Για να μη ξεχνιόμαστε!

cover-letterΜε αφορμή την εκλογή της νέας Κ.Π.Ε. του ΠΑΣΟκ θυμήθηκα μια επιστολή που 15 μέλη του πρώην Εθνικού Συμβουλίου είχαν αποστείλει στις 30 Απριλίου του 2010. Ούτε λίγο ούτε πολύ έλεγαν ότι το μνημόνιο δεν είναι μονόδρομος,ζητούσαν πρωτοβουλίες από την Κυβέρνηση Παπανδρέου και άλλα πολλά.

Μένω στο ότι «το μνημόνιο δεν είναι μονόδρομος».

Από αυτούς που τότε υπέγραψαν πολλοί πλέον δεν είναι στο ΠΑΣΟΚ.

Κάποιοι άλλοι κάνοντας μια θεαματική κωλοτούμπα, όχι μόνο παραμένουν αλλά εκλέγονται και στο νέο όργανο , της νέας εποχής, που και τα μνημόνια θεωρούνται αναγκαία και απαραίτητα, που και το σύνδρομο της «διαρκούς δικαίωσης» ζει και βασιλεύει.

Αναρωτιέμαι τι πιστεύουν σήμερα; Πως βλέπουν αυτά που έγραφαν; Θα υποστηρίξουν αυτές τις απόψεις στο όργανο το οποίο εκλέχτηκαν; ‘Η απλά αλάξανε θέση προκειμένου να πλασαριστούν κοντά στη νέα κομματική ηγεσία;

Τα ονόματα:

ΑΚΡΙΒΟΥΛΗ ΖΩΗ , ΒΟΓΑΝΑΤΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, ΓΡΑΨΑ ΕΛΣΑΖΑΡΜΠΑΛΑΣ ΣΩΤΗΡΗΣ, ΘΩΜΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, ΚΑΤΣΙΚΑΡΕΛΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ,ΜΠΙΣΤΗΣ ΝΙΚΟΣ,ΝΙΑΒΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ,ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΟΦΙΔΗΣ ΑΛΕΚΟΣ, ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ, ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΜΗΝΑΣ, ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΑΛΕΚΟΣ , ΤΣΟΛΑΚΗΣ ΣΑΒΒΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ.

Υπογραμισμένα τα ονόματα όσων βρίσκονται ή παρα λίγο θα βρισκόταν στην Κ.Π.Ε.

Τι έλεγαν τότε;

«Η προσφυγή της Κυβέρνησης στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης και το Δ.Ν.Τ. θέτει την χώρα υπό οικονομική και κοινωνική κηδεμονία. Μια επώδυνη περίοδος αρχίζει.

Η αβεβαιότητα, ο φόβος και η ανασφάλεια είναι τα συναισθήματα του ελληνικού λαού. Όλοι αισθάνονται ότι η προσφυγή στο Δ.Ν.Τ. δεν είναι μια συνήθης πρόταση οικονομικής διαχείρισης. Kατέστη αναγκαία.

Υποβιβάζει τη διεθνή θέση της χώρας, πλήττει το κύρος και την ισχύ της. Όλοι αισθάνονται ότι τίποτα δεν θα είναι ίδιο με το χθες…..

Η προσφυγή στο Δ.Ν.Τ. δεν ήταν αναπόφευκτη

Είναι επείγον και κρίσιμο η κυβέρνηση:

Να απαγκιστρωθεί από επικοινωνιακά τεχνάσματα, λεονταρισμούς και την εκπομπή αντιφατικών και διφορούμενων μηνυμάτων.

Να αποφασίζει έγκαιρα για να διαθέτει ευχέρεια χειρισμών ώστε να αποφεύγει τον εγκλωβισμό σε μονόδρομους όπως αυτός του Δ.Ν.Τ.

Η δυσκολία των αποφάσεων δεν δικαιολογεί καθυστερήσεις στην λήψη τους. Οι καιροί και οι συνθήκες μόνον δύσκολες αποφάσεις επιβάλλουν…»

Για να μη ξεχνιόμαστε…

Ευτυχώς που τα γραπτά μένουν!

Advertisements

ΟΥΓΚΟ ΤΣΑΒΕΣ 1954 – 2013

tsavesΟ άνθρωπος που καταπατούσε τη γη των μεγαλοκτηματιών για να τη δώσει στους φτωχούς συμπατριώτες του, αλλά και ο άνθρωπος που αποκάλεσε «Χίτλερ» τον Τζορτζ Μπους, «γαϊδούρι» τον Τόνι Μπλερ και «φασίστα» τον Χοσέ Μαρία Αθνάρ, μπορεί να μην κατάφερε να γίνει επαγγελματίας παίχτης του μπέιζμπολ, όπως ονειρευόταν, υπήρξε όμως κάτι πολύ πιο σημαντικό: μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του 21ου αιώνα.

