Περί κορπορατισμού

Πολλές φορές οι λέξεις χάνουν το νόημα τους. Ακόμη περισσότερες τους δίνεται ένα περιεχόμενο εντελώς διαφορετικό από αυτό που στην πραγματικότητα έχουν. Ακόμη περισσότερες , ουσιαστικά, παρερμηνεύονται όταν χρησιμοποιούνται με λάθος τρόπο και προσπαθούν να περιγράψουν καταστάσεις του σήμερα, με δεδομένα άλλων εποχών.

Πήρα αφορμή από την αναφορά στο κείμενο Ραγκούση – Διαμαντοπούλου – Λοβέρδου περί κορπορατισμού.

«Στη μεγάλη οικονομική κρίση που βιώνουμε, συναθροίζονται πολλές προϋπάρχουσες “υπο-κρίσεις”, με βασικότερη όλων τον συντεχνιασμό και την εκτεταμένη αλλά και ιδιότυπη ανομία σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής. Για δεκαετίες, μία σειρά αποφάσεων, επιλογών, κατευθύνσεων, προτεραιοτήτων και ιεραρχήσεων δεν υπήρξαν προϊόν δημοκρατικής σύνθεσης στην υπηρεσία του συλλογικού συμφέροντος. Αντίθετα, επρόκειτο για ωμή επιβολή του κορπορατισμού, όπως εκφραζόταν μέσα από την πρακτική δυναμικών μειοψηφιών», αναφέρουν.

Ο κορπορατισμός ορίζεται ως ένα σύστημα τριμερών διαπραγματεύσεων μεταξύ αντιπροσώπων του κράτους, της επιχειρηματικής κοινότητας και της οργανωμένης εργασίας. Ο κορπορατισμός είναι ουσιαστικά σύστημα διαπραγματεύσεων μεταξύ των ελίτ των κοινωνικών ομάδων και τάξεων με το κράτος και δεν περιορίζεται στην οργανωμένη εργασία αλλά και σε οργανώσεις καταναλωτών, αγροτών και άλλων κοινωνικών ομάδων. Σύμφωνα με τον Ph. Schmitter, ο κορπορατισμός είναι: «σύστημα εκπροσώπησης συμφερόντων συγκροτημένο από περιορισμένο αριθμό μοναδικών, υποχρεωτικών, μη ανταγωνιστικών, λειτουργικά οριοθετημένων και ιεραρχημένων οργανώσεων, που έχουν κρατική αναγνώριση ή άδεια (όταν δεν δημιουργούνται εξ αρχής από το κράτος) και στις οποίες απονέμεται σκόπιμα μονοπώλιο εκπροσώπησης των αντιστοίχων κατηγοριών, με αντάλλαγμα ορισμένους περιορισμούς στην επιλογή ηγεσίας και στην άρθρωση αιτημάτων» σε αντίθεση με τον πλουραλισμό που είναι «σύστημα εκπροσώπησης συμφερόντων συγκροτημένο από απροσδιόριστο αριθμό πολλαπλών, μη ιεραρχικά οργανωμένων και αυτοπροσδιοριζόμενων (ως προς τον τύπο ή το αντικείμενο του συμφέροντος) οργανώσεων στις οποίες δεν παρέχεται ειδική άδεια, αναγνώριση, επιχορήγηση, ούτε ελέγχονται από το κράτος ως προς την επιλογή ηγεσίας ή ως προς τη συνάρθρωση συμφερόντων και οι οποίες δεν έχουν μονοπώλιο εκπροσώπησης των αντίστοιχων κατηγοριών τους.»

