«Τι ήρθαµε να κάνουµε εδώ, Ανδρέα;»: Συνάντηση Παπανδρέου – Καντάφι

Ο Ανδρέας Παπανδρέου επισκέπτεται τον Καντάφι στην Τρίπολη το 1984. Τότε υπογράφτηκε συμφωνία για επενδύσεις ύψους ενός δισ. δολαρίων

«Τι ήρθαµε να κάνουµε εδώ, Ανδρέα;». Με οξύ εντερικό πρόβληµα ο Γιάννης Αλευράς διαμαρτύρεται στον Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ το τζιπ που τους μεταφέρει κάνει συνεχώς κύκλους στην έρηµο, χιλιόµετρα µακριά από την Τρίπολη της Λιβύης. Ο Κάρολος Παπούλιας και ο Μάνος Καφετζόπουλος, που μετέχουν επίσης στην αποστολή, είναι περισσότερο υπομονετικοί. Οι Λίβυοι θα τους περιφέρουν επί ώρες – για λόγους ασφαλείας – µέχρι να καταλήξουν στη θρυλική σκηνή, όπου ο συνταγματάρχης Καντάφι τούς υποδέχθηκε αγέρωχος µε στρατιωτική στολή εκστρατείας.

Είναι το 1977 και ο Καντάφι έχει κιόλας οκτώ χρόνια στην εξουσία – την οποία κατέλαβε ανατρέποντας τον βασιλιά Ιντρίς, ενώ αυτός παραθέριζε στα Καµένα Βούρλα. Το ερώτηµα του Αλευρά απαντήθηκε από τη θέρµη των συζητήσεων που ακολούθησαν. Ο Ανδρέας Παπανδρέου από την εποχή της δικτατορίας και του ΠΑΚ φλέρταρε µε τα αντιαποικιακά κινήµατα της Ανατολικής Μεσόγειου. Και µετά την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ θέλει να παίξει ρόλο στο Κίνηµα των Αδέσµευτων, που ανατέλλει εκείνη την εποχή. Στη Λιβύη επίσης είχε την έδρα της η Γραμματεία των Σοσιαλιστικών Κοµµάτων των Ανατολικής Μεσογείου.

Στην πραγματικότητα η επίσκεψή του έγινε σε συνεννόηση µε τον Γιάσερ Αραφάτ, που στηρίζεται εκείνη την εποχή στα καθεστώτα της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Ο Καντάφι ωστόσο είχε ήδη σχέση µε την Ελλάδα. Είχε φοιτήσει στη Σχολή Ευελπίδων και μιλούσε καλά αγγλικά και λίγα ελληνικά.

Η επίσκεψη στη Λιβύη µάλλον ικανοποίησε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, αν και τα επόµενα χρόνια οι επαφές θα περιοριστούν στα πλαίσια των σοσιαλιστικών φόρουµ της περιοχής.

Ωστόσο, από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης του 1981 θα ήταν η τοποθέτηση του Μάνου Καφετζόπουλου πρεσβευτή – εκ προσωπικοτήτων – στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Λιβύη Αραβική Τζαµαχιρία – ∆ηµοκρατία των Μαζών όπως είναι το πλήρες λογότυπο του καθεστώτος.

Είναι η εποχή κατά την οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου υπολογίζει ακόµη στα πετροδολάρια των Αράβων για να ενισχύσει την αυτονοµία του από τη ∆ύση. Σε αυτό το πλαίσιο τον Σεπτέμβριο του 1984 επισκέπτεται, ως πρωθυπουργός πλέον, τον Καντάφι. Μέλος του πληρώµατος του αεροσκάφους της Ολυµπιακής είναι µια αεροσυνοδός που αργότερα θα γίνει πολύ γνωστή: η ∆ήµητρα Λιάνη. Η ίδια δύο δεκαετίες αργότερα θα επισκεφθεί τον συνταγματάρχη στη σκηνή του ως… δημοσιογράφος τηλεοπτικού σταθµού. Ήταν µια σπαρταριστή εικόνα. Κάθονται σε πλαστικές καρέκλες σε τόση απόσταση – για λόγους σεβασµού – ώστε ο σκηνοθέτης Τάσος Μπιρσίµ δυσκολεύεται να τους χωρέσει το πλάνο. Ο Καντάφι µε µια… μυγοσκοτώστρα στο χέρι χτυπάει έντοµα που περιφέρονται.

