Με αφορμή τις αγροτικές κινητοποιήσεις

Οagrotesι δειλές συζητήσεις, στο εσωτερικό των αγροτών, για κινητοποιήσεις ανοίγουν ξανά το κεφάλαιο των αιτημάτων και των μορφών των κινητοποιήσεών τους.

Ωστόσο το τοπίο είναι ριζικά διαφορετικό με το προ εικοσαετίας, όταν εμφανίσθηκε εμφατικά η τακτική του αποκλεισμού των εθνικών οδών με τρακτέρ.

Η τότε διεκδίκηση αφορούσε, εν πολλοίς, μια σχέση συναλλαγής με τις κυβερνήσεις και τις κομματικές ηγεσίες. Υπήρχαν περιθώρια χρηματοδοτικών εκχωρήσεων και εθνικών εκταμιεύσεων.

Η σημερινή συγκυρία είναι, ειδικά εν μέσω κρίσης, ένας διαφορετικός κόσμος.

Η ωρίμανση της Κ.Α.Π. οδήγησε στην δημιουργία ανοιχτών αγορών και την συρρίκνωση (μέχρι εξαφάνισης) των επιδοματικών πολιτικών.

Ο μικρός και μεσαίος αγροτικός κλήρος, ιστορική ιδιομορφία της ελληνικής παραγωγικής δομής, αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης. Η αύξηση των συντελεστών παραγωγής, ο έλεγχος των δικτύων εμπορίας αγροτικών προϊόντων από μεγάλες εταιρίες και τους υπεργολάβους τους, η παγίωση των (επιδοτούμενων ζωνών «μονοκαλλιέργειας» (όπως στην Θεσσαλία) οδήγησε στα μη περαιτέρω.

Ταυτόχρονα η ανασύνταξη της αγροτικής παραγωγής και η μετατροπή της σε χώρο «γεωργικών εργοστασίων» εκτοπίζει όλο και μεγαλύτερα τμήματα καλλιεργητών. Οι περικοπές στην Κ.Α.Π. είναι δρακόντειες, ακριβώς για να ολοκληρωθεί αυτή η στροφή προς μοντέλα κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.

Τα προηγούμενα σχήματα τίθενται εκτός μάχης, οι αναδιανεμητικές πολιτικές μέσω του κράτους αποτελούν αρχειοθετημένες συνήθειες. Επομένως οι απαντήσεις δεν γίνεται ν’ αναζητηθούν στις περιοχές όπου ευδοκιμούσαν το πρόσφατο παρελθόν.

Υπάρχει ένα επιπλέον ζήτημα για την Ελλάδα, εν μέσω κρίσης. Οι αγρότες πρέπει να παράγουν προϊόντα όχι μόνο για να τα πωλούν στην αγορά, αλλά (πλέον) για να θρέψουν τις οικογένειές τους. Συνεπώς απαιτείται ένας επαναπροσανατολισμός των καλλιεργητικών προτεραιοτήτων, στραμμένος στην κάλυψη των διατροφικών αναγκών του τοπικού πληθυσμού κάθε περιοχής.

Αυτό ουδόλως αποκλείει συγκεκριμένα προϊόντα (όπως το λάδι) να διοχετεύονται στις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου, εφ’ όσον η ποιότητά τους είναι πιστοποιημένη. Δηλαδή το τοπικό σύστημα παραγωγής μπορεί να δικτυώνεται με τμήματα της παγκόσμιας αγοράς παρακάμπτοντας την κεντρική διοίκηση.

Μια τέτοια οπτική κατανοεί την ύπαρξη συνεταιριστικών πρακτικών, όχι στην βάση μιας αφηρημένης ιδέας αλλά στο έδαφος της συνένωσης δυνάμεων με στόχο την (κοινή) επιβίωση των παραγωγών. Όσα προηγήθηκαν, επί δεκαετίες, στην χώρα μας διέστρεψαν, δυσφήμισαν και εν τέλει αγνόησαν αυτή την συλλογική ανάγκη.

Η «ώρα της κρίσης» (με την διπλή εννοιολογική διάσταση της φράσης) έχει πια φθάσει.