Για άλλους, ήταν ένας επαναστάτης, ένας νέος Μπολιβάρ, για κάποιους άλλους ένας στυγνός δικτάτορας που φλέρταρε επικίνδυνα με τα όρια της τρέλας.

Τι ήταν τελικά ο Ούγκο Τσάβες; Ο (αριστερός) συμπατριώτης του Μανουέλ Γκαμπαγιέρο, βραβευμένος ποιητής και δοκιμιογράφος, έχει πει ίσως την πιο χαρακτηριστική φράση για τον Κομαντάντε της Βενεζουέλας: «Ο Τσάβες δεν είναι κομμουνιστής, ούτε καπιταλιστής, ούτε μουσουλμάνος, ούτε χριστιανός. Είναι όλα αυτά, αφ’ ής στιγμής τού εγγυώνται ότι θα παραμείνει στην εξουσία μέχρι το 2021».

Το 2021 αποδείχτηκε τελικά ανεκπλήρωτος στόχος για τον στρατιωτικό, πολιτικό, ποιητή, συγγραφέα, παρουσιαστή τηλεοπτικής εκπομπής, ερασιτέχνη ζωγράφο Ούγκο Τσάβες: πέθανε στις 5 Μαρτίου 2013 σε ηλικία 58 ετών. Το αποτύπωμά του όμως στη διεθνή πολιτική σκηνή θα αργήσει να σβήσει. Ο ίδιος, άλλωστε, έχει φροντίσει γι’ αυτό.

Το παιδί των φτωχών δασκάλων που μεγάλωσε στις παράγκες

Ο Ούγκο Ραφαέλ Τσάβες Φρίας, γεννιέται στη Σαμπανέτα, μια επαρχιακή πόλη στους πρόποδες των Άνδεων στις 28 Ιουλίου 1954 κάτω από το ζώδιο της εξουσίας: το λιοντάρι. Είναι το δεύτερο από τα έξι παιδιά δύο φτωχών δασκάλων. Ο προπάππους του, από την πλευρά της μητέρα του, ήταν θρυλικός πολεμιστής της εποχής του Χουάν Βισέντε Γκόμες. Στο υπόλοιπο της ζωής του θα αποδίδει την καλότυχη μοίρα του στο φυλαχτό του, κληρονομιά του προπάππου του, το οποίο φοράει στο λαιμό από παιδί.

Άριστος μαθητής με εξαιρετική ικανότητα στην αποστήθιση, είναι πάντα «βασικός» τραγουδιστής και κιθαρίστας στις σχολικές παραστάσεις, ενώ δείχνει ιδιαίτερη έφεση και στη ζωγραφική. Θαυμάζει τον Μιχαήλ Άγγελο και τον Νταβίντ, και σε ηλικία δώδεκα χρόνων, κερδίζει το πρώτο βραβείο ζωγραφικής σε τοπικό διαγωνισμό. Η μητέρα του θέλει να γίνει παπάς, αλλά δεν καταφέρνει να γίνει παρά παιδί της χορωδίας στην τοπική εκκλησία. Λέγεται ότι χτυπούσε τις καμπάνες με τέτοια χάρη που όλος ο κόσμος τον αναγνώριζε από τον τρόπο με τον οποίο τις έκανε να σημαίνουν. «Για δες, αυτός που χτυπάει τις καμπάνες είναι ο Ούγο», έλεγαν.

Σε ηλικία εννέα χρόνων, οι γονείς του, μην μπορώντας να τον συντηρήσουν, τον στέλνουν να μείνει με τη γιαγιά του, Ρόζα Ινές Τσάβες. Πλάι της αποκτά τις πρώτες «επικοινωνιακές» του ικανότητες, πουλώντας στους δρόμους τα καραμελωμένα γλυκά που εκείνη έφτιαχνε.

Μοιάζει περίεργο, όμως η αγάπη του για το μπέιζμπολ είναι εκείνη που στα 16 του χρόνια τον κάνει να μπει στην στρατιωτική ακαδημία της Μπαρίνας: κάποιος του είπε ότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να μπει στις μεγάλες ομάδες του αθλήματος.

Στη διάρκεια της στρατιωτικής του εκπαίδευσης, όμως, ένας νέος κόσμος ανοίγεται μπροστά του.