«Οι καµήλες απέξω µαζεύουν µύγες και µε ενοχλούν», θα εξηγήσει.

Αν και µονοήµερη, η ελληνολιβυκή συνάντηση του 1984 έδειχνε να έχει προοπτικές. Επισήµως, οι δύο ηγέτες θα συµπέσουν στην επιδίωξη να απομακρυνθούν όλα τα ξένα στρατεύµατα από την περιοχή της Μεσογείου και θα ανταλλάξουν επαναστατικές φιλοφρονήσεις. Ο Ανδρέας χαρακτήρισε τον συνταγματάρχη ελευθερωτή και μεγάλη φυσιογνωμία της εποχής. Ο Καντάφι τον χαιρέτισε ως µεγάλο λαϊκό ηγέτη. Στο παρασκήνιο, όµως, οι δύο αποστολές δυσκολεύονται να συνεννοηθούν. Μόνο ουσιαστικό κέρδος είναι ότι από τότε η Λιβύη θα ψηφίζει υπέρ της Ελλάδας στον ΟΗΕ για το Κυπριακό.

Στην κυβέρνηση µιλούν για ένα δισεκατομμύριο δολάρια σε επενδύσεις στην Ελλάδα που πρόβλεπε η διακρατική συμφωνία µε τον γενναιόδωρο συνταγματάρχη. Κανείς δεν ήξερε ότι η συμφωνία δεν ήταν παρά ένα απλό χαρτί, το οποίο οι Λίβυοι υπέγραψαν µόλις την τελευταία στιγµή στο αεροδρόµιο. Η διακήρυξη του πρωθυπουργού Τζαλούντ, «σας εξετάσαµε, σας δοκιµάσαµε και σας εµπιστευόµαστε», είχε επαρκές επαναστατικό περιεχόµενο αλλά ελάχιστα οικονοµικό. Από εκείνη την επίσκεψη έµεινε µόνο το Πράσινο Βιβλίο που έφεραν µαζί τους τα µέλη της αποστολής. Παρά τα αντιθέτως λεγόµενα, ο Ανδρέας Παπανδρέου επέστρεψε προβληματισμένος. Στην πρώτη συνεδρίαση του Εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ διαλύει τις ψευδαισθήσεις.

Εκφράζει την απογοήτευσή του από την προσωπική επαφή του µε αυτόν τον «βασιλιά φιλόσοφο», όπως χαρακτηρίζει τον Καντάφι. Του αναγνωρίζει τις αλλαγές που έφερε στην κοινωνία της Λιβύης, αλλά προβλέπει ότι δεν πρόκειται να υλοποιηθεί η οικονοµική συµφωνία. Ο λόγος; Ο συνταγµατάρχης θέτει δύο όρους: να εµφανιστεί στη Βουλή των Ελλήνων και να βγάλει λόγο σε µεγάλη λαϊκή συγκέντρωση στην Αθήνα. «Τελειώσαµε µε τον Καντάφι», κατέληξε.

Με την αλλαγή κυβέρνησης το 1989, από τις ελληνολιβυκές σχέσεις έµειναν µόνο οι φαιδρές εκθέσεις παρακρατικών µηχανισµών της εποχής Μητσοτάκη για εκπαίδευση των «τροµοκρατών» του…

Μετά το 1993 η κατάσταση της υγείας του και η αλλαγή στη θεώρηση των πραγµάτων δεν επιτρέπουν στον Ανδρέα να ανοίξει εκ νέου λογαριασµούς µε τη Λιβύη.

