότι οι εποχές των μνημονίων παρήλθαν ανεπιστρεπτί, νέα μέτρα δεν υπάρχουν στην ατζέντα, η τρόικα αποχωρεί οσονούπω και τα συναφή.

Ώστε το εκλογικό σώμα να δείξει υπομονή, να υπερψηφίσει τα κόμματα που «εγγυώνται την σωτηρία της χώρας» και να … ανοίξει διάπλατα τις λεωφόρους της ανάπτυξης.

Πριν καλά-καλά παρέλθει εβδομάδα από το κλείσιμο των ευρωκαλπών ο Β. Σόιμπλε ανέλαβε να δώσει τέλος στην σχετική αδολεσχία. Με την στυγνή φρασεολογία που τον χαρακτηρίζει διέλυσε τους βολικούς μύθους.

Πρώτον (είπε) η Ελλάδα θα χρειασθεί νέο πακέτο «χρηματοδοτικής βοήθειας», έστω και μικρότερο σε σχέση με τα δύο προηγηθέντα. Δεύτερον, για να γίνει βιώσιμο το χρέος ως το 2020 θα πρέπει να τηρηθεί απαρέγκλιτα η θηριώδης λιτότητα και η περιβόητη δημοσιονομική εξυγίανση. Τρίτον η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να υπακούει στις εντολές της τρόικα, οι οποίες οφείλουν να έχουν την ισχύ της εξ’ αποκαλύψεως αληθείας.

Κάτι ανάλογο προδιαγράφει και σχετική έκθεση του ΔΝΤ, πέραν των επιβραβεύσεων της οικονομικής πολιτικής που ακολουθήθηκε στην Ελλάδα.

Συνεπώς το σύνολο των εκπροσώπων των δανειστών περιγράφει μια κατάσταση στον αντίποδα των ωραιοποιήσεων της Κυβέρνησης.

Εννοείται πως η Ε.Ε. και το Δ.Ν.Τ. δεν κατελήφθησαν από κρίση κυνισμού, ούτε μας πληροφόρησαν κάτι διαφορετικό απ’ όσα ήδη γνωρίζαμε. Απλά φρόντισαν να διαλύσουν τις ψευδαισθήσεις που καλλιεργήθηκαν, τώρα που δεν υπάρχει άμεσο εκλογικό διακύβευμα.

Άφησαν τους κυβερνητικούς αξιωματούχους στην Αθήνα να λένε τα δικά τους, όλο το προηγούμενο διάστημα. Μόλις οι ευτελείς σκοπιμότητες παρήλθαν, υπενθύμισαν πως η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων αποτελεί μονόδρομο.

Έτσι, εντός του Ιουλίου, οι φλογεροί αρνητές των νέων μέτρων υποχρεούνται –με βάση τις μνημονιακές τους δεσμεύσεις – να ψηφίσουν στην βουλή περικοπές των επικουρικών συντάξεων. Για να ακολουθήσει, τον Γενάρη του 2015, επέκταση του «νέου τρόπου υπολογισμού» και στις κύριες.

Όσο για την αξιοπιστία των περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεων ποιος ασχολείται (μετά την απομάκρυνση εκ της κάλπης) με έπεα πτερόεντα;

 

 

Γερουλάνος: Παρέμβαση για την αναγκαιότητα του Σοσιαλισμού

geroulanos1Πληθαίνουν το τελευταίο διάστημα οι δημόσιες παρεμβάσεις στελεχών, νυν και πρώην, του ΠΑΣΟΚ. Μετά τη Γεννηματά, τον Σκανδαλίδη και τον Ρέππα ήταν η σειρά του Παύλου Γερουλάνου με άρθρο του στο «Επίκαιρο».