Στο βιβλίο του «Πολιτισμός χωρίς συνείδηση» ( εκδόσεις «Ροές» σε μετάφραση Ευηνέλλας Αλεξοπούλου και με πρόλογο του Αστέρη Χουλιάρα) ο Τζον Ράλστον Σολ αναδιατυπώνει και προεκτείνει την κριτική του στο σύγχρονο τεχνοκρατικό πολιτισμό. Σύμφωνα με τον Καναδό συγγραφέα, ο δυτικός πολιτισμός υφίσταται σήμερα τον ασφυκτικό εναγκαλισμό μιας κυρίαρχης ιδεολογίας: του κορπορατισμού. Ο κορπορατισμός κατακερματίζει την κοινωνία σε ομάδες αντιμαχόμενων συμφερόντων. Μετατοπίζει την πηγή της νομιμότητας από τους πολίτες στις ομάδες και εγκλωβίζει τα άτομα σε δομές που απαιτούν δουλική και υποτακτική συμπεριφορά αυλικού. Ο κορπορατισμός καλλιεργεί τη λατρεία του προσωπικού συμφέροντος και οδηγεί στην απαξίωση του κοινού καλού. Προάγει την τυποποίηση της σκέψης, το αγελαίο πνεύμα και το γενικευμένο κομφορμισμό.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Τζον Ράλστον Σολ «Πολιτισμός χωρίς συνείδηση».

«Σε μια κορπορατιστική κοινωνία, οι περισσότεροι άνθρωποι που βρίσκονται σε υπεύθυνες θέσεις -δημόσιες ή ιδιωτικές- ανταμείβονται επειδή ακριβώς ελέγχουν τη γλώσσα. «Η Γνώση είναι Δύναμη». Αυτός ήταν ο πηχυαίος τίτλος ο οποίος διαφήμιζε ένα συνέδριο που διοργάνωσε η International Herald Tribune. Σε μια κορπορατιστική κοινωνία, η γνώση κατέχεται και ελέγχεται, αγοράζεται και πωλείται -η γνώση βεβαίως που αξιολογείται ως σημαντική.

Τα άτομα που κατέχουν γνώση, κατέχουν δύναμη -όπως βέβαια αντιλαμβανόμαστε τη δύναμη στις μέρες μας- λαμβανομένων υπ’ όψιν των διαχειριστικών και τεχνοκρατικών ελίτ. Η γνώση είναι ένα από τα νομίσματα των ανθρώπων των συστημάτων, όπως ήταν και για τους αυλικούς στα ανάκτορα των Βερσαλλιών. Οι άνθρωποι αυτοί επιδιώκουν ν’ αποκτήσουν καίρια θέση στη δομή του συστήματος , που θα εξασφαλίζει τη δυνατότητα να εμποδίζουν την πρόσβαση σε άλλους και να την κρατούν μόνο για τον εαυτό τους. Στη συνέχεια, απαιτούν αποδοχή και «μάρκες» προκειμένου να συμμετάσχουν στο παιχνίδι του συστήματος· κατά συνέπεια χρειάζονται την πληροφόρηση.

Όταν οι ελίτ μας δεν μοιάζουν με τους εν λόγω αυλικούς των βασιλέων, μας θυμίζουν τους σχολαστικιστές καθηγητές του τέλους του Μεσαίωνα, οι οποίοι είχαν ως επάγγελμά τους να μετατρέπουν τις συζητήσεις σε ατέρμονα βυζαντινολογήματα, ώστε να γίνονται απαραίτητοι στην εξουσία.

Τι θα μπορούσαμε όμως να πούμε σχετικά με αυτή την απίστευτη γλωσσική φλυαρία που μας κατακλύζει καθημερινά -κυρίως μέσω της τεχνολογίας της πληροφόρησης- ξεκινώντας από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση και φθάνοντας μέχρι το τελευταίο μοντέλο ηλεκτρονικού υπολογιστή που κυκλοφόρησε στην αγορά; Ειλικρινά, αν αυτός ο γλωσσικός καταιγισμός δεν σχετίζεται κατά κάποιον πρακτικό τρόπο με τις δομές της εξουσίας, τότε δεν αποτελεί παρά μια ανόητη φλυαρία. Ο πιο αξιοσημείωτος μηχανισμός εκτόνωσης πιέσεων που επινοήθηκε ποτέ.