Θα περάσουν πολλά χρόνια για να ξαναπάει έλληνας υψηλός αξιωματούχος στην Τρίπολη. Εκτός από την επίσκεψη του Προέδρου της Ελληνικής ∆ηµοκρατίας επί των ηµερών του Κώστα Καραµανλή, στην πραγµατικότητα η επανασύνδεση Ελλάδας – Λιβύης έγινε µόλις το περασµένο καλοκαίρι, πάλι από έναν Παπανδρέου.

Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας πήγε στη σκηνή του συνταγματάρχη επικεφαλής κυβερνητικού κλιµακίου. Εκτός από την υπόσχεση ότι θα βοηθήσει την Ελλάδα, του πήγε και ένα αυτόγραφο σε µια αναµνηστική φωτογραφία από την Ελούντα. Η προσέγγιση θα επαναβεβαιωθεί το φθινόπωρο µε µια νέα συνάντηση στο περιθώριο της σύσκεψης του Αραβικού Συνδέσµου στη Λιβύη. Ότι όµως και αν συµφωνήθηκε, δεν ήταν γραφτό να υλοποιηθεί. Η τελευταία, µάλλον αµήχανη δήλωση του Γιώργου Παπανδρέου για το καθεστώς του συνταγµατάρχη περιλαµβάνει τη λέξη δικτατορία.

Πυρετός στην Ελούντα µε τον Μιτεράν

Δύο μήνες µετά την επίσκεψη του Ανδρέα Παπανδρέου στην Τρίπολη το 1984, ο Κώστας Τσίµας, γενικός γραμματέας του υπουργείου ∆ηµόσιας Τάξης και απολύτως έµπιστος του πρωθυπουργού, καλείται στο Μέγαρο Μάξιµου και του ανατίθεται µια ειδική αποστολή: η ασφάλεια του Καντάφι στην… Κρήτη.

Στις 15 Νοεμβρίου 1984, το ξενοδοχείο «Ελούντα», που µόλις έχει κλείσει για τον χειµώνα, θα ανοίξει επειγόντως για να υποδεχθεί τον συνταγματάρχη και τον πρόεδρο της γαλλικής δηµοκρατίας Φρανσουά Μιτεράν.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου κάνοντας επίδειξη διπλωματικής δεξιοτεχνίας βάζει στο ίδιο τραπέζι δύο ηγέτες που βρίσκονται αντιμέτωποι µε τα όπλα στο Τσαντ.

Έχοντας µαζί του ογδόντα γυναίκες σωματοφύλακες, ο Καντάφι ήταν πολύ εριστικός συνομιλητής, όπως διηγήθηκε ο Τσίµας αργότερα.

«Ο Ποµπιντού ήταν πιο σοσιαλιστής από εσένα, που υποστηρίζεις έναν φασίστα στο Τσαντ», είπε στον Μιτεράν.

Για ένα ολόκληρο βράδυ ο Παπανδρέου πηγαινοέρχεται στους διάδρομους του ξενοδοχείου από τη µία αποστολή στην άλλη µέχρι να δώσουν τα χέρια.

Η επιτυχής µμεσολάβηση της ελληνικής κυβέρνησης δυσαρεστεί ακόµη περισσότερο τους Αμερικανούς, µε τους οποίους η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προσπαθεί ακόµη να βρει σηµεία ισορροπίας. Αλλά ο ελληνολιβυκός άξονας παραµένει. Μετά την εκλογική νίκη του 1985, ο Καντάφι θα στείλει συγχαρητήρια επιστολή στον Ανδρέα Παπανδρέου και επαναβεβαιώνει τον κοινό στόχο για «την τελική νίκη του σοσιαλισμού».