Νομίζω ότι είναι από τα πιο ενδιαφέροντα που έχω διαβάσει τελευταία και το παραθέτω ολόκληρο:

 

«Η αλήθεια είναι ότι το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα πολλές φορές απαρνήθηκε τις αρχές και τις αξίες για τις οποίες ιδρύθηκε και έτσι απομακρύνθηκε από τον κόσμο που το στήριξε. Διότι προφανώς δεν είναι σοσιαλιστική μια διακυβέρνηση που αντί να διαλύσει το βαθύ κράτος της δεξιάς δημιούργησε δίπλα του το πελατειακό κράτος των πρασινοφρουρών, ούτε είναι σοσιαλιστική μια διακυβέρνηση που παράγει πολίτες δύο και τριών ταχυτήτων με άλλα δικαιώματα και υποχρεώσεις απέναντι στο νόμο. Προφανώς, δεν είναι σοσιαλιστική μια διακυβέρνηση που ιδιωτικοποιεί μονοπώλια και προστατεύει επιχειρηματίες από τον ανταγωνισμό ούτε μια διακυβέρνηση που ανέχεται στελέχη της να χρηματίζονται και καθυστερεί να τα αποβάλει. Και προφανώς, δεν είναι σοσιαλιστική μια διακυβέρνηση που μετράει την αξία της για την κοινωνία με όρους χρηματιστηρίου και μετά νίπτει τας χείρας της όταν αυτό καταρρέει. Σίγουρα δεν είναι εύκολο να υπεραμυνθεί κανείς μιας σοσιαλιστικής διακυβέρνησης που έσκυψε το κεφάλι στους ηγέτες μιας ακραίας νεοφιλελεύθερης Ευρώπης για επίλυση λαθών στα οποία και η ίδια συνέβαλε.

Αν τους ξέρω καλά, οι επικοινωνιολόγοι της Χαριλάου Τρικούπη θεωρούν ότι η λέξη σοσιαλισμός δεν έχει θετικές αναφορές στην κοινωνία και ότι αν αλλάξουμε τον τίτλο ο κόσμος θα ξεχάσει ποιοι ευθύνονται για τα λάθη μας. Έτσι ερμηνεύουν ότι το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του.

Όμως, έχει χάσει ο σοσιαλισμός τη δυναμική του στην κοινωνία ή έχουν απομακρυνθεί οι εκφραστές του από τις αξίες που πρεσβεύει ο σοσιαλισμός; Το πρόβλημα το έχει ο σοσιαλισμός ή οι εκφραστές του;

Ας δούμε τι γίνεται στον κόσμο.

Η μεσαία τάξη (εκεί που υπάρχει ακόμα) υποχωρεί μικραίνοντας την απόστασή της από τα χαμηλότερα στρώματα και αυξάνοντας την απόστασή της από τα υψηλότερα. Η παραγωγή, η ανάπτυξη και οι θέσεις εργασίας φεύγουν από τη Δύση. Η μακροχρόνια ανεργία καλπάζει χωρίς ελπίδα ουσιαστικής αντιστροφής. Οι πλούσιοι πλουτίζουν περισσότερο και περισσότερο ανενόχλητοι από ποτέ ενώ τα μεσαία και χαμηλότερα στρώματα έχουν χάσει κάθε ελπίδα να αφήσουν στα παιδιά τους περισσότερα από ό,τι τους άφησαν οι γονείς τους.

Η «σοσιαλιστική» υποτίθεται Ευρώπη έχει παραδοθεί σε δεξιές δυνάμεις που πρεσβεύουν τον εξευρωπαϊσμό του γερμανικού οικονομικού μοντέλου χωρίς όμως να υπολογίζουν το σημείο εκκίνησης της κάθε χώρας και τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της. Οι διαφορές μεταξύ των χωρών σε ό,τι αφορά την ωρίμανση της βιομηχανίας, την παραγωγική δυνατότητα αλλά και τη λειτουργία των θεσμών τους έχει οδηγήσει και εξακολουθεί να οδηγεί πολλές χώρες στη διάλυση της μεσαίας τάξης τους. Σε καμιά χώρα αυτό δεν είναι πιο ορατό από ότι στην Ελλάδα.

Αντίθετα, στην «καπιταλιστική» Αμερική, ο Πρόεδρος Ομπάμα, αναγνωρίζοντας ότι οι συνθήκες εκεί θυμίζουν την εποχή πριν το μεγάλο κραχ, έχει αρχίσει μια ουσιαστική συζήτηση για το εγγυημένο εισόδημα και την κλιμακούμενη φορολόγηση με στόχο να μικρύνει την απόσταση της μεσαίας τάξης από την ανώτερη και να αυξήσει πάλι την κινητικότητα μεταξύ τους.

