Ο Ανδρέας που γνώρισα

andreas«Πολλές φορές σκέφθηκα να γράψω τη βιογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου. Ποτέ δεν το τόλμησα. Ευτυχώς.

Όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να σηκωθώ λίγο παραπάνω για να δω ολόκληρο τον όγκο ενός πολιτικού που προκάλεσε τα πιο αντιφατικά και αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα σε θαυμαστές και αντιπάλους…».

Η «εξομολόγηση» ανήκει στον ακατάβλητο δημοσιογράφο και πολιτικό Γιάννη Καψή, o οποίος ταράζει πάλι λιμνάζοντα νερά της πρόσφατης ιστορίας μας με το νέο βιβλίο του «Κουβεντιάζοντας με τον Ανδρέα. Ρητά και… απόρρητα» (εκδόσεις Λιβάνη). Όπως διευκρινίζει ο ίδιος, δεν πρόκειται για βιογραφία. Θα μπορούσε να έχει τον τίτλο «Ο Ανδρέας που γνώρισα» σε καλές και δύσκολες στιγμές, σε απλές ανθρώπινες συζητήσεις.

«Ο Ανδρέας που νιώθω -όπως και τόσοι πολλοί- να λείπει περισσότερο και από εκείνο το σκοτεινό ξημέρωμα όταν μου τηλεφώνησαν «τρέχα… ο πρόεδρος…». Ήταν 23 Ιουνίου 1996, όταν έφευγε από τη ζωή.

Η… δολοφονία του

Με τον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα Μόντι Στερνς.

Δεν είναι λοιπόν βιογραφία του πιο «σημαντικού ηγέτη της μεταπολίτευσης», αφού «από τους πρόποδες όλα τα βουνά μοιάζουν με λόφους. Πρέπει να απομακρυνθείς πολύ για να δεις την κορυφή του», όπως σημειώνει.

Είναι, όμως, «μια μικρή προσφορά στον ιστορικό του μέλλοντος, που θα μπορέσει να γράψει ποια θα ήταν σήμερα η Ελλάδα αν δεν τον είχαν… «δολοφονήσει» – μια λέξη που θα μπορούσε να γραφτεί και χωρίς εισαγωγικά αν θυμηθεί κανείς τα γεμάτα έκπληξη λόγια του Γιακούμπ στον Δ. Κρεμαστινό: «… ούτε η υγεία ενός χοιροβοσκού της Σκωτίας δεν είναι σε αυτή την κατάσταση, όχι ενός πρωθυπουργού… ».

Το πολιτικό βάρος της μαρτυρίας και των «καταθέσεων» του Γ. Καψή δεν βρίσκεται τόσο στον κύριο τίτλο, όσο στον υπότιτλο του βιβλίου.

Στα ρητά και απόρρητα. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν όσα μπορούσαν να λεχθούν κατά το παρελθόν, αλλά και πολλά απόρρητα τότε, που σήμερα μπορούν να γραφτούν. Αν και υπάρχουν αρκετά απόρρητα ακόμη «ώστε ο ιστορικός του μέλλοντος να μπορεί να φτάσει κοντά στην αλήθεια».

Θα μπορούσε να προστεθεί στην επισήμανση αυτή του συγγραφέα ότι υπάρχουν κι ορισμένα στο βιβλίο, που κινούνται μεταξύ ρητών και… απορρήτων. Όπως, για παράδειγμα, δύο εισαγωγικά ερωτηματικά:

«Διαφέρει άραγε πολύ η τύχη του από την τύχη δύο άλλων κορυφαίων προσωπικοτήτων του κινήματος των αδεσμεύτων, που είχε πρωτοστατήσει: του Ούλαφ Πάλμε και της Ιντιρα Γκάντι; Και οι δύο δολοφονήθηκαν κάτω από ανεξιχνίαστες συνθήκες. Έχουμε μάθει πώς και γιατί κατέρρευσε η υγεία του Ανδρέα;».