Το 18ο αιώνα, οι στοχαστές του Διαφωτισμού πίστευαν ότι η πρόσβαση στη γνώση θα προσέφερε καταλυτικά επιχειρήματα εναντίον της αδικίας. Αυτά τα κηρύγματα αλήθειας στόχευαν τις εξουσίες της εποχής -την εκκλησία και τη μοναρχία. Η σημερινή εξουσία χρησιμοποιεί, ως κύρια δικαιολογία για τη διάπραξη αδικίας, τη γνώση που κατέχουν οι ειδικοί της. Αυτοί ξέρουν και, κατά συνέπεια, αυτοί πρέπει να κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο. Κάπως έτσι κλείνουν νοσοκομεία, η δημόσια παιδεία συρρικνώνεται, και οι φόροι επιβαρύνουν όχι αυτούς που έχουν χρήματα αλλά αυτούς που δεν έχουν. Σήμερα, λοιπόν, η γνώση χρησιμοποιείται αποτελεσματικότερα για να δικαιολογήσει την αδικία παρά για να την εμποδίσει.

Αυτό εγείρει ένα σημαντικό ερώτημα για το ρόλο της ελευθερίας του λόγου. Στις μέρες μας διαθέτουμε μεγάλη ελευθερία του λόγου. Αν όμως έχει μικρή επίπτωση στη διαμόρφωση της πραγματικότητας, τότε δεν πρόκειται για πραγματική ελευθερία του λόγου. Αν δεν έχει πρακτική χρησιμότητα, ο λόγος είναι απλώς διακοσμητικός.

«Οι κορπορατιστικές δομές έχουν κατορθώσει, με μεγάλη επιτυχία, να περιορίσουν αυτή τη χρησιμότητα. Οι ενέργειες του ιδιωτικού τομέα συσκοτίζονται σ’ έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο θολός από τον καταιγισμό πληροφοριών -από τη ρητορική δηλαδή και την προπαγάνδα -που κατακλύζουν όσους δεν ανήκουν στις διάφορες ομάδες συμφερόντων.»

Υπάρχει μια σημαντική συνεισφορά του σύγχρονου μαρξισμού στη συζήτηση περί κορπορατισμού (R. Miliband, Ν. Πουλαντζάς, L. Panitch,) που τον θεςωρεί  ως «περιορισμένη πολιτική δομή» που αναπτύχθηκε από το καπιταλιστικό κράτος για την προστασία του καπιταλισμού και την ενίσχυση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Μ’ αυτή την έννοια η κριτική που διατυπώθηκε, σε πρώτη φάση από μαρξιστική σκοπιά, προς τη θεωρία του κορπορατισμού την ενδυνάμωσε στο βαθμό που, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα, ώθησε τους εκπροσώπους της να σχετικοποιήσουν την απολυτότητα της θέσης τους και να αναζητήσουν τις διάφορες εκδοχές του χαρακτήρα και του ρόλου των ομάδων πίεσης (εργοδοτικών και εργατικών) στο πλαίσιο των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνικοπολιτικών δομών, αποδίδοντάς τες στις διαφορές που προκύπτουν από τις ικανότητες ανεξάρτητης οργάνωσης των κρατικών υπηρεσιών.

Το ερώτημα είναι ποιοι τον εκφράζουν σε αυτή τη χώρα!

Advertisements

Η κίνηση των τριών και η επόμενη ημέρα

Ποικίλες αντιδράσεις προκαλεί η κοινή τοποθέτηση Ραγκούση , Διαμαντοπούλου και Λοβέρδου στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Το βέβαιο είναι ότι τίποτα στην πολιτική δεν είναι τυχαίο.

Οι ερμηνείες που δίνονται είναι πολλές. Από κίνηση για να προκαταλάβει ενδεχόμενες εξελίξεις στο πολύ κοντινό μέλλον μέχρι για προσπάθεια κατάληψης καλύτερης θέσης στην εκκίνηση της διαδοχής, για την μετά Παπανδρέου εποχή.

Οργισμένη εν τω μεταξύ αντίδραση του Γιώργου Παναγιωτακόπουλου, που κάνει λόγο για «προσπάθεια τους να ηγηθούν της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης του ΠΑΣΟΚ, με επικίνδυνα και αντιδημοκρατικά ιδεολογήματα».