Ακόμα και στην Ασία και στις υπόλοιπες αναπτυσσόμενες χώρες αναδεικνύονται δυνάμεις που πρεσβεύουν ανοιχτά πια τη σημασία μιας πιο ισορροπημένης ανάπτυξης με σεβασμό στα ανθρώπινα και εργασιακά δικαιώματα και στην προστασία του περιβάλλοντος.

Αλλά και στο χώρο των θεωρητικών, τα πράγματα δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που οδηγείται η πολιτική πραγματικότητα του σοσιαλισμού στην Ευρώπη. Ένα από τα καλύτερα βιβλία οικονομικής θεώρησης που έχει γραφτεί τα τελευταία χρόνια (Le Capital au 21e Siecle, Thomas Piketty), που εκδόθηκε στη Γαλλία πριν από λίγους μήνες, αναδεικνύει τα προβλήματα του Καπιταλισμού με ιδιαίτερη έμφαση στην ανισότητα, στην εξαφάνιση της μεσαίας τάξης και τους οικονομικούς και κοινωνικούς κινδύνους που αυτή κρύβει. Η μόνη κριτική ενάντιά του από τις δυνάμεις της συντήρησης, είναι ότι οι λύσεις που προτείνει είναι «μαρξιστικές».

Είναι ώρα λοιπόν να πεθάνει ο σοσιαλισμός; Προφανώς όχι. Αν πρέπει να πεθάνει κάτι είναι ο σοσιαλισμός που σκύβει το κεφάλι στο ανεξέλεγκτο διεθνές κεφαλαίο.

Τα τελευταία χρόνια ο σοσιαλισμός ασπάστηκε την ελεύθερη αγορά και πρότεινε κανόνες που θα μπορούσαν να την κάνουν να λειτουργεί καλύτερα. Αποδέχθηκε ότι η ελεύθερη αγορά μπορούσε να εκφράσει καλύτερα από κάθε άλλο οικονομικό σύστημα τόσο την ανάγκη του ανθρώπου να δημιουργεί, όσο και τη δυνατότητά του να αξιολογεί την εμπορική αξία της δημιουργίας του. Δεν έμεινε όμως εκεί. Ασχολήθηκε επισταμένα με τις οικονομικές ανωμαλίες που δημιουργεί η ελεύθερη αγορά, ειδικά σε ότι αφορά την τάση για τη δημιουργία μονοπωλίων, την παραβίαση των εργασιακών σχέσεων και την καταστροφή του περιβάλλοντος και πρότεινε κανόνες για να μειώσει τις επιπτώσεις τους.

Η εξέλιξη του σοσιαλισμού με την υιοθέτηση της ελεύθερης αγοράς ήταν ότι καλύτερο του έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια διότι τον έφερε πιο κοντά στην πραγματικότητα που ζει η κοινωνία. Ειδικά σε ότι αφορά την «αποποινικοποίηση» του επιχειρηματικού κέρδους και της σημασίας που έχει για τη λειτουργία της. Όμως το έκανε αργά, δειλά και ιδιαιτέρως ενοχικά.

Το λάθος του σοσιαλισμού όμως δεν ήταν ούτε η υιοθέτηση της ελεύθερης αγοράς ούτε η καθυστέρηση αποδοχής της σημασίας της, αλλά η παραδοχή ότι ελεύθερη αγορά σημαίνει και ανεξέλεγκτη διακίνηση κεφαλαίου. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς ορίζεται από ανθρώπινες ανάγκες και από τη δυνατότητά μας να παράγουμε για να τις εξυπηρετήσουμε. Η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίου ορίζεται από την ανάγκη του ίδιου του κεφαλαίου να παράγει κέρδη και τη δική του δυνατότητα να το κάνει αψηφώντας τους κανόνες μιας ορθολογικής ελεύθερης αγοράς. Αυτό εξηγεί και τις φούσκες που το ίδιο το κεφάλαιο δημιουργεί.