Το «Έθνος της Κυριακής» παραθέτει ορισμένες «από τις ματιές» του Γ. Καψή στα παρασκήνια μιας περιόδου, που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στην ιστορία του τόπου μας. Εκτείνονται από την περίοδο της επίσκεψής του στις ΗΠΑ το 1963, όταν ο συγγραφέας παρακολουθεί τον Ανδρέα ως αρχισυντάκτης του «Έθνους», καλύπτουν γεγονότα κατά τις θητείες του στο υπουργείο Εξωτερικών (υφυπουργός και αναπληρωτής υπουργός) και φτάνουν ως τις τελευταίες μέρες του Α. Παπανδρέου.

Καραμανλής προς Ετσεβίτ για «Αττίλα 2»

Τέλος πάντων… ας τα ξεχάσουμε αυτά

Ο Γιάννης Καψής μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές αναλαμβάνει το 1982 «να φτιάξει τον φάκελο της Κύπρου», όπως ήταν η δέσμευση του Α. Παπανδρέου. Στην εξιστόρηση αυτή αποκαλύπτει μια απόρρητη, ως τώρα, πτυχή.

– Γιάννη… την Τρίτη πρέπει να καταθέσουνε τον Φάκελο της Κύπρου. Έχω δεσμευθεί ενώπιον της Βουλής.

– Τον έχει αναλάβει η Άμυνα.

– Δεν έχουν κάνει τίποτα… Το ξέχασαν…

– …

– Πρέπει να τον φτιάξεις εσύ, με βάση το αρχείο του ΥΠΕΞ.

Δεν άργησα πολύ να συνέλθω… πέντε – δέκα λεπτά, δυο καφέδες και τσιγάρα – δεν τα μετρούσα. Ο υπουργός ήταν αδύνατον να τα βγάλει πέρα… Ο δημοσιογράφος…;

Μόλις συνήλθα άρχισε η κινητοποίηση. Όλοι οι φάκελοι του τμήματος Κύπρου μεταφέρθηκαν με τη βοήθεια κλητήρων, ανθρώπων του γραφείου μου, νεαρών διπλωματών και παντός δυναμένου να φέρει… φακέλους, στο γραφείο μου.

Στοιβάχθηκαν γύρω γύρω στους τοίχους του γραφείου μου φθάνοντας μέχρι το ταβάνι. Η θέα τους προκαλούσε δέος. Η… περιοχή εκηρύχθη απηγορευμένη ζώνη. Και με τη βοήθεια δύο νεαρών -τότε- διπλωματικών, άρχισε το ξεφύλλισμα. Κάθε έγγραφο που είχε κάποια σημασία έβγαινε φωτοτυπία και φακελωνότανε.

Δουλεύαμε πυρετωδώς.

Η δημοσιογραφική προπαίδεια, η ικανότητα να διαβάζω διαγωνίως, απεδείχθη πολύτιμη. Τα έγγραφα περνούσαν με την ταχύτητα φαξ. Σ’ ένα μόνον στάθηκα και το διάβασα με απόλαυση: το memo του αρχηγού της ελληνικής αντιπροσωπείας Τζούνη για τη συνάντηση Καραμανλή – Ετσεβίτ που κατέληξε στη Συμφωνία της Βέρνης.

Διάβασα: Καραμανλής προς Ετσεβίτ (εισερχόμενος στην αίθουσα): Κύριε Πρωθυπουργέ… πρέπει να ξέρετε ότι με λυπήσατε βαθύτατα με τον «Αττίλα 2»…

Ετσεβίτ: Μα δεν ήταν δυνατόν από στρατιωτική άποψη…

Καραμανλής: Τέλος πάντων… ας τα ξεχάσουμε αυτά…

Θα μπορούσε να θαυμάσει κανείς τη λεπτότητα της έκφρασης που θα τη ζήλευε και κυρία της αθηναϊκής αριστοκρατίας δικαιολογουμένη για την καθυστέρησή της σε απογευματινόν τέιον – κομπλέ! Και αυτά για τον «Αττίλα 2» που στοίχισε εκατοντάδες νεκρούς, χιλιάδες τραυματίες και απερίγραπτη καταστροφή παγιώνοντας την κατοχή της Β. Κύπρου…

«Ας τα ξεχάσουμε αυτά…».

Έβαλα το memo στον φάκελο του κυπριακού και ελπίζω να βρίσκεται ακόμη εκεί. Αν και… δεν έχει σημασία.