Μετά την ολοκλήρωση της βασικής εκπαίδευσης στους αλεξιπτωτιστές συνεχίζει στο στρατό ενώ του επιτρέπεται να παρακολουθήσει μαθήματα πολιτικής επιστήμης στο πανεπιστήμιο του Καράκας από όπου όμως φεύγει χωρίς να πάρει κάποιο πτυχίο. Εκεί έρχεται σε επαφή με τον μαρξισμό, τον λενινισμό, την Κουβανική Επανάσταση, τον Τσε και τον Αλιέντε, ενώ παθιάζεται με τη ζωή και το έργο του Μπολιβάρ, ηγέτη του Πολέμου της Ανεξαρτησίας στην Λατινική Αμερική, του οποίου τους λόγους μαθαίνει απ’ έξω.

Μια από τις ελάχιστες συναντήσεις του με Αμερικανό αξιωματούχο, ήταν η συνάντηση του Τσάβες με την υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον, κατά την τελετή ορκωμοσίας της Ντίλμα Ρούσεφ στην προεδρία της Βραζιλίας, την 1η Ιανουαρίου 2011. Λίγους μήνες πριν την είχε αποκαλέσει «ξανθιά Κοντολίζα», αναφερόμενος στην επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επί Τζορτζ Μπους.

Το 1983, κατά τη διάρκεια της 17χρονης στρατιωτικής του καριέρας και έχοντας πλέον καλλιεργήσει μέσα του την πεποίθηση ότι το «διεφθαρμένο» καθεστώς θα έπρεπε να αποσυρθεί, ιδρύει, μαζί με άλλους πέντε στρατιώτες, το παράνομο Μπολιβαριανό Επαναστατικό Κίνημα. Για χρόνια, το κίνημα οργανώνει παράνομα συνέδρια σε ολόκληρη τη χώρα, με μακροπρόθεσμο στόχο την ανατροπή τού τότε προέδρου της Βενεζουέλας, Κάρλος Αντρές Πέρες.

Τραγική ειρωνεία: στο τέλος των σπουδών του, παίρνει το σπαθί του αξιωματικού από τα χέρια του προέδρου που χρόνια αργότερα θα επιχειρούσε να ανατρέψει.

Δύο αποτυχημένα πραξικοπήματα, μια επιτυχημένη -συνεχής- θητεία

Στις 4 Φεβρουαρίου 1992 ο Τσάβες πραγματοποιεί απόπειρα πραξικοπήματος κατά της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης του προέδρου Πέρες. Τρία χρόνια πριν είχε δοθεί το έναυσμα: μια λαϊκή εξέγερση με χιλιάδες νεκρούς που διαμαρτύρονταν κατά της φτώχειας και η οποία ρήμαξε το Καράκας.

Αν και εκείνο το πραξικόπημα -όπως και ένα δεύτερο τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, όταν ο ίδιος βρίσκεται στη φυλακή-, στέφεται από παταγώδη αποτυχία, ο συνταγματάρχης Τσάβες κάνει μια κίνηση που αποδεικνύεται ανεκτίμητης αξίας: παραδίδεται, με τον όρο να του επιτρέψουν να απευθυνθεί στο λαό.

Σε εκείνο το τηλεοπτικό διάγγελμα ο νεαρός στρατιωτικός με τον κόκκινο μπερέ του αλεξιπτωτιστή και την αξιοθαύμαστη ευχέρεια του λόγου, αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη του κινήματος. Το διάγγελμά του είναι ένας πολιτικός θρίαμβος. Οι φτωχοί Βενεζουελάνοι όχι μόνο δεν τον ξεχνούν στα δύο χρόνια που θα παραμείνει στη φυλακή αλλά όταν ο πρόεδρος Ραφαέλ Καλδέρα τον αμνηστεύει, του δίνουν και την εξουσία στις εκλογές του 1998, στη μεγαλύτερη συμμετοχή των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών.

Ως «Κίνημα για την Πέμπτη Δημοκρατία» πλέον, η κυβέρνηση του Τσάβες εφαρμόζει το πολιτικό της πρόγραμμα που περιλαμβάνει αναδιανομή της γης, προγράμματα στέγασης, μόρφωσης, περίθαλψης και παιδείας για τους φτωχούς. Στα χρόνια που ακολουθούν, με αλλεπάλληλες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις ο Τσάβες αυξάνει τη θητεία του προέδρου σε έξι χρόνια, με το αιτιολογικό ότι χρειάζεται περισσότερο χρόνο ώστε να κατοχυρωθεί η κοινωνική επανάσταση και συγκεντρώνει επάνω του όλο και περισσότερες εξουσίες. Η ανεμπόδιστη πολυετής θητεία του διακόπτεται τον Απρίλιο του 2002 για δύο μόλις μέρες, όταν μετά από αιματηρές απεργίες των συνδικάτων, μια ομάδα των αξιωματικών του στρατού, απαιτεί την παραίτησή του. Νέος Πρόεδρος αυτοανακηρύσσεται ο Πέδρο Καρμόνα, πρόεδρος του συνδέσμου βιομηχάνων και εμπόρων της Βενεζουέλας υποστηριζόμενος από το στρατό. Ωστόσο τη νύχτα της 13ης Απριλίου οι υποστηρικτές του Τσάβες προκαλούν αντιπραξικόπημα.