Advertisements

Συν «Αθηνά» και ΔΝΤ… κίνει!

panepistiΗ αναμενόμενη από καιρό αναδιάρθρωση (χωροταξική και λειτουργική) της ανώτατης εκπαίδευσης δρομολογήθηκε επισήμως, με την ανακοίνωση του σχεδίου «Αθηνά» από τον υπουργό παιδείας Κ. Αρβανιτόπουλο.

Όπως αναμενόταν, τα βασικά κριτήρια ήταν η σύμπτυξη των περιφερειακών ΑΕΙ, μέσω της κατάργησης όλων όσων διέθεταν διοικούσες επιτροπές. Αυτά τα ιδρύματα απορροφήθηκαν από προϋπάρχοντα –και ακαδημαϊκά συγκροτημένα-, έστω κι αν ορισμένα τμήματα διατηρούνται στις έδρες των καταργούμενων ΑΕΙ.

Ταυτόχρονα υπάρχει μια διοικητική συγκέντρωση στα ιδρύματα της Αθήνας, με την δημιουργία του λεγόμενου «ομοσπονδιακού» πανεπιστήμιου. Το εντυπωσιακό στην περίπτωση αυτή αφορά την δημιουργία ενός κοινού διοικητικού συμβουλίου (σαν να πρόκειται περί κρατικού φορέα ή ανώνυμης εταιρίας) το οποίο θα συντονίζει τις διατηρούμενες πρυτανικές αρχές των ιδρυμάτων που συγχωνεύονται.

Οι συνταγματικές επιταγές περί αυτοδιοίκησης των ανώτατων ιδρυμάτων μπορούν να περιμένουν μιαν άλλη, καλύτερη εποχή.

Υπό μία άλλη έννοια δεν υπάρχει χώρος για την συντήρηση ανύπαρκτων σχέσεων –αυτών που κατέλυσε η αγοραία λειτουργία των ΑΕΙ και η οποία ολοκληρώνεται και θεσμικά. Το εκπαιδευτικό και διοικητικό προσωπικό των συγχωνευόμενων ιδρυμάτων μεταφέρεται στις έδρες των μητρικών ιδρυμάτων (πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων) ενώ και τα γνωστικά αντικείμενα προσαρμόζονται αναλόγως.

Έτσι κι αλλιώς η μετατροπή της δημόσιας παιδείας σε τριτοβάθμια κατάρτιση επιτρέπει αυτού του είδους την μετάβαση.

Όταν τα πτυχία καταγράφουν μιαν ορισμένη συγκέντρωση «μονάδων πιστοποίησης» θα ήταν ανεδαφικό να εγερθούν ερωτήματα γύρω από τα γνωστικά αντικείμενα και τα περιεχόμενα σπουδών. Ειδικά στα ΤΕΙ η μείωση του αριθμού εισακτέων εξαγγέλλεται μεγάλη, παρά το γεγονός πως δεν υπάρχει αναφορά στην «βάση του δέκα».

Κάτι (διοικητικά) ανάλογο συμβαίνει και στην περιοχή της τεχνολογικής εκπαίδευσης, καθώς κι εκεί προβλέπεται η δημιουργία «ομοσπονδιακού τεχνολογικού ιδρύματος».

Μια παρατήρηση ακόμη, σχετικά με τον αριθμό και την διασπορά των ανώτατων ιδρυμάτων ανά την χώρα. Από τις 63 πόλεις που φιλοξενούσαν ακαδημαϊκές δραστηριότητες ο αριθμός τους συρρικνώνεται σε 51. Η μείωση δεν είναι στατιστικά σημαντική, ανεξαρτήτως των ποιοτικών δεικτών που εμπερικλείονται σ’ αυτού του είδους τους μετασχηματισμούς.

Μπορούμε να πιθανολογήσουμε πως το σχέδιο «Αθηνά» δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή μιας διαδικασίας καταργήσεων και συγχωνεύσεων σχολών και τμημάτων. Καθώς οι περικοπές είναι μάλλον περιορισμένες για να ικανοποιήσουν τις ορέξεις των επιτηρητών του Δ.Ν.Τ. Το μέλλον θ’ αποδείξει, ή θα διαψεύσει, την βασιμότητα αυτής της υπόθεσης.