Την προκαθορισμένη ημερομηνία 6 ογκώδη ντοσιέ -ο Φάκελος της Κύπρου- κατετέθησαν στο προεδρείο της Βουλής. Θα πρέπει να έχουν πνιγεί στη σκόνη. Κανείς δεν τους έριξε, ποτέ, ούτε μια ματιά… Αλλά υπάρχουν.

andreas 2Αντιμέτωπος με το ΝΑΤΟ

«Βρυξέλλες, Δεκέμβριος 1982. Συμβούλιο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου έχει ξεσηκώσει θύελλα με την περίφημη δήλωσή του ότι η Ελλάδα διαφωνεί με την πυρηνική πολιτική του ΝΑΤΟ και δεν θα δεχθεί την εγκατάσταση πυρηνικών όπλων στο έδαφός της. Χαμός. Πανικός. Πανζουρλισμός. Στην αίθουσα όπου θα έδινε την καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου επικρατούσε το αδιαχώρητο. Ίδρωνε ο Μαρούδας για να επιβάλει κάποια τάξη.

Ερώτηση 1η (BBC): Κύριε πρωθυπουργέ, πώς και γιατί οδηγηθήκατε στην απόφασή σας να διαφωνήσετε με την πυρηνική πολιτική του ΝΑΤΟ κ.λπ.

Παπανδρέου: Πήρα την απόφασή μου αυτή όταν διάβασα τη συνέντευξη του Μπρέζνιεφ στον φίλο μου, τότε διευθυντή των ΝΕΩΝ και νυν υφυπουργό των Εξωτερικών, που βλέπετε δίπλα μου, τον κ. Καψή. Ο Μπρέζνιεφ δήλωσε ότι η χώρα του δεν θα προχωρήσει σε πυρηνικά αντίποινα εναντίον χωρών που δεν έχουν πυρηνικά στο έδαφός τους… κ.λπ. Καινούρια φλας, καινούρια οχλαγωγή. Λαχτάρισα. Όταν είδα τρεις κοντοκουρεμένους να βγαίνουν βιαστικά τρόμαξα. Θυμήθηκα τον Μένιο.

– Γιάννη…

– Ναι Μένιο μου…

– Πήρα ένα σημείωμα από την ΚΥΠ (ήταν υπουργός Προεδρίας) που αναφέρει ότι έχεις σχέσεις με τον ανταποκριτή του Νόβοστυ που είναι και πράκτορας της NKVD.

– Και τη σημαίνει ότι είμαι… κατάσκοπος;

– Τους απάντησα ότι είχες σχέσεις σαν δημοσιογράφος. Αλλά τώρα πρόσεχε…».

«Έβλεπε το τέλος να πλησιάζει και στη σκέψη του ήταν μόνο η Ελλάδα»

ΙΟΥΝΙΟΣ 1963 – ΗΠΑ

«Χτυπήσατε λάθος πόρτα»

«Σε θέλω… Αλλά να μην το μάθει ο Πρόεδρος. Παραξενεύτηκα. Και από τον τόνο και από τη… μυστικοπάθεια… Είχε συνοδεύσει τον πατέρα του στην περίφημη επίσκεψή του στην Αμερική. Ήταν μια μεγάλη επιτυχία του Γέρου, ο οποίος επέστρεψε πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας. Απελάμβανε τον Ρωμαϊκό θρίαμβό του.

Ήταν 24 Ιουνίου 1963. Υπήρχε όμως και μια… μικρή λεπτομέρεια. Το ταξίδι της επιστροφής περνούσε αναγκαστικά από τη Νέα Υόρκη και η ΑΧΕΠΑ, η μεγάλη, τότε, οργάνωση των Ελληνο-αμερικανών, έδωσε ένα μεγάλο γεύμα προς τιμήν του Έλληνα πρωθυπουργού. Προσκεκλημένοι περισσότερα από 1.000 άτομα, μεταξύ των οποίων και πολλοί Αμερικανοί κόγκρεσμεν που διεκδικούσαν την οικονομική και πολιτική στήριξη της ΑΧΕΠΑ.

Σ’ εκείνο το γεύμα, και πριν ακόμη καθίσουν στο τραπέζι, τρεις εξέχοντες ομογενείς ξεμονάχιασαν τον Ανδρέα και του μίλησαν με ανατριχιαστική κυνικότητα. Ήταν ο μόνος που μπορούσε να πείσει τον πατέρα του να διαπραγματευθεί με τον Ινονού. Απλώς να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι.