Το σίγουρο είναι πως οι εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ επιταχύνονται και μένει να δούμε τη μορφή που θα πάρουν το επόμενο χρονικό διάστημα.

Η δήλωση των τριών

«Στη μεγάλη οικονομική κρίση που βιώνουμε, συναθροίζονται πολλές προϋπάρχουσες «υπο-κρίσεις», με βασικότερη όλων τον συντεχνιασμό και την εκτεταμένη αλλά και ιδιότυπη ανομία σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής. Για δεκαετίες, μία σειρά αποφάσεων, επιλογών, κατευθύνσεων, προτεραιοτήτων και ιεραρχήσεων δεν υπήρξαν προϊόν δημοκρατικής σύνθεσης στην υπηρεσία του συλλογικού συμφέροντος. Αντίθετα, επρόκειτο για ωμή επιβολή του κορπορατισμού, όπως εκφραζόταν μέσα από την πρακτική δυναμικών μειοψηφιών.

Ομάδες πίεσης επεδίωκαν με το «έτσι θέλω» την εξυπηρέτηση των συμφερόντων συγκεκριμένων τμημάτων της κοινωνίας και διαμόρφωναν, με την ανοχή ή και την εύνοια του πολιτικού συστήματος, στα μέτρα τους τη δημόσια πολιτική. Το υψηλό κόστος αυτών των αποφάσεων για το κοινωνικό σύνολο δεν το προσμετρούσε κανένας, διότι η μεγάλη πλειοψηφία παρέμενε σιωπηλή, αφού πρόσκαιρα υπήρχαν τα περιθώρια του ανεξέλεγκτου δανεισμού και το πολιτικό σύστημα έκλεινε εύκολες και πάντως εκλογικά προσοδοφόρες συμφωνίες, χωρίς, φυσικά, κανέναν σχεδιασμό αλλά και την οποιαδήποτε συνείδηση των συνεπειών.

Μέσα από τέτοιου είδους κοινωνικοπολιτικές διεργασίες, και με τη λογική «τα θέλουμε όλα δικά μας», φτάσαμε στην περιφρόνηση κάθε έννοιας Δικαιοσύνης και δημοσίου συμφέροντος και στην de facto επιβολή του κανόνα: κατάληψη στο σχολείο και ενίοτε καταστροφή του, κατάληψη στο πανεπιστήμιο, διακοπή της λειτουργίας των μέσων μεταφοράς, της αποκομιδής των σκουπιδιών και προσβολή της δημόσιας υγείας, κατάληψη δημοσίων κτιρίων, ακόμη και υπουργείων, αποκλεισμοί λιμανιών και αεροδρομίων και κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου, πράξεις και απειλές ακόμη και κατά της ζωής.

Το σημαντικότερο όλων, δε, είναι πως αυτή η εξαιρετικά αντιδημοκρατική και αντικοινωνική «κουλτούρα» και συμπεριφορά επενδύθηκε με τον μανδύα του προοδευτισμού και της επαναστατικότητας, για να κρύψει το πραγματικό πρόσωπο του συντεχνιακού συμφέροντος. Βαφτίστηκε «κοινωνία» η κάθε συντεχνία, ενώ στην πραγματικότητα οι κοινωνοί καλούνταν να πληρώσουν τα αιτήματα των συντεχνιών, που μόνιμα και σταθερά γίνονταν δεκτά.

Οι λέξεις, λοιπόν, έχασαν το νόημά τους και επιλογές με υψηλό κοινωνικό κόστος εμφανίζονταν μέσα σε αυτό το ιδιότυπο «matrix» ως «κοινωνικές κατακτήσεις», ενώ στην πραγματικότητα η χώρα απλά δανειζόταν και αργά ή γρήγορα θα πλήρωνε «τα σπασμένα». Ευθύνες γι’ αυτή την κατάσταση έχουμε όλοι!