Ο Τσάβες επιστρέφει στην ηγεσία και δεν την εγκαταλείπει μέχρι το θάνατό του. Στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις που ακολουθούν, το 2006 και το 2012, επανεκλέγεται με τεράστια ποσοστά (63/% και 54%). Μετά από κάθε νίκη του, συνήθιζε να λέει: «Ζήτω η σοσιαλιστική επανάσταση!», «Το πεπρωμένο έχει γραφτεί», «Μια νέα εποχή ξεκίνησε», «Η Βενεζουέλα είναι κόκκινη!», «Ο σοσιαλισμός είναι αγάπη», «Κάτω ο ιμπεριαλισμός». Ακόμη και οι διεθνείς παρατηρητές επιβεβαιώνουν ότι δεν υπάρχει ζήτημα νοθείας.

Ένας «δικτάτορας» που αγαπούσε τα δημοψηφίσματα

Όσοι προσπάθησαν να εξηγήσουν τη μεγάλη δημοφιλία του Κομαντάντε έστρεφαν πάντα το βλέμμα τους προς τις παραγκουπόλεις της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, όπως ονόμασε ο ίδιος τη χώρα το 1999. Εκεί που διαμένει δηλαδή το 80% περίπου του πληθυσμού, οι φτωχοί Βενεζουελάνοι. Για τα κατώτερα στρώματα της λατινοαμερικανικής χώρας, ο Τσάβες είναι κάτι σαν επίγειος θεό. Ο ίδιος, άμεσος και αξιοθαύμαστα επικοινωνιακός, μοιάζει να μιλάει στην καρδιά τους. Κάθε Κυριακή, από τις 11 το πρωί ως τις 6 το απόγευμα ο Κομαντάντε έχει εκπομπή στην κρατική τηλεόραση με τίτλο «Γεια σου Πρόεδρε». Μια παραγωγή με 80 άτομα προσωπικό που, μαζί με τον Πρόεδρο, ταξιδεύουν σε όλη την επικράτεια. Στην εκπομπή ο Κομαντάντε μιλάει με το συγκεντρωμένο πλήθος, δέχεται τα τηλεφωνικά αιτήματα των πολιτών, αναγγέλλει το πολιτικό του πρόγραμμα, υπογράφει νομοθετικές πράξεις, τραγουδάει ή χορεύει. Σε μεγάλα κέφια απαγγέλει ποιήματά του αφού ο πρόεδρος έχει και ποιητική φλέβα: γράφει ποίηση, παραμύθια και θεατρικά έργα. Ένα από αυτά, μάλιστα, τo θεατρικό έργο «El Genio y el Centauro», το 1987 είχε κερδίσει το τρίτο βραβείο σε διαγωνισμό.

Παράλληλα με τις τηλεοπτικές του εμφανίσεις, τις οποίες θα διακόψει μόνο στα τελευταία στάδια της αρρώστιας του, μοιράζει φαγητό στους απόρους με λαϊκά συσσίτια, τους μεταστεγάζει σε νεόχτιστα σπίτια που κατασκευάζουν οι ίδιοι αλλά χρηματοδοτεί το κράτος. Επίσης, ιδρύει μέσα στις κοινότητες λαϊκά ιατρεία και σχολεία, όπου για πρώτη φορά οι φτωχοί έχουν άμεση και δωρεάν πρόσβαση. Επίσης, σε μια συμβολική κίνηση, το 2006 διανέμει δωρεάν στους πολίτες της Βενεζουέλας ένα εκατομμύριο αντίτυπα του «Δον Κιχώτη».