Μέχρις εδώ θα ήταν μια θεμιτή πολιτική ενέργεια. Η συνέχεια ήταν εξοργιστική:

«Θα είναι προς το συμφέρον όλων μας, του είπαν, και ιδιαίτερα το δικό σας. Είσθε νέος πολιτικός και θα σας άξιζε κάθε βοήθεια για να εκπληρώσετε τις φιλοδοξίες σας… Αυτή τη βοήθεια θα την έχετε αν…».

Με λίγα λόγια: του ζητούσαν, κυνικότατα, να αλλάξει την πολιτική του πατέρα του με αντίτιμο την αμερικανική υποστήριξη στην πολιτική του καριέρα.

– Χτυπήσατε λάθος πόρτα κύριοι…, τους διέκοψε ο Ανδρέας και σηκώθηκε.

– Θα μας χρειασθείτε… μπορούμε να σας φανούμε πολύ χρήσιμοι…

– Ένας πολιτικός πρέπει να χρειάζεται μόνον την εμπιστοσύνη του Λαού του. Διαφορετικά…».

ΜΑΡΤΙΟΣ 1987

Δραματικές στιγμές

«Καστρί. Ωρα 8.30 (27 Μαρτίου 1987): Από τις πρωινές εφημερίδες είχαμε πληροφορηθεί τα σχέδια του Πίρι Ρέις για τη διεξαγωγή ερευνών στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Το μικρό ΚΥΣΕΑ, όπως το αποκαλούσαμε, συνεκλήθη εσπευσμένα: Ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, ο Α/ΓΕΕΘΑ πτέραρχος Ν. Κουρής και ο γράφων. Ο Κ. Παπούλιας έλειπε στη Γερμανία και θα επέστρεφε σε λίγες ώρες.

Α.Π.: Γιάννη, ποια είναι η γνώμη σου;

Γ. Κ.: Αν οι Τούρκοι αγγίξουν την υφαλοκρηπίδα μας θα πρέπει η κυβέρνηση να παραιτηθεί αμέσως…

Α.Π.: Εσύ Γιάννη;

Γ. Κ.: Συμφωνώ με τον Γιάννη.

Α.Π.: Τι κάνουμε σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αρχηγέ;

Α/ΓΕΕΘΑ: Εφαρμόζουμε τους κανόνες εμπλοκής. Τρεις προειδοποιητικές βολές και μετά κατάληψη του σκάφους.

Α.Π.: Σύμφωνοι. Προχωρήστε.

Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να προκαλέσει τίποτα λιγότερο από θαυμασμό. Ο ισχυρός ηγέτης που ήταν έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει την επερχόμενη θύελλα.

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1988

Η άγνωστη υποχώρηση της Άγκυρας

Ο Γ. Καψής παραθέτει ένα άκρως απόρρητο (20/12/1988) έγγραφο προς τον πρωθυπουργό Α. Παπανδρέου.

Τον πληροφορεί για την επίσκεψή του με την ιδιότητα του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών στην Κωνσταντινούπολη:

…. Αμέσως μετά το περιβόητο γεύμα προς τιμήν της αντιπροσωπείας μας (5-9-88) είχα τον εξής διάλογο με τον Γιλμάζ:

Κ. Ήσουν απαράδεκτος… Θα προκαλέσεις προβλήματα… δεν είναι σωστό να μας φέρνεις σε δύσκολη θέση στη διάρκεια ενός γεύματος.

Γ. Το ξέρω… αλλά, αν νομίζετε ότι θα πάρετε όλη την Κύπρο και θα κάνετε Ένωση, ξεχάστε το…

Κ. Το μόνο που θέλουμε είναι μια τίμια και βιώσιμη λύση… Αν θέλουμε βελτίωση των σχέσεων πρέπει να συζητήσουμε το ενδεχόμενο συνυποσχετικού για την υφαλοκρηπίδα.

Γ. Να μιλήσουμε για όλα τα θέματα του Αιγαίου και ιδιαίτερα το θέμα των χωρικών υδάτων.

Κ. Μα μιλάς σοβαρά; Να διαπραγματευθούμε ένα κυριαρχικό δικαίωμα της χώρας μας;… Κι αν το αποτολμούσαμε η κυβέρνηση θα έπεφτε την επόμενη ημέρα.