Ο έλληνας πρωθυπουργός απάντησε µε ανάλογη θέρµη και επανέλαβε την πρόσκληση να επισκεφτεί την Αθήνα ο συνταγματάρχης. Αλλά στην ουσία τον παραπέµπει στις ελληνικές καλένδες, σημειώνοντας: «Ο νέος υπουργός Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας που γνωρίζετε τόσο καλά θα αναλάβει σε εύθετο χρόνο την πρωτοβουλία για τον διακανονισµό». Είναι προφανές ότι η ιδέα της επίσκεψης δεν τον ενθουσιάζει. Η βόµβα στο αεροσκάφος της TWA επιδεινώνει το 1986 τις σχέσεις του Καντάφι µε τους ∆υτικούς, οι οποίοι βοµβαρδίζουν τη Λιβύη. Το Εκτελεστικό Γραφείο του ΠΑΣΟΚ καταδικάζει την επίθεση, αλλά η κυβέρνηση είναι προσεκτική. Καθώς η Ελλάδα μετέχει πλέον στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Καντάφι στέλνει στην Αθήνα τον υφυπουργό Αχµέτ Σαχάτι για διαβουλεύσεις. Αλλά η διατύπωση της ελληνικής πρόθεσης για µμεσολάβηση δεν τον ικανοποιεί και ο Σαχάτι επιστρέφει µμεσάνυχτα από το αεροδρόμιο για να δώσει συνέντευξη Τύπου και να… διαμαρτυρηθεί. Εκνευρισμένος ο Ανδρέας Παπανδρέου δίνει εντολή στον Θανάση Τσούρα να τον συλλάβει και να τον βάλει στο αεροπλάνο ξημερώματα.

ΤΑ ΝΕΑ

Αναμνήσεις παλιές

Ανακοίνωση για την τραγωδία στην Ιαπωνία εξέδωσε το τμήμα διεθνών σχέσεων του ΚΚΕ, εξουσιοδοτώντας το Ιαπωνικό Κ.Κ. να μεταφέρει «την αλληλεγγύη μας στα μέλη του Ι.Κ.Κ, την εργατική τάξη και τις οικογένειες των θυμάτων».

Εν συνεχεία γίνεται και μια εκτίμηση για τις «μετέπειτα εξελίξεις στα πυρηνικά εργοστάσια και την απειλή της ραδιενέργειας». Διαβάζουμε λοιπόν πως «είναι μια τραγική επιβεβαίωση των κινδύνων που ενέχει η εκμετάλλευση της πυρηνικής ενέργειας από τα μονοπώλια, με κριτήριο το κέρδος».

Ωστόσο το ατύχημα του 1986 στο Τσέρνομπιλ, επί εποχής Ε.Σ.Σ.Δ., απογυμνώνει πολιτικά έναν τέτοιο ισχυρισμό. Καθώς κινδύνους εμπεριέχει -αποδεδειγμένα- και η εκμετάλλευση πυρηνικής ενέργειας από κράτη που αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστικά κι επαίρονταν για τον εξοβελισμό των μονοπωλίων από την παραγωγική τους δομή.

Βέβαια εκείνη την περίοδο ο τότε διευθυντής του «Ριζοσπάστη» Γρ. Φαράκος είχε γράψει το μνημειώδες «πιο επικίνδυνο είναι το αντισοβιετικό νέφος που εκπορεύεται από την Ουάσιγκτον», από εκείνο του πυρηνικού σταθμού στο Τσέρνομπιλ. Αλλά ποιος θυμάται, 25 χρόνια μετά..

Για τους «ορθόδοξους» κομμουνιστές το ατύχημα του Τσερνομπίλ ισοδυναμούσε με δοκιμασία της πίστης τους στην ανθρώπινη πρόοδο. Και πολύ λογικά, αφού ήδη από τη δεκαετία του ’50 η γοητεία του σοβιετικού μοντέλου στηριζόταν όλο και λιγότερο στη μαρξιστική «κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών» και περισσότερο στην αίγλη της «σοσιαλιστικής τεχνολογίας», όπως αυτή αποτυπώθηκε στις διαστημικές επιτυχίες του Σπούτνικ και του Γκαγκάριν.