Με όση λατρεία τον βλέπουν οι φτωχοί Βενεζουελάνοι, με άλλο τόσο σκεπτικισμό τον βλέπει η μεσαία και ανώτερη τάξη της χώρας, αλλά και η πετρελαϊκή ελίτ, η οποία τον κατηγορεί για λαϊκισμό, υποκρισία και δικτατορικές διαθέσεις. Τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης, με τα οποία έχει μεγάλη κόντρα, αντί για συσσίτια ζητούν δουλειές για τους ανέργους, αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και μείωση των υπερεξουσιών του Προέδρου, οι οποίες υπονομεύουν τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Εκείνος απαντά κλείνοντας τακτικά ραδιοφωνικούς σταθμούς που του ασκούν έντονη αντιπολίτευση, «βάζοντας χέρι» στις περιουσίες των μεγαλοκτηματιών και παίρνοντας κομμάτια γης από τις τεράστιες εκτάσεις τους που μοιράζει σε φτωχούς ακτήμονες αγρότες. «Δεν είμαστε τέλειοι, αλλά έχουμε όντως δημοκρατία», συνήθιζε να λέει. Χαρακτηρίζει «σάπιες» της πετρελαϊκές ελίτ της χώρας του, ενώ αν και ένθερμος καθολικός, δεν παραλείπει να τα βάλει και με την Εκκλησία, κατηγορώντας τους εκκλησιαστικούς άρχοντες ότι παραμελούν τους φτωχούς, τάσσονται υπέρ της αντιπολίτευσης και υποστηρίζουν τους πλούσιους. Η αναμφισβήτητη ροπή του προς τη μοναρχία και την συγκέντρωση των εξουσιών στο πρόσωπο του Προέδρου, δηλαδή το δικό του, «σκοντάφτει» στην ανεξήγητη αδυναμία του Τσάβες για τα δημοψηφίσματα. Δεν παραλείπει να θέτει τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί στην κρίση του λαού με κίνδυνο αυτές να μην εφαρμοστούν τελικά (όπως έγινε το 2007).

Μια ακόμη κατηγορία που του αποδίδουν οι επικριτές του, είναι αυτή της έλλειψης μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής στρατηγικής: όντας ο ίδιος ένας άνδρας χωρίς πειθαρχία, δεν έχει ποτέ μια ιδεολογία απόλυτη, ένα σχέδιο βάσει του οποίου να σχεδιάζει την πολιτική του: τηλεφωνεί περασμένα μεσάνυχτα στους υπουργούς του για να μοιραστεί μαζί τους μια υπέροχη ιδέα του, όλοι συμφωνούν και το θέμα μένει εκεί αφού κανείς δεν την υλοποιεί τελικά, αλλά ούτε κι ο ίδιος ρωτά ξανά για την τύχη της ιδέας του. Μετά, βλέποντας ότι το πράγμα δεν λειτούργησε, αλλάζει τους υπουργούς. Υπολογίζεται ότι μέσα σε πέντε χρόνια είχε αλλάξει ογδόντα υπουργούς.

Το πείραμα πέτυχε ο ασθενής πέθανε

Οι αριθμοί, που είναι κάπως πιο αντικειμενικοί, λένε ότι η Βενεζουέλα, μια χώρα όπου αφθονεί το πετρέλαιο, θα μπορούσε να βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση από το να είναι απλώς η 5η μεγαλύτερη οικονομία στην Λατινική Αμερική. Είναι γεγονός ότι χάρη στο σοσιαλιστικό πείραμα του Τσάβες, με τις καθολικές κρατικοποιήσεις και τα γενναιόδωρα κοινωνικά προγράμματα, οι φτωχοί Βενεζουελάνοι ωφεληθήκαν από τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας αρκετά περισσότερο απ’ όταν την εξουσία είχαν στα χέρια τους οι διεφθαρμένες ελίτ, όπως τις αποκαλούσε. Ένα άλλο γεγονός όμως είναι επίσης ότι ο τρόπος διαχείρισης των εσόδων επί των ημερών του ήταν τουλάχιστον αδιαφανής.

Τα χρόνια που ο Τσάβες βρέθηκε στην εξουσία δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια διοχετεύθηκαν σε μυστικά κονδύλια για την ανάπτυξη, με ελάχιστη ή καμία λογοδοσία ενώ υπάρχουν σοβαρές υποψίες ότι πολλά χρήματα έχουν σπαταληθεί – όχι μόνο εξαιτίας της διαφθοράς, αλλά και της απόλυτης ανικανότητας των διαχειριστών τους.

Και είναι μεν αλήθεια ότι από το 1999 που ανέλαβε την εξουσία η εισοδηματική ανισότητα έχει μειωθεί σημαντικά με αποτέλεσμα οι Βενεζουελάνοι πολίτες να έχουν τώρα πιο ίσο μερίδιο από την πίτα, μια άλλη αλήθεια όμως είναι επίσης ότι αυτή η πίτα δεν έχει αυξηθεί καθόλου όλα αυτά τα χρόνια. Η Βενεζουέλα είναι μεν η πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία στη Λατινική Αμερική, ωστόσο την τελευταία δεκαετία είναι η χώρα με τη χειρότερη επίδοση στο κατά κεφαλήν εισόδημα.