Ήρθε, όμως, τώρα η ώρα της πληρωμής αλόγιστων «κατακτήσεων» και αλόγιστων εκλογικών νικών, στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Το τίμημα είναι πολύ βαρύ. Παρ’ όλα αυτά, οι πολιτικοσυνδικαλιστικές συστοιχίες που αναπτύχθηκαν με βάση τον νόμο του «τυφλού τσαμπουκά» και της «ψευδο-αρχής» πως κερδίζει όποιος εκβιάζει πιέζοντας τους άλλους συμπολίτες του (π.χ. με την οικονομική καταστροφή του εμπορίου στο κέντρο της Αθήνας), εξακολουθούν να συμπεριφέρονται σαν να μη συνέβη τίποτα. Ακόμη δηλαδή και σήμερα, που η Ελλάδα αγωνίζεται να μη γονατίσει, εκδηλώνονται αδικαιολόγητες και ακραίες συμπεριφορές, οι οποίες κάποιες φορές στρέφονται ανοικτά και κατά της Δημοκρατίας. Μάλιστα, δεν παραλείφθηκε, ακόμη μία φορά, να ακουστούν έως και αιτήματα για προνομιακή-πελατειακή μονιμοποίηση συμβασιούχων, με την καθολική σχεδόν στήριξη της αντιπολίτευσης. Υπάρχει, όμως, σήμερα μια ποιοτική και ελπιδοφόρος διαφορά.

Κάποιες φορές, ακόμη λίγες, η πλειοψηφία δεν παραμένει σιωπηλή, αλλά παίρνει την κατάσταση στα χέρια της. Δημιουργούν εύλογες ελπίδες τα ανοιχτά πανεπιστήμια, τα ανοικτά σχολεία και τα ανοικτά νοσοκομεία, κόντρα στις σκοπιμότητες των αποφάσεων για καταλήψεις, οι γενναίες δημόσιες παρεμβάσεις ορισμένων ανθρώπων του πνεύματος, καθώς και η στάση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, που αποδοκίμασε ανοιχτά τις απαράδεκτες κινητοποιήσεις του Αυγούστου, οι οποίες στράφηκαν εναντίον του μόχθου των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων στον τομέα του τουρισμού».

«Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τους πολίτες της Ρόδου που άνοιξαν το λιμάνι με λουλούδια στα χέρια. Οι πολίτες τον Αύγουστο απαίτησαν, κυριολεκτικά, η κυβέρνηση να μην κάνει πίσω -όπως γινόταν τις τελευταίες δεκαετίες-, αλλά να εφαρμόσει τις πολιτικές της. Αυτές, συνεπώς, οι περιπτώσεις αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της αφύπνισης της κοινωνίας και της αλλαγής της νοοτροπίας της. Και όσο τη θέση του «δεν βαριέσαι» παίρνει η συμμετοχή στην υπεράσπιση του δικαιώματος π.χ. για μάθηση, για παροχή υπηρεσιών υγείας και προστασία της δημόσιας υγείας, καθώς και για την ελεύθερη και ανεμπόδιστη κυκλοφορία των ανθρώπων, τόσο οι ελπίδες θα αυξάνονται.

Μια κοινωνία που αγωνιά και αναζητεί δημιουργικές διεξόδους από την κρίση, προφανώς και δεν μπορεί να τα φορτώνει όλα στην Αστυνομία και στους εισαγγελείς. Καμία εισαγγελική ή αστυνομική ενέργεια δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κοινωνική αυτενέργεια. Η μία δραστηριότητα, άλλωστε, συμπληρώνει και στηρίζει την άλλη. Η μεν κοινωνία έχει υποχρέωση να υπερασπιστεί τον εαυτό της από κάθε επιβολή ιδεολογικών, κομματικών ή συντεχνιακών συμφερόντων, οι δε δημοκρατικά νομιμοποιημένες κρατικές λειτουργίες έχουν την υποχρέωση να ανταποκριθούν στο κοινωνικό αίτημα για την τήρηση της νομιμότητας. Δίχως τη στήριξη των πολιτών η λειτουργία του κράτους θα συκοφαντηθεί ως αυταρχική και, πάντως, θα έχει περιορισμένη αποδοτικότητα. Και δίχως το κράτος και τις λειτουργίες του, η κοινωνία των πολιτών δεν θα είχε νόημα, όποια γνώμη κι αν πλειοψηφούσε σε αυτήν.

