Χρήματα δεν υπάρχουν όχι χρόνος για αγορές!

Εν τέλει η βούληση της τρόικα γίνεται (και εδώ) νόμος και το υπουργείο ανάπτυξης σπεύδει να υλοποιήσει τις αξιώσεις των ιδιοκτητών πολυκαταστημάτων.

Με νομοσχέδιο – που επωαζόταν εδώ και καιρό- τα καταστήματα κάτω των διακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων θα μπορούν να μένουν ανοιχτά όλες τις Κυριακές του χρόνου.

Αντίστοιχα τα πολυκαταστήματα δικαιούνται να πράττουν το ίδιο για δέκα Κυριακές κατ’ έτος. Είναι σαφές πως η αύξηση του εργάσιμου χρόνου εξαρθρώνει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αδυνατούν ν’ ανταπεξέλθουν σ’ αυτόν τον αδυσώπητο ανταγωνισμό με τα μεγαθήρια.

Τώρα αν όλα αυτά συμβάλλουν στην αναθέρμανση της αγοράς, μάλλον η απάντηση είναι γνωστή και κατανοητή από όλους.

Το πρόβλημα δεν είναι ο χρόνος που διαθέτουν οι καταναλωτές προκειμένου να ψωνίσουν, αλλά η έλλειψη χρημάτων. Αυτό δεν διορθώνεται ούτε με το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές ούτε με τίποτα άλλο. Γιατί αυτό είναι το ουσιαστικό, μόνιμο και αναμφισβήτητο αποτέλεσμα των σκληρών πολιτικών που εφαρμόζονται εδώ και τρία χρόνια στη χώρα.

Όταν η καθημερινή επιβίωση για εκατομμύρια συμπολίτες μας είναι ένας αγώνας διαρκείας, όταν 1.500.000 εκατομμύριο άνεργοι δεν έχουν τα βασικά προς το ζειν, όταν οι μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαγωνίζονται σε αγώνες λουκέτων και όταν η αγορά είναι κυριολεκτικά νεκρή, η ψευδαίσθηση της ύπαρξης ικανού χρόνου για αγορές είναι προκλητική !

Όσο για τους εργαζόμενους η ζωή τους γίνεται μπαλάκι και τα δικαιώματά τους έρμαια στις βουλήσεις των εργοδοτών.

Η ελαστικοποίηση ωραρίων και εργασιακών σχέσεων πάνε χέρι- χέρι, για όσους δεν το είχαν κατανοήσει εγκαίρως.

Έχει πάντως ενδιαφέρον να δούμε αν οι αρχικές αντιρρήσεις ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ θα διατηρηθούν μέχρι τέλους…

Advertisements

Με την κοινωνία τι γίνεται;

Ήδη η κυβερνητική προσπάθεια επικεντρώνεται στο να φιλοτεχνήσει ένα εξιδανικευμένο προφίλ της επόμενης (μετά την συμφωνία με την τρόικα) μέρας. Περισπούδαστοι υπουργοί και πρόθυμοι αναλυτές άρχισαν να βλέπουν φως στο τούνελ και να τοποθετούν στο 2014 την έλευση της οικονομικής ανάκαμψης.

Αφού οι άνθρωποι δυσκολεύονται να βρουν «τον άρτον τον επιούσιον» καλό είναι να τρέφονται με προσδοκίες καιρών «που το μέλλον θα φέρει».

Εν πάση περιπτώσει επιχειρείται να θεμελιωθεί κάποια προσδοκία που να δώσει τις απαραίτητες ανάσες στην κυβέρνηση.

Ένα πρώτο στοιχείο που γνωρίζει πιένες είναι πως ο προϋπολογισμός της χώρας συνεχίζει να παράγει πρωτογενές πλεόνασμα.

Ουδείς είναι οπαδός της συσσώρευσης δημόσιου χρέους (πλην των γερακιών του παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού τομέα που κερδοσκοπούν μέσω αγοραπωλησιών χρεογράφων) αλλά εδώ υπάρχει μια ερώτηση. Ποιο είναι το κοινωνικό κόστος αυτής της εξέλιξης;

Πράγματι όταν περικοπεί κάθε δημόσια δαπάνη –για παιδεία, υγεία, αναπτυξιακά έργα- είναι φυσικό να δημιουργούνται πλεονάσματα στον προϋπολογισμό. Το θέμα είναι τι γίνεται με τους ανθρώπους και τις στοιχειώδεις ανάγκες τους στην κοινωνική παραγωγή κι αναπαραγωγή. Η απάντηση είναι γνωστή: ο ωκεανός της ανεργίας, οι μειώσεις μισθών και συντάξεων, οι διαλυμένες κοινωνικές υπηρεσίες. Κοντολογίς η εγκατάλειψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων της χώρας στις δυνάμεις της αγοράς και στις μοιραίες συνέπειες της πλήρους κυριαρχίας τους.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την πολύφερνη ανάπτυξη. Επιχειρείται ν’ αποκτήσει μαγικές δυνατότητες, κάτι σαν ν’ ανθίζει ξανά ο παραγωγικός κήπος της χώρας. Δηλαδή θ’ ανοίξουν δουλειές, θα πέσει η ανεργία και θ’ αρχίσουν ν’ ανεβαίνουν τα μεροκάματα. Μόνο που μια τέτοια ιδεολογική πλάνη ίσως αποδειχθεί «χείρων της πρώτης».

Το επενδυτικό μοντέλο που προκρίνεται για την Ελλάδα είναι εκείνο της εγκατάστασης «τοξικών επιχειρήσεων» (τύπου εξόρυξης χρυσού), τ’ οποίο θα εκμεταλλεύεται τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» της χώρας. Ανάμεσα στα οποία η ύπαρξη πάμφθηνης εργατικής ικανότητας, έλλειψης νομοθετικής προστασίας όσων απασχολούνται και σχέσεις εργασίας που θυμίζουν την γειτονική Βουλγαρία ή την μακρινή Κίνα.

Η τιμαριοποίηση της χώρας με την πώληση φιλέτων γης, νησιών και λοιπών πλουτοπαραγωγικών πόρων σ’ επιτήδειους ολιγάρχες (εγχώριους ή ξένους) είναι η μόνη βεβαιότητα, εφ’ όσον ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός του Δ.Ν.Τ., της Ε.Ε. και των ντόπιων θαυμαστών αυτού του αναπτυξιακού μοντέλου.

Συνεπώς τα όσα διαλαλούν οι πολυποίκιλοι πλασιέ των μνημονιακών θεραπειών αποτελούν είτε προϊόντα ταξικής σκοπιμότητας είτε μυθεύματα που προκύπτουν από πολιτική αυθυποβολή.

Η πορεία προς την ανάπτυξη (δηλαδή τον θρίαμβο των δεικτών επί της ουσίας των πραγμάτων) θα δείξει των λόγων το αληθές..