Η μηδενική ανάπτυξη και η υψηλή ανεργία που βιώνει σήμερα η Δύση, οφείλεται στη δυνατότητα του κεφαλαίου να αναζητεί και να βρίσκει τρόπους πλουτισμού και φοροδιαφυγής, παράνομες στις χώρες μας, εκεί που είναι νόμιμες ή ημι-παράνομες. Αυτά δηλαδή που ελέγχουμε και απαγορεύουμε στους δημιουργούς αγαθών όπως η παραβίαση εργασιακών δικαιωμάτων, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η δημιουργία μονοπωλίων (που δικαίως απαγορεύουμε) δεν τα ελέγχουμε και δεν τα απαγορεύουμε (ούτε καν τα φορολογούμε) στους διαχειριστές κεφαλαίων. Έτσι το κεφάλαιο ακολουθεί μια δικιά του πορεία η οποία οδηγείται από τη δική του επιθυμία να μεγιστοποιεί το κέρδος λίγων επενδυτών συχνά εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.

Όταν το κεφάλαιο χειραγωγεί μια οικονομία, όπως έγινε και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, επιβάλει τους δικούς του κανόνες, υπονομεύει το κράτος, απαξιώνει τη δημοκρατία και τις εκάστοτε κυβερνήσεις και οδηγεί στην εξαφάνιση της μεσαίας τάξης.

Είναι λοιπόν ώρα να πεθάνει ο σοσιαλισμός; Σίγουρα όχι. Είναι ώρα να βάλει κανόνες στην ανεξέλεγκτη διακίνηση κεφαλαίου (όπως έκανε στην ελεύθερη αγορά) και να επαναπροσδιορίσει το ρόλο του στην κοινωνία.

Αν ο σοσιαλισμός κατάφερε ένα πράγμα στη σύντομη αλλά σημαντική ιστορία του, ήταν να αναδείξει ότι το κεφάλαιο μιας χώρας και ενός ατόμου είναι πολλά περισσότερα πράγματα από ότι τα χρήματα που κουβαλάει στην τσέπη του. Ανέδειξε πρωτίστως ότι η ευημερία και η πρόοδος δεν μπορούν να μετρηθούν μόνο από την άνοδο του χρηματιστηρίου ή την πτώση των σπρεντς, αλλά και από την άνοδο του πνευματικού και πολιτιστικού επιπέδου μιας χώρας. Αυτοί οι δείκτες έχουν σημασία για την κοινωνία, αλλά και την οικονομία διότι ορίζουν τη δυνατότητά μας να αναγνωρίζουμε και να επενδύουμε στα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα και να χαιρόμαστε τους καρπούς τους. Σίγουρα ανέδειξε ότι χωρίς το πνευματικό και πολιτιστικό κεφάλαιο, το οικονομικό κεφάλαιο γίνεται έρμαιο της δικής του πλεονεξίας και αργά ή γρήγορα σκάβει το δικό του λάκκο, με απίστευτο κόστος για την κοινωνία.

Το πολιτιστικό και πνευματικό κεφάλαιο μιας χώρας δεν απειλείται από τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, ειδικά όταν λειτουργεί με τους κανόνες που εμείς οι σοσιαλιστές επιβάλαμε. Αντίθετα, το ανεξέλεγκτο κεφάλαιο τα απαξιώνει πλήρως αφαιρώντας τον ανθρώπινο παράγοντα από τον καθορισμό της αξίας του χρήματος. Για αυτό, από την ώρα που ως σοσιαλιστές αποδεχθήκαμε το οικονομικό κεφάλαιο και τη διακίνησή του ως κορυφαίο παράγοντα άσκησης πολιτικής χωρίς κανόνες, συμβάλαμε άμεσα στην κρίση που ζούμε και στην Ελλάδα.

Για τα λάθη μας αυτά, τόσο οι σοσιαλιστές στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη έχουμε πληρώσει ακριβά. Και δεν εννοώ ότι το τίμημα ήταν να χάσουμε την εξουσία. Το τίμημα που πληρώνουμε είναι ότι οι πολίτες μας γύρισαν την πλάτη και αναζήτησαν άλλες μορφές ιδεολογικής έκφρασης. Όσοι πείστηκαν ότι ο κόσμος οδεύει σε μια επικράτηση του ανεξέλεγκτου καπιταλισμού υιοθέτησαν αυτούς που τον ξέρουν καλύτερα. Ενώ όσοι έχουν ακόμα τη διάθεση να αντισταθούν υιοθέτησαν τις δυνάμεις της Αριστεράς, όχι επειδή πιστεύουν σε αυτές, αλλά διότι δεν θέλουν να παραδώσουν τα όπλα χωρίς μάχη.