«Αν συγκρίνει κανείς τη ζωή με τον Τσάβες σε σχέση με 20 χρόνια πριν, το αποτέλεσμα μοιάζει προτιμότερο. Αν όμως το συγκρίνεις με τις οικονομίες των γειτονικών χωρών και τις επιδόσεις τους την ίδια περίοδο, ξαφνικά δεν φαίνεται τόσο εντυπωσιακό» δήλωνε πρόσφατα στο BBC ο αναλυτής του Χάρβαρντ Αρτούρο Φράνκο. Και με δεδομένο το γεγονός ότι σήμερα η τιμή του βαρελιού είναι δεκαπλάσια σε σχέση με εκείνη ότι είχε πρωτοεκλεγεί, όσοι λένε ότι θα μπορούσε να τα είχε καταφέρει πολύ καλύτερα μάλλον δεν έχουν άδικο.

Την ώρα που οι σημαντικές ελλείψεις σε βασικά αγαθά (όπως το γάλα), η μεγάλη εγκληματικότητα (το 2006 ο μέσος όρος ήταν 5 θάνατοι τη μέρα στο Καράκας) και η κρατική γραφειοκρατία που διαρκώς διογκώνεται, αποτελούν τα μεγαλύτερα ντεφό του βεμεζουελανικού εγχειρήματος, η αποτυχία του κ. Τσάβες να διαφοροποιήσει την οικονομία της Βενεζουέλας σημαίνει ότι το πετρέλαιο εξακολουθεί να είναι ο στυλοβάτης της. Στην πραγματικότητα, αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 90% των συναλλαγματικών εισροών της χώρας. Περίπου το 50% των κρατικών εσόδων προέρχεται από τη βιομηχανία πετρελαίου, κυρίως από την κρατική εταιρεία PDVSA. Αντί όμως να επενδύσει στην PDVSA με στόχο την αύξηση της παραγωγής, ο Τσάβες προτίμησε να την αντιμετωπίσει ως χρυσοφόρο αγελάδα, την οποία άρμεγε κάθε φορά που χρειαζόταν να χρηματοδοτήσει την κατασκευή σπιτιών, τη δημόσια υγεία και τις μεταφορές. Δεν είναι πολύ εύκολο να πει κανείς με σιγουριά πώς διανέμονται τα έσοδα της κρατικής εταιρείας πετρελαίου. Αυτό που είναι βέβαιο είναι η κυβερνητική εμπλοκή σε κάθε τομέα της οικονομίας, σε βάρος του ιδιωτικού τομέα.

Πρόσφατα το Reuters είχε δημοσιεύσει μια μυστική έκθεση σχετικά με την Fonden, την εταιρεία που σήμερα αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο των συνολικών επενδύσεων στη Βενεζουέλα. Η έκθεση διαπίστωσε μια σειρά από εγκαταλελειμένες ή μισοφτιαγμένες εγκαταστάσεις οι οποίες προφανώς λάμβαναν χρήματα από την Fonden. H Fonden έχει απορροφήσει περίπου 100 δις δολάρια από τα έσοδα από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας από την ίδρυσή της το 2005. Ωστόσο ο Τσάβες και οι στενοί του συνεργάτες ήταν οι μόνοι αρμόδιοι να διαχειριστούν αυτά τα χρήματα.

Την ίδια στιγμή που οι κρατικές εταιρείες οδηγούν την οικονομία, οι ιδιωτικές επενδύσεις μένουν μακριά από τη χώρα, θορυβημένες από την εθνικιστική πολιτική του Τσάβες. Κι ασφαλώς υπάρχει και ο υψηλός πληθωρισμός που δεν πέφτει κάτω από το 20%. Η αύξηση του πληθωρισμού και των κρατικών δαπανών σε συνδυασμό με το αδύναμο νόμισμα έχουν δημιουργήσει ένα συνεχώς διευρυνόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα. Το οποίο έχει όλο και περισσότερη ανάγκη να χρηματοδοτηθεί από το εξωτερικό. Κι όταν λέμε εξωτερικό μιλάμε για την Κίνα. Σύμφωνα με το Bloomberg η κρατική τράπεζα China Development τα τελευταία πέντε χρόνια έχει δανείσει την Βενεζουέλα 42,5 δις δολάρια. Το 2011 ο υπουργός Πετρελαίου είχε αναγκαστεί να παραδεχτεί ότι από τα 640.000 βαρέλια που η Βενεζουέλα εξάγει στην Κίνα καθημερινά, τα 200.000 πηγαίνουν στο χρέος της.