Γ. Και τι θέλετε να κάνετε; Να τα επεκτείνετε στα 10 μίλια; Και να κλείσετε το Αιγαίο;

K. Δεν ξέρεις τι λες… Το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει «διεθνείς διαδρόμους» για να μην κλείνονται οι παράκτιες χώρες.

Στο σημείο αυτό ο Γιλμάζ αναπήδησε, κυριολεκτικά, στο κάθισμά του. Αγνοούσε αυτήν την ουσιώδη λεπτομέρεια. Κι όταν συνήλθε…

Γ. Δηλαδή… θα μπορούσαμε να διαπραγματευθούμε πάνω σ’ αυτή τη βάση;

Κ. Ξέχασε τη λέξη «διαπραγμάτευση». Δεν είναι δυνατόν να διαπραγματευθούμε κυριαρχικά δικαιώματα μας… Κάποια φόρμουλα θα ήταν να δηλώσουμε ότι «όταν η Ελλάδα ασκήσει το κυριαρχικό δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια, τότε θα έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους χρήστες του Αιγαίου για τον καθορισμό, βάσει του Δικαίου της Θάλασσας, «διεθνών διαδρόμων».

Τρεις μέρες αργότερα

Γ. Συζήτησα επί μιάμιση ώρα με τον Οζάλ και συμφωνεί απόλυτα μαζί σου. Η πρότασή σου θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα «dramatic breakthrough» για τους πρωθυπουργούς μας όταν συναντηθούν…

Κ. Δεν πρόκειται για πρόταση… Μια απλή σκέψη της στιγμής, προσωπική, δική μου. Την εξωτερική πολιτική την καθορίζει ο πρωθυπουργός. Γι’ αυτό λησμόνησε το μέχρι να επιστρέψει από το Λονδίνο και συναντηθώ μαζί του.

Εδώ Χέρφιλντ

– Καλημέρα πρόεδρε. Πώς είσαι;

– Πολύ καλά Γιάννη μου…, ελπίζω να γυρίσω σύντομα.

– Σου έχω μια ευχάριστη έκπληξη. Μια πρόταση του Γιλμάζ που ο ίδιος τη χαρακτήρισε «major breakthrough» στις σχέσεις μας. Είναι έτοιμοι να κάνουνε πίσω.

– Γιατί δεν έρχεσαι εδώ να τα πούμε;

Έριξα μια ματιά στις εφημερίδες. Οι ημέρες του Χέρφιλντ είχαν προκαλέσει ένα αέναο πήγαινε – έλα υπουργών και «ιστορικών στελεχών». Δεν πήγαιναν να δουν τον Ανδρέα, αλλά να τους δουν, οι δημοσιογράφοι και τα τηλεοπτικά συνεργεία, ότι… τους δέχθηκε ο Ανδρέας. Εκείνη την ημέρα, μάλιστα, οι εφημερίδες δημοσίευαν τη δήλωση συμπαθέστατου υπουργού, γιατρού κατά το επάγγελμα, ο οποίος είπε: όψις καλή, θρέψις καλή, διούρηση καλή…

Πλάκααα οι εφημερίδες.

– Πρόεδρε… να μη σε ενοχλώ. Όταν γυρίσεις με το καλό τα λέμε.

Δεν ήθελα να αναμειχθώ με τους γλειψιματίες. Ψωροπερηφάνια. Λάθος μου… Όταν γύρισε όλα είχαν αλλάξει.

ΑΘΗΝΑ 1996

Μια φωνή σαν κραυγή

Σκηνοθέτης θα μπορούσε να είναι ο Κάφκα. Εικόνα παρανοϊκή. Η Μιμή, συγνώμη, η Δήμητρα έπρεπε να πω, περιτριγυρισμένη από την αυλή της, χασκογελούσε. Μια άσπρη μπλούζα, κι άλλη άσπρη μπλούζα, δυο – τρεις άγνωστοι, ίσως ο προσωπικός «μάγος» της, ο μασέρ της πιθανώς, όλοι άγνωστοί μου.