Και εμείς που παραμείναμε στον ιδεολογικό χώρο που πρεσβεύει ο σοσιαλισμός τι κάναμε;

Προσπαθούμε να κρυφτούμε πίσω από ταμπέλες όπως «προοδευτικοί», «δημοκράτες», «κεντροαριστεροί», αφήνοντας χώρο να παρερμηνευτούν οι αρχές, οι αξίες και οι ιδέες μας. Αντί να παραδεχθούμε και να διορθώσουμε τα λάθη μας, απομακρυνόμαστε από το ένα θετικό που ακόμα διατηρούμε. Την πίστη μας σε έναν κόσμο που βάζει πρώτα τον άνθρωπο.

Και τώρα λέμε ότι θέλουμε να ενώσουμε όλες τις δυνάμεις αυτού του χώρου κάτω από τον τίτλο «Ελιά» χωρίς να δεσμευόμαστε στις αρχές και στις αξίες μας, χωρίς να εκφράζουμε τις θέσεις που απορρέουν από αυτές και χωρίς να απομακρύνουμε τα πρόσωπα του παρελθόντος από καίριες θέσεις. Δεν αντιλαμβάνεται κανείς πόσο απόμακρες και απελπισμένες μοιάζουν οι ενέργειές μας στους πολίτες αυτής της κοινωνίας; Και πόσο οι ενέργειες αυτές συνδέονται με την αγωνία μας να διατηρηθούμε με νύχια και δόντια στην εξουσία;

Το ότι κάποιες φορές αποτύχαμε να συμπεριφερθούμε ως πραγματικοί σοσιαλιστές δεν σημαίνει ότι πρέπει να απαρνηθούμε τον σοσιαλισμό. Αντίθετα, είναι ώρα να επιστρέψουμε στις αρχές και στις αξίες του και να δούμε το σημερινό κόσμο μέσα από το δικό του πρίσμα. Είναι ώρα να σχεδιάσουμε τις κοινωνίες μας για τα επόμενα 10 χρόνια με κύριο γνώμονα την ενίσχυση της μεσαίας τάξης μέσα από την επένδυση στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας και των ανθρώπων της. Είναι ώρα να εξασφαλίσουμε δυνατότητες δημιουργίας για κάθε Έλληνα διασφαλίζοντας πρόσβαση σε πόρους και υπηρεσίες αποδομώντας το γραφειοκρατικό, τραπεζικό και επιχειρηματικό κατεστημένο που τα εγκλωβίζει. Είναι ώρα να αλλάξουμε τις λειτουργίες των θεσμών και του κοινωνικού κράτους ώστε να υπηρετούν την ισονομία και να εξασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες. Και έχει γίνει επιτακτικό, ειδικά στη σημερινή συγκυρία, να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια του πατριωτισμού με άξονα την κοινωνία μας και να μην τον αφήσουμε στα χέρια εθνικιστικών και εθνικοφρόνων δυνάμεων. Αυτές είναι σοσιαλιστικές προτεραιότητες.

Η φορολόγηση της παγκόσμιας διακίνησης κεφαλαίου, ο έλεγχος του κρατικού δανεισμού, ακόμα και οι δασμοί που θα εξασφαλίζουν τη σωστή και δίκαιη λειτουργία της αγοράς είναι επίσης σοβαρά εργαλεία του σοσιαλισμού που μπορούμε να βγάλουμε από τη λήθη της ιστορίας και να τα χρησιμοποιήσουμε σωστά διδασκόμενοι από τα λάθη που έχουμε κάνει με αυτά στο παρελθόν. Το ίδιο ισχύει για τη φορολόγηση του πλούτου και της κληρονομιάς. Με τέτοια εργαλεία στα χέρια μας μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα Ελληνικό σχέδιο που θα βασίζεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας ώστε να επαναφέρουμε στην Ελλάδα μια υγιή μεσαία τάξη. Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο σήμερα. Αλλά αυτός ο δρόμος θέλει ουσιαστική πολιτική δουλειά και όχι επιφανειακά επικοινωνιακά τεχνάσματα.