Κι όσο το χάσμα μεταξύ δαπανών και εσόδων μειώνεται, τόσο το εθνικό νόμισμα της Βενεζουέλας, το μπολιβάρ απαξιώνεται. Η υποτίμησή του κατά 32% έναντι του δολαρίου στην οποία προχώρησε η χώρα τον Φεβρουάριο ήταν η πέμπτη από τότε που η κυβέρνηση Τσάβες άρχισε να ελέγχει την ισοτιμία του νομίσματος, το 2003. Η προηγούμενη υποτίμηση είχε γίνει το 2010.

Διάσημοι φίλοι και ορκισμένοι εχθροί

Η σχέση του Τσάβες με τον Φιντέλ Κάστρο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο ορισμός της «επαναστατικής» φιλίας. Πολλοί άλλωστε τον αποκαλούν «Φιντέλ της Βενεζουέλας». Θαυμαστής ανέκαθεν του Φιντέλ, οι δύο ηγέτες θα έρθουν πιο κοντά με την υπογραφή της Πρωτοβουλίας Μπολίβαρ για την Αμερική το Μάιο του 2005. Ένα χρόνο μετά ο Τσάβες αφιερώνει την τότε εκλογική του νίκη στον πρώην ηγέτη της Κούβας ενώ τα μακροχρόνια προβλήματα υγείας και των δυο ηγετών τους έφεραν ακόμη πιο κοντά.

Εντελώς διαφορετική είναι η σχέση του με τον εκάστοτε Πρόεδρο των ΗΠΑ. Ειδικά για τον Τζορτζ Μπους Τζ., οι χαρακτηρισμοί του φτάνουν τα όρια του επιθεωρησιακού νούμερου: Τον αποκαλεί «διάβολο», «Χίτλερ», «κ. Κίνδυνο» και τον κατηγορεί ως ηθικό αυτουργό πίσω από την απόπειρα ανατροπής του το 2002. Αργότερα, τροφοδοτεί περαιτέρω την αντιπαλότητα των ΗΠΑ προς το άτομό του, διακόπτοντας τους εναπομείναντες δεσμούς, σταματώντας τα προγράμματα εξοπλισμού από τις ΗΠΑ και συσφίγγοντας τις σχέσεις του με την Αργεντινή, την Κίνα, το Ιράν, τη Ρωσία και φυσικά, την Κούβα. Σε μια πρωτοφανή κίνηση, το 2006, αμέσως μετά το αμερικανικό βέτο στο αίτημα της Βενεζουέλας για θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, και όταν το ακριβό πετρέλαιο ταλάνιζε την αμερικανική οικονομία, ο Τσάβες ανακοινώνει την παροχή φθηνού πετρελαίου θέρμανσης σε χαμηλόμισθους των ΗΠΑ. Απόλυτα χαρακτηριστική της συμπάθειάς του προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν η δήλωση που κάνει, λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της είδησης ότι η πρόεδρος της Αργεντινής πάσχει από καρκίνο του θυρεοειδούς: «Μήπως οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναπτύξει μυστική τεχνολογία που προκαλεί καρκίνο στους αριστερούς ηγέτες της Λατινικής Αμερικής;».

Μετά από όλα αυτά, το να αναφέρουμε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του δεν περνά ποτέ την πόρτα του Λευκού Οίκου είναι μάλλον περιττό.

Γητευτής των γυναικών

Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας φαίνεται ότι είχε μια ιδιαίτερη δεινότητα ως προς το άλλο φύλο. Γνήσιος καρπός της λαϊκής κουλτούρας της Βενεζουέλας, που είναι ιδιαίτερα δημιουργική και ποιητική, αναδεικνύεται σε δεινός καρδιοκατακτητής. Το Μπολιβαριανό του πνεύμα είναι πάντα πρόθυμο για περιπέτειες, οι οποίες συχνά καταλήγουν σε μπερδέματα. Η σχεδόν υπερφυσική του μνήμη του επιτρέπει να απαγγέλλει ολόκληρα ποιήματα του Νερούδα ή του Ουίτμαν και ολόκληρες σελίδες του Ρόμουλο Γκαγέγος μπροστά σε εκστασιασμένες και αναψοκοκκινισμένες «συντρόφισσες».

Σε ηλικία 23 ετών, γνωρίζει την Νάνσι Κολμενάρες, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής, με την οποία αποκτούν τρία παιδιά: τη Ρόζα Βιργινία, τη Μαρία Γκαμπριέλα και τον Ούγκο Ραφαέλ. Ενώ είναι ακόμη παντρεμένος, αναπτύσσει μια σχέση δέκα χρόνων με την επαναστάτρια Έρμα Μάρκσμαν, τη γυναίκα τη ζωής του, σύμφωνα με κάποιους. Είναι η γυναίκα που επηρεάζει τη διαμόρφωση της ιδεολογίας του, ενώ συμμετέχει και στην προετοιμασία του στρατιωτικού χτυπήματος του 1992.