Η βουβή κοινωνία και οι φορείς των κρατικών λειτουργιών που έκαναν πως δεν βλέπουν πρέπει να περάσουν οριστικά στο παρελθόν. Η απειλή της οικονομικής χρεοκοπίας ήρθε ως αποτέλεσμα της χρεοκοπίας των όρων πολιτικής και κοινωνικής συμβίωσης, που επιβλήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες και μας έσυραν έως εδώ. Η αυτογνωσία και η αυτοκριτική είναι αναγκαίες, αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για την αντιστροφή της πορείας. Πρέπει, λοιπόν, να δράσουμε αμέσως.

Σήμερα έχει καταστεί σαφές πως ή θα βουλιάξουμε όλοι μαζί ή θα σωθούμε όλοι μαζί. Αυτοί που επιδίδονται σε άνομες συμπεριφορές, όποιο άλλοθι κι αν χρησιμοποιούν, στην πραγματικότητα διεκδικούν σωσίβια μόνο για τους εαυτούς τους και λένε σε όλους τους υπόλοιπους να πάνε να πνιγούν. Πώς θα χαρακτηριζόταν όποιος τη στιγμή ενός πραγματικού ναυαγίου έκανε κάτι αντίστοιχο; Η απάντηση δεν θέλει δεύτερη σκέψη. Με άλλα λόγια, ο συντεχνιασμός, η δημαγωγία, ο λαϊκισμός κάποιων ΜΜΕ, η ανομία, η κοινωνική ανευθυνότητα και το πατριωτικό έλλειμμα ορισμένων εχόντων και κατεχόντων, που σαρώνουν κάθε έννοια Δικαιοσύνης, δεν είναι απλά εκφράσεις ανευθυνότητας, αλλά προκλητική επίδειξη ανηθικότητας. Και ως πρόκληση τέτοιας μορφής αρχίζουν να αντιμετωπίζονται από μια κοινωνία των πολιτών που ξαναβρίσκει τη φωνή της, καθώς και από μία συντεταγμένη Δημοκρατία, που ξαναβρίσκει τον αυτοσεβασμό της.

Οι τρεις υπουργοί οι οποίοι υπογράφουμε αυτό το κείμενο, λόγω των αρμοδιοτήτων μας που αφορούν βασικούς τομείς του δημόσιου χώρου, βιώνουμε κάθε μέρα, με μεγάλη ένταση, τα φαινόμενα που εδώ καταγράφουμε. Πάρα πολλές φορές αλλά και σήμερα αντιλαμβανόμαστε πως ορισμένοι σπρώχνουν τα πράγματα πέραν των ορίων, για να γίνει μακελειό. Πιστεύοντας πως η Δημοκρατία δεν θα τολμήσει και, συνεπώς, θα κάνουν και πάλι το δικό τους. Οι Έλληνες πολίτες, όμως, γνωρίζουν πως τα δύο χρόνια που πέρασαν δόθηκαν με επιτυχία μάχες για σοβαρές διαρθρωτικές αλλαγές και για τον περιορισμό της κακοδιοίκησης και της σπατάλης.

Οι φορείς των πελατειακών σχέσεων και οι εκπρόσωποι του συντεχνιασμού υποχώρησαν. Η πλειοψηφία των πολιτών στήριξε με ένταση τις αλλαγές που έγιναν και δεν παρασύρθηκε από τους δημαγωγούς. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες σήμερα αποτελούν την πρώτη γενιά μετά τον εμφύλιο πόλεμο που σηκώνει μόνη της τα βάρη της χώρας και δεν τα μεταφέρει στις επόμενες γενιές. Με άλλες λέξεις, οι σύγχρονοι Έλληνες αντιμετωπίζουν καταπρόσωπα το χρέος και τα ελλείμματα της χώρας.