Αντί λοιπόν να ψάχνουμε τρόπους να απαρνηθούμε το σοσιαλισμό και να τον βγάλουμε από τον τίτλο της παράταξής μας, θα πρέπει να βρούμε τρόπους να τον επαναφέρουμε στις πολιτικές μας προτάσεις και να εξηγήσουμε στους πολίτες ποιοι και πως θα υλοποιήσουν αυτές τις προτάσεις σωστά τώρα. Αντί να προσποιούμαστε λοιπόν ότι ο σοσιαλισμός πέθανε, είναι ώρα να θυμίσουμε στην κοινωνία γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτόν

 

 

Παραίτηση ή μη … αρχειοθέτηση έτσι κι αλλιώς!

kouvelisΗ απόφαση του Φ. Κουβέλη να παραιτηθεί από την ηγεσία της ΔΗΜ.ΑΡ και ότι ακολούθησε, όπως κι αν αναγνωσθεί μια πρακτική συνέπεια ομολογεί:

 Ότι οι τίτλοι τέλους για το συγκεκριμένο κόμμα είναι θέμα χρόνου και μόνο.

Η ίδρυσή του στα 2010, με την αποκοπή βουλευτών από την κοίτη του τότε ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, στόχευε στο να συμβάλλει στην δημιουργία κυβερνήσεων της κεντροαριστεράς.

Στις διπλές εκλογές του 2012 υποδέχθηκε ένα μέρος στελεχών και ψηφοφόρων του αποσυντιθέμενου ΠΑΣΟΚ. Παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις του Φ. Κουβέλη πως η πολιτική πυξίδα της ΔΗΜ.ΑΡ συμπυκνώνεται στο «ούτε ΝΔ, ούτε ΠΑΣΟΚ», συγκυβέρνησε με αμφότερους.

Στενός συνεργάτης του Λ. Κύρκου από την δεύτερη εκδοχή της ανανεωτικής αριστεράς μετά το ΚΚΕεσ –την ΕΑΡ – επιχείρησε να αντιγράψει τις τακτικές του πολιτικού του μέντορα. Άλλωστε υπήρξε υπουργός στην κυβέρνηση Τζανεττάκη το 1989, κατά την εφήμερη συγκατοίκηση δεξιάς-αριστεράς.

Η στήριξη της ΔΗΜ.ΑΡ από ισχυρά επιχειρηματικά και μιντιακά συγκροτήματα, το διάστημα που στήριζε την κυβέρνηση Σαμαρά, είχε προφανείς σκοπιμότητες. Τη νομιμοποίηση ενός τοποτηρητή των μνημονιακών υποχρεώσεων και την έγκριση των «πακέτων βοήθειας».

Η ΔΗΜ.ΑΡ, σε μια αποθέωση πολιτικής διπλότητας, επέλεξε την λογική ακροβασία του «καταψηφίζουμε τα μνημόνια, στηρίζουμε την κυβέρνηση που τα νομοθετεί». Ταυτόχρονα ένα ευρύ κομματικό δυναμικό απολάμβανε τη μέθη της κρατικής διαχείρισης, σε κάθε δυνατό επίπεδο. Όταν, με αφορμή την «κρίση της ΕΡΤ» ο Φ. Κουβέλης ήρε την στήριξη στην συγκυβέρνηση ουσιαστικά υποθήκευσε τις πολιτικές του προοπτικές. Η ΔΗΜ.ΑΡ υπήρξε, εξ’ υπαρχής, ο αριστερός μπαλαντέρ σε μια σημαδεμένη τράπουλα.

Η αντιπολιτευτική ηθοποιία μόνο καγχασμό μπορεί να προκαλέσει, όταν η πλειονότητα των φυγόκεντρων τάσεων λαχταρούσε κυβερνητικά μεγαλεία. Η ετυμηγορία της κάλπης των ευρωεκλογών έβαλε την ταφόπλακα στο συγκεκριμένο εγχείρημα.