*Αυτονόητη θεωρήθηκε έτσι η υπεράσπιση της πυρηνικής ενέργειας ως συνώνυμου της προόδου. «Η επιστημονικοτεχνική επανάσταση, σε μεγάλο βαθμό βασίζεται στην ατομική επιστήμη και τεχνική», διαβάζουμε σε άρθρο της «Πράβδα» που αναδημοσίευσε ο «Ριζοσπάστης» (22.5.86). «Η 30άχρονη και πάνω πείρα αξιοποίησης της ατομικής ενέργειας κατέδειξε την αναγκαιότητα και την ασφάλειά της. Αλλά στην εφαρμογή της κάθε νέας και περισσότερο πολύπλοκης τεχνικής κανένας δεν μπορεί να μιλά για απόλυτη σιγουριά και ασφάλεια. Η ανθρωπότητα είναι υποχρεωμένη να πληρώνει ακριβά το τίμημα για την τεχνική πρόοδο».

Αυτονόητη και η προσαρμογή της γραμμής στις τοπικές συνθήκες. «Πρώτος ήταν ο Ικαρος. Γιατί οι σοφοί αρχαίοι Ελληνες είχαν καταλάβει: η πρόοδος απαιτεί και θυσίες» («Ριζοσπάστης» 11.5.86).

*Εξίσου ελληνοπρεπής, ο προϊστάμενος του αρμόδιου εργαστηρίου του «Δημόκριτου», Παναγιώτης Κρητίδης, θα επισημάνει κι αυτός πως «η παραπληροφόρηση του τύπου» για το ατύχημα «δεν μας τιμά καθόλου σαν κοιτίδα του πολιτισμού, όπως αυτοαποκαλούμεθα, και σαν πατρίδα του Δημόκριτου, του πατέρα των ατόμων».

Η σχετική ειδησεογραφία του «Ριζοσπάστη» (αλλά και της ομογάλακτης μετωπικής «Πρώτης») στηρίχθηκε αποκλειστικά σε σοβιετικές πηγές.

*Στις 18.5.86, π.χ., οι τεχνικές παράμετροι του ατυχήματος αναλύονται από τον ακαδημαϊκό Ιβάν Εμιλιάνοφ, ενώ την πολιτική διάσταση αναλαμβάνει ο δημοσιογράφος του «Νόβοστι» Σπαρτάκ Μπεγκλόφ. Ο ίδιος θα μιλήσει και σε εκδήλωση στη Νομική (13.5), ενώ σε ανάλογη συζήτηση στο Περιστέρι (16.5) ομιλητής είναι ο συνάδελφός του Νικολάι Παστουχόφ.

Η γραμμή είναι εξαιρετικά απλή: «Κανένας κίνδυνος έξω από τα 30 χλμ. (απ’ το Τσερνομπίλ). Δηλώσεις του Λεβ Φεοκτίστοφ, υποδιευθυντή του Ατομικού Ενεργειακού Ινστιτούτου» («Ρίζος της Δευτέρας» 19.5.86).

*Η εμπιστοσύνη στην απόλυτη ειλικρίνεια των σοβιετικών αρχών θα διατηρηθεί και μετά την πανηγυρική (αλλά ελεγχόμενη) αυτοκριτική των τελευταίων. Οπλισμένος με την απόφαση του Π.Γ. της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ, με την οποία αναγνωρίστηκαν «λάθη» κι επιβλήθηκαν κυρώσεις σε αξιωματούχους, ο Παύλος Τσίμας ξεσπαθώνει στις 24.7.86: «Ξέρουμε τώρα με ακρίβεια πώς φτάσαμε στο ατύχημα στο Τσερνομπίλ. Ξέρουμε, επίσης με ακρίβεια, τα όρια της μόλυνσης που προκλήθηκε και που περιορίζεται σε μια ακτίνα γύρω από το Τσερνομπίλ, χωρίς να δικαιολογεί τις εξάρσεις του κομπογιαννίτικου πανικού που ταλαιπώρησαν την ελληνική κοινή γνώμη».