Κατανοούμε απόλυτα τις τεράστιες αλλαγές στη ζωή του κάθε πολίτη και τα προβλήματα που δημιουργεί η οικονομική κρίση στα δημόσια αγαθά. Παιδεία, Υγεία, Δημόσιες Μεταφορές αποτελούν τον πυρήνα της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, τον οποίο, μέσα στις δραματικές αυτές περιστάσεις, θα πρέπει να υπερασπιστούμε. Δυστυχώς, όμως, για να βγούμε στο κοινωνικό ξέφωτο του μέλλοντος, πρέπει να περάσουμε τις οδύνες του παρόντος. Κοινωνική ευαισθησία, σήμερα, σημαίνει να πατήσουμε γκάζι και όχι φρένο, έτσι ώστε να βγούμε το συντομότερο από την κρίση και να επιστρέψουμε στην ευημερία. Οι αναστολές, οι δισταγμοί, οι καθυστερήσεις και οι παλινδρομήσεις τελικά στρέφονται εναντίον των πολιτών. Γιατί κρατούν την κοινωνία και την οικονομία καθηλωμένες στο τέλμα της κρίσης, της ύφεσης και της διευρυνόμενης φτώχειας. Εχθροί της κοινωνίας, σήμερα, είναι η δημαγωγία, ο λαϊκισμός, η ατιμωρησία, ο συντεχνιασμός και οι καθυστερήσεις.

Η ελληνική πολιτεία, άρα τόσο το κράτος όσο και η κοινωνία, θα βρει και πάλι τον εαυτό της. Θα καταφέρει να ξαναβρεί αυτό που έχασε, δηλαδή την κλασική για τις προηγμένες χώρες δυνατότητα να συνδυάζονται αρμονικά οι κοινωνικές διαμαρτυρίες και συγκρούσεις, με τη λειτουργία των κλασικών τομέων της κοινωνικής ζωής και του κράτους. Η προσπάθεια, όμως, πρέπει να συνεχιστεί από όλους και με μεγαλύτερη ένταση. Και, βέβαια, πέραν από τις αναμφισβήτητες επιτυχίες στις διαρθρωτικές αλλαγές και στον δημοσιονομικό εξορθολογισμό, υπήρξαν λάθη, παραλείψεις και κυρίως καθυστερήσεις. Οι καθυστερήσεις αυτές μας ταλαιπώρησαν και δεν υπάρχει πια καμία πολυτέλεια να τις ανεχτούμε. Ο συντεχνιασμός είναι ο αντίπαλος. Όπως αντίπαλοι είναι και όσοι αντιδρούν χλιαρά και για το «θεαθήναι».

Πρέπει να γίνει σαφές σε όλους πως η Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως Δικαιοσύνη, εξορθολογισμό των δημοσιονομικών της και χωρίς τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Η πορεία προς αυτούς τους στόχους ξεκίνησε και θα ολοκληρωθεί. Τις οδύνες της, βέβαια, κανείς δεν θα μπορέσει να αποφύγει. Αρα, όποιος σήμερα συνεχίζει να σπέρνει ανέμους ή να κάνει πως δεν βλέπει, αύριο θα θερίσει θύελλες και θα σαρωθεί. Η διακοπή της λειτουργίας του κράτους, στις πιο ευαίσθητες πτυχές του, αποτελεί απόπειρα άμεσης επιδείνωσης των συνθηκών και υπονόμευση του αγώνα που διεξάγουν η χώρα και οι πολίτες της. Αυτή την ακύρωση του κράτους και των προσπαθειών της χώρας, στις σημερινές τραγικές περιστάσεις, δεν πρέπει να την επιτρέψουμε. Το Εθνος και η Πατρίδα αυτήν τη στιγμή έχουν ανάγκη από Πολιτική και Κοινωνική Συμφιλίωση, ταχύτατη υλοποίηση των δεσμεύσεων και των μεταρρυθμίσεων και προστασία της Δημοκρατίας. Ή θα τα κάνουμε όλα μαζί ή μας περιμένει συμφορά.