Πλάνητες και ανέστιοι βουλευτές της αναζητούν στέγη μεταξύ «Ελιάς», ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και πέριξ της ΝΔ.

Μαζί με την ΔΗΜ.ΑΡ τελειώνει και η ελληνική εκδοχή της ανανεωτικής αριστεράς, η οποία ουδέποτε ξεπέρασε μια αταβιστική έλξη προς την δεξιά.

 

Η «νέα» Ευρώπη…

det_lepen siteΤο εξαγόμενο της κάλπης στις ευρωεκλογές επιβεβαίωσε –ίσως υπερακόντισε κιόλας– τις δυσοίωνες προβλέψεις. Ένας γαλαξίας εθνικιστικών, ρατσιστικών, φασιστικών κομμάτων μεσουρανεί στην γηραιά ήπειρο.

Σε δύο πάλαι ποτέ αυτοκρατορίες κατέκτησαν την πρωτιά.

Στην Γαλλία το «Εθνικό Μέτωπο» της Μ. Λεπέν εκτινάχθηκε στο 25%, με κεντρικό σύνθημα «η Γαλλία στους Γάλλους». Λίγες μέρες πριν τις εκλογές ο πατέρας της σύγχρονης εκδοχής  της Ζαν Ντ’Αρκ ευχήθηκε να δώσει λύση στο μεταναστευτικό η διάδοση του ιού Έμπολα. Άλλωστε οι οικογενειακές αξίες εμπεδώθηκαν όταν ο ίδιος, ο Ζαν-Μαρί Λεπέν, της κληροδότησε το κόμμα –που ίδρυσε στις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Στη Μ. Βρετανία ο Ντ. Φάρατζ εξέφρασε το ρεύμα σωβινιστικής αναδίπλωσης της χώρας απέναντι στην Ε.Ε. και έθεσε ως κύριο πολιτικό του καθήκον την προστασία του βρετανικού λέοντα «από τις ορδές των μεταναστών». Αυτά σε μια χώρα που αποτέλεσε το διοικητικό κέντρο μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας επί αιώνες και διατηρεί (μέσω της κοινοπολιτείας) αναμνηστικά εκείνων των περιόδων.

Ταυτόχρονα και με βάση τοπικές και εθνικές ιδιομορφίες αναδύθηκε ένα αμάλγαμα τέτοιων δυνάμεων σ’ ένα μεγάλο τμήμα της ευρωζώνης.

Το αν πρώτευσαν τα φυλετικά ή τα εθνικά κριτήρια έχει να κάνει με τις περιστάσεις.

Εκείνο που αποτελεί κοινό παρονομαστή σε όλο αυτό το πολιτικό μελάνωμα είναι το μίσος απέναντι στους άλλους (πρόσωπα και κρατικές οντότητες) και η προτεραιότητα των «πεπρωμένων» της χώρας απέναντι στο οικοδόμημα της Ε.Ε. Η έμφαση στον απολυταρχικό χαρακτήρα του ευρωενωσιακού αρχιτεκτονήματος και η καταγγελία της τυραννίας των αγορών συνοδεύεται από την αναπόληση μυθοποιημένων εποχών.

Όπου τα εθνικά κράτη και οι κυριαρχίες (των ισχυρών, εξ’ ού και ο εντοπισμός σε Γαλλία και Βρετανία) συνοδεύονταν από νομισματική αυτοδυναμία και κοινωνική πειθαρχία. Έτσι εξηγείται και τ’ ότι στην Γερμανία, η οποία επωφελείται από την διάρθρωση της Ε.Ε. και το ευρώ, τέτοια φαινόμενα παραμένουν περιθωριακά.

Η οικονομική κρίση και η ανεργία –με τους τεκτονικούς σεισμούς που προκάλεσαν– έφεραν στην επιφάνεια εξοστρακισμένες μνήμες και έγκλειστα δαιμόνια. Η Ευρώπη είναι υποχρεωμένη, πια, να αντιμετωπίσει τον εαυτό της..