Λίγο καιρό μετά εμφανίζεται στη ζωή του η δημοσιογράφος Μαρισαμπέλ Ροδρίγκες. Για χάρη της χωρίζει την Κολμενάρες και την παντρεύεται το 1997. Μαζί, θα αποκτήσουν μια κόρη, την Ροσινές. Κι αυτός ο γάμος όμως θα καταλήξει σε αποτυχία και το 2003 ανακοινώνεται το κάθε άλλο παρά φιλικό διαζύγιό τους: πριν φύγει από το προεδρικό μέγαρο, η τέως πρώτη κυρία δηλώνει στην εφημερίδα «Estampas» ότι ως εραστής ο Κομαντάντε υπήρξε «κανονικούτσικος» (normalito). Από τότε η Μαρισαμπέλ θα γίνει μια από τις πιο δριμείς πολέμιους της πολιτικής του.

Σε αντίθεση με τον Μπερλουσκόνι και τον Σαρκοζί, με τους οποίους έχει τον δύο αριθμό διαζυγίων, ο Τσάβες αποδεικνύεται πολύ αποτελεσματικός στην εξασφάλιση μιας διακριτικής προσωπικής ζωής. Αν και φημολογείται ότι μετά το δεύτερο διαζύγιό του από τη ζωή του περνούν αρκετές γυναίκες, όπως η Αλίσια Κάστρο, αεροσυνοδός από την Αργεντινή και η βασίλισσα της ομορφιάς Ρούντι Ροδρίγκες. καμία φήμη δεν επιβεβαιώθηκε. Ανάμεσα στις φημολογούμενες σχέσεις του είναι και το μοντέλο Ναόμι Κάμπελ, που πήγε στη Βενεζουέλα με σκοπό να του πάρει συνέντευξη για το περιοδικό GQ. Σχολιάζοντας τη συνάντηση μαζί του η πανέμορφη γαζέλα είχε πει «Ο πρόεδρος δεν είναι γορίλας, μάλλον ταύρος». Το φλερτ μοιάζει να είναι το δεύτερο αγαπημένο άθλημα του Προέδρου μετά το μπέιζμπολ: το εξασκεί ακόμη και κατά τη διάρκεια των προεκλογικών του συγκεντρώσεων ή και μέσω twitter.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του πάντως στις επίσημες εμφανίσεις του, συνοδευόταν πάντα από κάποιο από τα τέσσερα παιδιά του, τις τρεις κόρες και το γιο του.

Η μάχη με τον καρκίνο

Τον Ιούνιο του 2011, σε τηλεοπτικό διάγγελμα που μεταδίδεται σε εθνικό δίκτυο στη Βενεζουέλα, ο Τσάβες ανακοινώνει ότι έχει ήδη υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση καρκινικού όγκου, ενώ υποβάλλεται και σε χημειοθεραπείες. Μάλιστα δεν παραλείπει να αναφέρει ότι ο Φιντέλ Κάστρο ήταν αυτός ο οποίος του είπε να κάνει εξετάσεις αλλά και εκείνος που του ανακοίνωσε τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Χωρίς να δώσει περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με τη μορφή του καρκίνου, χαρακτηρίζει την αμέλειά του να υποβάλλεται σε τακτικές εξετάσεις και τσεκ-απ ως «βασικό λάθος», και μάλιστα για έναν επαναστάτη δεδομένων των ευθυνών που του έδωσε η επανάσταση. Το 2012 ακολουθεί νέος κύκλος επεμβάσεων και θεραπειών πάντα στην Κούβα, μια επιλογή που εκτός από μια πολύ καλή ιατρική περίθαλψη του εξασφαλίζει την άκρα μυστικότητα που επιθυμεί γύρω από το θέμα της υγείας του. Τον περασμένο Δεκέμβρη, ανακοινώνεται ότι χρειάζεται να υποβληθεί σε νέο χειρουργείο στην Κούβα και δεδομένης της εξασθένισης της υγείας του, διορίζει ως διάδοχό του τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Νικόλας Μαδούρο.

Μένει να δούμε αν ο πρώην οδηγός λεωφορείου θα καταφέρει να διαδεχτεί επάξια, τουλάχιστον μέχρι την διεξαγωγή νέων εκλογών, τον άνθρωπο που λατρεύτηκε από τους φτωχούς της χώρας του, μισήθηκε από τους ισχυρούς και έγινε αντικείμενο παρατήρησης από όλο τον υπόλοιπο πλανήτη.

ΠΗΓΗ : ΕΘΝΟΣ