Για τον ίδιο δημοσιογράφο, η (πολιτική) απόφαση του καθοδηγητικού οργάνου του ΚΚΣΕ ισοδυναμεί όχι μόνο με «απόδειξη ότι όλη εκείνη η εκστρατεία ψεύδους και παραπληροφόρησης που ξεσηκώθηκε τις μέρες του ατυχήματος ήταν μια καλοστημένη πολιτική επιχείρηση κατά της Σοβ. Ενωσης και της Ειρήνης στον κόσμο», αλλά και κλείνει το κεφάλαιο της επικινδυνότητας των πυρηνικών αντιδραστήρων: «Το ατύχημα, λοιπόν, οφείλεται σε μια σειρά ανθρώπινων σφαλμάτων, σε παραλείψεις και παρακινδυνευμένες ανθρώπινες ενέργειες. Κι αυτό σημαίνει ότι τα πυρηνικά ατυχήματα δεν είναι μοιραία, δεν αποτελούν μια υπεράνθρωπη, αδυσώπητη απειλή. Ο κίνδυνος μπορεί να ελεγχθεί».

(Σήμερα βέβαια ο Τσίμας από το Mega άλλα λέει για το πυρηνικό ατύχημα στην Ιαπωνία)

*Σε λαϊκότερο επίπεδο, την όλη στρατηγική θα εξηγήσει -με αφοπλιστική επιχειρηματολογία- ο Σπύρος Κομίνης: «Ας πούμε ότι ο αδελφός σου παρασύρει κάποιον με το αυτοκίνητο. Δε φταίει, είναι νύχτα, πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του… Θα πας στο δικαστήριο και θα υπερασπιστείς τον αδερφό σου. Εγώ σου λέω ότι θα τον υπερασπιστείς και με ψέματα, αλλά εσύ μπορείς να μου πεις ότι τέτοιο πράγμα δεν θα κάνεις και το δέχομαι.

»Θα πεις, λοιπόν, στο δικαστήριο ότι ο αδερφός σου δεν πίνει, ενώ η υπεράσπιση του θύματος για να πάρει λεφτά θα λέει ότι ο αδερφός σου ήταν μεθυσμένος. Θα λες ότι ο αδερφός σου είναι προσεκτικός οδηγός, η άλλη πλευρά θα λέει ότι είναι άσχετος και ραλλιτζής.

»Εσύ θα λες δεν έφταιγε, οι άλλοι θα λένε έφταιγε. Εσύ θα ξέρεις ότι λες την αλήθεια. Ούτε πίνει ο αδερφός σου ούτε τρέχει σαν τρελός, ήτανε ατύχημα, δεν μπορούσε να το αποτρέψει.

»Αυτό κάνει ο «Ριζοσπάστης»: Υπερασπίζεται τον αδελφό του. Το σοβιετικό λαό και το σοσιαλισμό. Γιατί ξέρει ότι δεν πίνει, δεν οδηγεί επικίνδυνα, όπως εσύ θα κόβεις το κεφάλι για τον αδερφό σου. Και δεν λέει ψέματα» («Δεοντολογία, ιδεολογία και ουσία», «Ρίζος της Δευτέρας» 19.5.86).

Υ.Γ.

Στις 29 Απριλίου η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος έβγαλε μια ανακοίνωση προς όλες τις πρωτεύουσες της Ανατολικής Ευρώπης τονίζοντας ότι βάσει των δεδομένων των αρμόδιων σοβιετικών οργανισμών το επίπεδο ραδιενέργειας ξεπερνά ελαφρώς τα επιτρεπτά όρια, αλλά όχι αρκετά ώστε να δικαιολογεί την υιοθέτηση ειδικών μέτρων προστασίας για τον πληθυσμό!!!

Στην Ελλάδα τότε το ΚΚΕ θεωρούσε προβοκάτορα όποιον μιλούσε για το Τσερνομπίλ και συνιστούσε στα μέλη του να τρώνε φρούτα προερχόμενα από την πρώην ΕΣΣΔ ώστε να αποδειχτεί ότι δεν είχε γίνει τίποτα!!

Αλλά ποιος θυμάται, 25 χρόνια μετά..