Μοναδική «ανορθογραφία» ο Ανδρέας. Καθισμένος στην άκρη του τραπεζιού, έδειχνε απόμακρος με τη σκέψη δοσμένη αλλού. Δεν καταλάβαινε; Δεν ήθελε να παρακολουθεί τι γίνεται δίπλα του; Κοντά του μόνον ο Τηλ. Χυτήρης.

Πρώτη μου σκέψη να τραπώ εις φυγήν. Το βλέμμα του Ανδρέα με συγκράτησε. Εσκυψα κοντά του, τον φίλησα. Μου χαμογέλασε. Κάθισα όσο πιο κοντά του μπορούσα. Μισοξαπλωμένος στα μαξιλάρια του. Ανέπνεε με δυσκολία. Το βλέμμα καρφωμένο στο άπειρον. Τι να έβλεπε; Είχα ακουμπήσει άθελα το χέρι μου στα σκεπάσματα. Σε κάποια στιγμή μου το έσφιξε με το δικό του χέρι. Ανατρίχιασα. Έκαιγε από τον πυρετό. Ένιωθα τα κόκαλα του χεριού που τα είχε εγκαταλείψει η σάρκα.

– Πες μου πώς πάνε τα εθνικά μας προβλήματα;

Αναστατώθηκα. Η φωνή του έφερε στη σκέψη την κραυγή «η Ελλάδα στους Έλληνες». Πού βρήκε τη δύναμη; Το βλέμμα του αγριεμένο. Έβλεπε τον Χάροντα κι αντιστέκουτάν του.

– Πρόεδρε… άφησε τα αυτά. Να σου περάσει ο πυρετός και θα τα ξαναπούμε…

– Πες μου… τώρα… Θέλω να μάθω…

Είχα ζαρώσει δίπλα του. Στα λόγια του στυλώθηκα. Το μεγαλείο ενός ανθρώπου, που βλέποντας το τέλος να πλησιάζει σκέψη άλλη δεν είχε παρά την Ελλάδα, με είχε συνεπάρει.

– Εσένα… εσένα έπρεπε να βάλω… Αλλά δεν με άφησαν…

– Τρέχα… ο πρόεδρος…

Είχα φθάσει στην Εκάλη με λαχτάρα. Και τώρα καθόμουν αμίλητος, αμήχανος, σοκαρισμένος.

– Ο πρόεδρος θα αποσυρθεί… αισθάνεται κουρασμένος, ανακοίνωσε σε κάποια στιγμή ο Χυτήρης. Καμιά συγκίνηση. Ο «μάγος» της Μιμής έκανε τις καινούργιες προβλέψεις του. Έκανα να σηκωθώ.

– Εσύ μη φύγεις ακόμη… μου είπε ο Ανδρέας και προχώρησε αργά με τη βοήθεια του Χυτήρη προς την κρεβατοκάμαρά του.

Οι «λευκές μπλούζες» εξακολουθούσαν να είναι κρεμασμένες από τα χείλια του «μάγου».

– Σε θέλει ν’ ανέβεις για λίγο επάνω…, μου είπε ο Τηλέμαχος.

Κι ο αδηφάγος δημοσιογράφος:

– Πες τε μας δύο λόγια. Τι αισθάνεστε που έφυγε ο πρόεδρος;

Ένας λυγμός. Ένας βαθύς λυγμός. Δεν έχει ακόμη κοπάσει.

Από την εισαγωγή

«Πολλές φορές κάθισα κουβεντιάζοντας με τον Ανδρέα κοντά στο τζάκι του παλιού σπιτιού στην οδό Γκύζη του Ψυχικού. Ακόμη περισσότερες κάθισα κουβεντιάζοντας δίπλα σε ένα άλλο »τζάκι» – το »τζάκι» που λεγότανε Ανδρέας Παπανδρέου. Αναπολώντας σήμερα τις περιπέτειες μιας ολόκληρης τριακονταετίας, έρχονται συχνά στη σκέψη τα λόγια του Γ. Κατσιφάρα. »Ο Ανδρέας», συνήθιζε να λέει, »είναι σαν το τζάκι. Αν καθίσεις πολύ μακριά, κρυώνεις. Αν καθίσεις πολύ κοντά, τσουρουφλίζεσαι…»».

ΠΗΓΗ : «ΕΘΝΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ»

 

Διαβάστε το άρθρο ΕΔΩ!

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s