Ο αγώνας που πρέπει να δώσουμε είναι δύσκολος, πρωτόγνωρος και η διαδρομή θα γίνει σε κακοτράχαλο δρόμο. Οφείλουμε να είμαστε, όμως, όλοι αποφασισμένοι για να σπάσουμε τώρα, χωρίς καμία καθυστέρηση, όλα ή έστω τα περισσότερα μεταπολιτευτικά κακώς κείμενα και, οπωσδήποτε, τις λογικές που φέρνουν την Ελληνική Δημοκρατία να φαίνεται και να είναι αδύναμη. Δεν μας επιτρέπεται να κάνουμε πίσω, δεν έχουμε δικαίωμα να υποχωρούμε. Και σε ό,τι αφορά τις κρίσιμες επόμενες ημέρες, όλα τα μέλη και τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ πρέπει να δώσουμε ενωμένοι τις δύσκολες μάχες τόσο στη Βουλή όσο και στην κοινωνία και με την ενότητά μας αυτή να εξοπλίσουμε τον πρωθυπουργό, που θα διαπραγματευθεί την τελική και οριστική λύση για τη χώρα μας, στο πλαίσιο της ΕΕ».

Η δήλωση Παναγιωτακόπουλου

«Στις εξετάσεις για την επιλογή των εκπροσώπων της Τρόικα στην Ελλάδα, οι τρεις Υπουργοί με τη χθεσινή τους παρέμβαση παίρνουν άριστα!

Η προσχηματική αγωνία των τριών δεν μπορεί να κρύψει την προσπάθεια τους να ηγηθούν της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης του ΠΑΣΟΚ, με επικίνδυνα και αντιδημοκρατικά ιδεολογήματα. Γιατί πίσω από την επίθεση κατά των «συντεχνιών», κρύβεται η επίθεση κατά του συνδικαλισμού και των διεκδικήσεων των εργαζομένων στα Πανεπιστήμια και τα σχολεία, στα Νοσοκομεία και στις Δημόσιες Συγκοινωνίες. Εκεί δηλαδή που η πολιτική ανεπάρκεια των τριών είναι κάτι περισσότερο από εμφανής.

Προκαλεί εντύπωση η δημόσια κριτική κατά των συναδέλφων τους Υπουργών αλλά και κατά του πολιτικού συστήματος. Ξεχνούν προφανώς και οι τρεις ότι είναι προϊόντα αυτού του συστήματος και ιδιαίτερα «ευνοημένοι» από τις σχέσεις τους με τα Πρωθυπουργικά περιβάλλοντα. Είτε με το διορισμό τους σε Κυβερνητικές θέσεις από μικρή ηλικία, είτε με την ανάληψη θέσεων ευθύνης από το πουθενά, είτε με την άνετη εκλογή τους με τα ψηφοδέλτια Επικρατείας.

Θα μπορούσε την επιστολή τους να συνυπογράψει και μία ακόμη πρώην Υπουργός. Η κα Μπακογιάννη είναι ηλίου φαεινότερο ότι συμφωνεί με τα γραφόμενα όπως και ο κ. Μητσοτάκης. Μάλλον ξέχασαν να τους ειδοποιήσουν!

Στις εξετάσεις της Τρόικα πήρανε άριστα, στη στάση τους απέναντι στο Λαό μένουν μετεξεταστέοι.

Η μόνη λύση για το  ΠΑΣΟΚ είναι η ανατροπή των νεοσυντηρητικών, αντιλαϊκών και αντικοινωνικών λογικών που αναπτύσσονται στο όνομα της σωτηρίας της χώρας από ένα ιδιότυπο καθεστώς. Οι τρεις  Υπουργοί με την επιστολή τους αυτή στοχεύουν στη προσωπική σωτηρία  και ανέλιξή τους και αγωνίζονται για αυτή.

Και σε αυτό τον αγώνα ο πρώτος λόγος ανήκει στα στελέχη του Κινήματος και στον Ελληνικό Λαό ενώ ο Πρωθυπουργός παρακολουθεί αμήχανα τις πρώτες κινήσεις της οργανωμένης προσπάθειας αμφισβήτησης της ηγεσίας του.»